|
Η «συμφωνία κυρίων»
φτάνει στο τέλος της
Το πρώτο σαφές καμπανάκι
ήρθε από τον πρόεδρο του
ΣΕΒ Σπύρο Θεοδωρόπουλο,
ο οποίος επισήμανε ότι η
συμφωνία μεταξύ
κυβέρνησης, προμηθευτών
και σούπερ μάρκετ για
μειώσεις τιμών έχει
συγκεκριμένη χρονική
διάρκεια.
Η πρωτοβουλία που
ξεκίνησε μετά τη σύσκεψη
της 29ης Ιουνίου στο
Μέγαρο Μαξίμου αφορά
εθελοντικές μειώσεις
τιμών διάρκειας από δύο
έως τέσσερις μήνες.
Σήμερα στην
«Εθνική πρωτοβουλία
μείωσης τιμών»
συμμετέχουν περίπου
1.770 κωδικοί,
με τις μειώσεις στις
περισσότερες περιπτώσεις
να έχουν διάρκεια δύο
μηνών. Περίπου 400 από
αυτούς αφορούν σχολικά
είδη και, εκ των
πραγμάτων, δεν
αναμένεται να συνεχίσουν
στην πρωτοβουλία μετά
την ολοκλήρωση της
σχετικής περιόδου.
Μέχρι στιγμής υπάρχει
δέσμευση τετράμηνης
διάρκειας για περίπου
265 κωδικούς
επώνυμων προϊόντων
και περίπου 30
κωδικούς προϊόντων
ιδιωτικής ετικέτας.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον
είναι τι θα συμβεί όταν
ολοκληρωθούν οι
συμφωνημένες μειώσεις,
σε μια αγορά όπου το
κόστος παραγωγής και
λειτουργίας έχει αυξηθεί
αισθητά.
Από τα 113 στα 157 ευρώ
η μεγαβατώρα
Η μεταβολή στο
ενεργειακό κόστος
αποτυπώνει το μέγεθος
της πίεσης.
Κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2026, η μέση τιμή
της ηλεκτρικής ενέργειας
διαμορφώθηκε περίπου στα
113 ευρώ ανά
MWh,
ενώ στο δεύτερο εξάμηνο
έχει ήδη κινηθεί κοντά
στα 157 ευρώ/MWh.
Ακόμη πιο ανησυχητικές
είναι οι εκτιμήσεις για
τους επόμενους μήνες,
καθώς επιχειρήσεις της
αγοράς έχουν ενημερωθεί
ότι η τιμή μπορεί να
κινηθεί έως και στα
200 ευρώ/MWh
μέχρι τον Δεκέμβριο,
εφόσον διατηρηθούν οι
σημερινές συνθήκες.
Για μια μεγάλη αλυσίδα
σούπερ μάρκετ, η εξέλιξη
αυτή έχει ιδιαίτερη
σημασία. Το ενεργειακό
κόστος αντιστοιχεί
περίπου στο
12,5% των συνολικών
λειτουργικών δαπανών,
ενώ εάν εξαιρεθεί η
μισθοδοσία, το ποσοστό
φθάνει περίπου στο
30% των λοιπών
λειτουργικών εξόδων.
Έτσι, ακόμη και μια
μερική μεταβολή του
κόστους ενέργειας μπορεί
να επηρεάσει σημαντικά
τα περιθώρια των
επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι
μόνο το ρεύμα
Το ενεργειακό σοκ δεν
περιορίζεται στην
ηλεκτρική ενέργεια.
Η άνοδος του πετρελαίου
αυξάνει το κόστος
μεταφοράς των πρώτων
υλών και των τελικών
προϊόντων, ενώ το
ακριβότερο φυσικό αέριο
επιβαρύνει βιομηχανίες
και επιχειρήσεις με
υψηλή ενεργειακή
κατανάλωση.
Στην πτηνοτροφία, για
παράδειγμα, η επιβάρυνση
είναι πολλαπλή:
υψηλότερο κόστος
μεταφοράς των πρώτων
υλών για τις ζωοτροφές,
αυξημένο κόστος διανομής
και μεγαλύτερες
ενεργειακές ανάγκες στις
εγκαταστάσεις παραγωγής.
Ήδη το ενεργειακό και
μεταφορικό κόστος έχει
αυξηθεί σημαντικά από
την άνοιξη, ενώ οι νέες
αυξήσεις στα καύσιμα και
στην ενέργεια
περιορίζουν ακόμη
περισσότερο τα περιθώρια
των επιχειρήσεων.
Εάν η κατάσταση
παραμείνει ίδια, η πίεση
στις τιμές των προϊόντων
είναι δύσκολο να
απορροφηθεί για μεγάλο
χρονικό διάστημα.
Τα αρτοποιεία στην πρώτη
γραμμή
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι
οι μικρότερες
επιχειρήσεις τροφίμων με
υψηλή ενεργειακή
κατανάλωση.
Τα αρτοποιεία αποτελούν
χαρακτηριστικό
παράδειγμα. Ένα μέσο
αρτοποιείο μπορεί να
καταναλώνει περίπου
1.000 λίτρα
πετρελαίου κίνησης τον
μήνα, γεγονός
που με τις σημερινές
τιμές μεταφράζεται σε
κόστος περίπου
2.100-2.200 ευρώ μόνο
για το καύσιμο.
Όσα χρησιμοποιούν
ηλεκτρική ενέργεια ή
φυσικό αέριο
αντιμετωπίζουν επίσης
σημαντικές αυξήσεις.
Για μια μικρή
επιχείρηση, όπου τα
περιθώρια κέρδους είναι
περιορισμένα, η ενέργεια
μπορεί να μετατραπεί από
λειτουργικό έξοδο σε
ζήτημα βιωσιμότητας.
Η πίεση είναι ήδη ορατή
στον κλάδο. Κατά την
περίοδο
2021-2025 εκτιμάται ότι
έκλεισαν περίπου 1.500
αρτοποιεία στην Ελλάδα,
με την ενεργειακή κρίση
του 2022 να αποτελεί
έναν από τους παράγοντες
που επιβάρυναν την
κατάσταση.
Το κρίσιμο δίμηνο
Το επόμενο διάστημα
αποκτά έτσι ιδιαίτερη
σημασία για την πορεία
των τιμών.
Μέχρι σήμερα, οι
επιχειρήσεις έχουν σε
αρκετές περιπτώσεις
απορροφήσει μέρος των
αυξήσεων, ενώ η
εθελοντική πρωτοβουλία
για μειώσεις τιμών
λειτουργεί ως προσωρινό
ανάχωμα.
Όμως η εικόνα αλλάζει
όταν ταυτόχρονα
αυξάνονται το πετρέλαιο,
το φυσικό αέριο, το
ηλεκτρικό ρεύμα και το
κόστος μεταφοράς.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον
δεν είναι μόνο αν θα
υπάρξουν ανατιμήσεις,
αλλά πόσο μεγάλο
μέρος του συσσωρευμένου
κόστους θα μετακυλιστεί
στον καταναλωτή και με
ποια χρονική καθυστέρηση.
Εάν οι ενεργειακές τιμές
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα, το τέλος των
υφιστάμενων συμφωνιών
για συγκράτηση των τιμών
μπορεί να συμπέσει με
την έναρξη ενός νέου
κύκλου ανατιμήσεων.
Και αυτή τη φορά, η
πίεση δεν θα προέρχεται
από έναν μόνο παράγοντα.
Θα είναι το αποτέλεσμα
της ταυτόχρονης αύξησης
ενέργειας,
καυσίμων, μεταφορών και
κόστους παραγωγής,
με τον λογαριασμό να
μεταφέρεται σταδιακά από
την επιχείρηση στην
εφοδιαστική αλυσίδα και
από εκεί στο ράφι.
|