|
Ο υπολογισμός του φόρου
θα γίνεται με συντελεστή
από 0,3 έως 0,7 τοις
χιλίοις επί της αξίας
που προκύπτει από τα
τετραγωνικά του
ακινήτου, την
αντικειμενική τιμή ζώνης
και τον συντελεστή
παλαιότητας. Το ακριβές
ποσοστό θα καθορίζεται
από κάθε Δήμο.
Σύμφωνα με το
νομοσχέδιο, το νέο τέλος
θα καλύπτει ακίνητα
εντός σχεδίου πόλεως,
οικισμών προ του 1923,
οικισμών κάτω των 2.000
κατοίκων αλλά και
κτίσματα εκτός σχεδίου,
ενώ θα επιβαρύνει επίσης
και το δικαίωμα υψούν
(«αέρα»), εφόσον αυτό
έχει καταγραφεί σε
συμβόλαιο.
Υπόχρεοι πληρωμής θα
είναι ιδιοκτήτες,
επικαρπωτές ή νομέες,
ενώ σε περίπτωση
ενοικίασης ο λογαριασμός
μπορεί να επιβαρύνει τον
ενοικιαστή, με
αντίστοιχη μείωση του
μισθώματος.
Οι πάροχοι ηλεκτρικής
ενέργειας θα
υποχρεούνται να
ενημερώνουν τους Δήμους
για αλλαγές χρήσης ή
διαδοχή καταναλωτή,
καθώς και για τυχόν
ανεξόφλητα ποσά.
Σε περίπτωση μη υποβολής
ή ανακριβούς δήλωσης
προβλέπεται πρόστιμο
διπλάσιο του οφειλόμενου
τέλους.
Για τις νέες οικοδομές
προβλέπεται απαλλαγή για
τα πρώτα επτά έτη, εκτός
αν τα ακίνητα
χρησιμοποιηθούν ή
εκμισθωθούν νωρίτερα.
Το νομοσχέδιο προβλέπει
επίσης ότι σε
περιπτώσεις μεταβολών ή
μη δηλώσεων, οι
ιδιοκτήτες θα
υποχρεούνται σε
ηλεκτρονικές δηλώσεις
προς τους Δήμους, ενώ η
αξία των ακινήτων σε
περιοχές εκτός
αντικειμενικού
συστήματος θα
καθορίζεται από τα
δημοτικά συμβούλια.
Οι ιδιοκτήτες ακινήτων
εκτιμούν ότι το νέο
καθεστώς ενδέχεται να
οδηγήσει σε αυξημένες
επιβαρύνσεις σε σχέση με
το ισχύον πλαίσιο, καθώς
το τέλος θα
αντικαταστήσει δύο
υφιστάμενους φόρους με
έναν ενιαίο δημοτικό
μηχανισμό είσπραξης.
|