|
Και το σημαντικότερο: το
κόστος της πρόληψης
είναι πολλαπλάσιο
μικρότερο από το κόστος
της αδράνειας. Σύμφωνα
με τον ΟΟΣΑ,
κάθε 1 δολάριο που
επενδύεται σε ύδρευση
και αποχέτευση μπορεί να
δημιουργήσει περίπου 4
δολάρια οικονομικού και
κοινωνικού οφέλους,
μέσω της βελτίωσης της
υγείας, της αύξησης της
παραγωγικότητας, της
ενίσχυσης της
επισιτιστικής ασφάλειας
και της προστασίας του
περιβάλλοντος.
Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, «Financing
Water
Security:
Models
and
Approaches
for
Investments
that
Last»,
μεταφέρει έτσι τη
συζήτηση από το ερώτημα
«πόσο νερό υπάρχει» στο
πολύ πιο κρίσιμο
«πόσα πρέπει να
επενδύσουμε σήμερα για
να υπάρχει επαρκές και
ασφαλές νερό αύριο».
Το νερό αξίζει σχεδόν
60% του παγκόσμιου ΑΕΠ
Η οικονομική σημασία του
νερού είναι πολύ
μεγαλύτερη από την αξία
των ίδιων των υπηρεσιών
ύδρευσης.
Η συνολική αξία των
άμεσων και έμμεσων
χρήσεων των γλυκών
υδάτων υπολογίστηκε για
το 2021 σε περίπου
58 τρισ. δολάρια,
ποσό που αντιστοιχεί
σχεδόν στο 60%
του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το νερό βρίσκεται στην
καρδιά σχεδόν κάθε
παραγωγικής διαδικασίας.
Η γεωργία εξαρτάται από
την άρδευση, η
βιομηχανία από την
επάρκεια και την
ποιότητα του νερού, η
παραγωγή ηλεκτρικής
ενέργειας από υδάτινους
πόρους, ενώ ακόμη και η
λειτουργία των σύγχρονων
πόλεων προϋποθέτει
αξιόπιστα δίκτυα
ύδρευσης και
αποχέτευσης.
Η σχέση με την ενέργεια
είναι χαρακτηριστική. Η
υδροηλεκτρική ενέργεια
αντιστοιχεί περίπου στο
18% της
παγκόσμιας
ηλεκτροπαραγωγής,
ενώ σε 28 αναπτυσσόμενες
χώρες καλύπτει περίπου
το μισό της συνολικής
παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η
βιομηχανία απορροφούσε
το 2021 σχεδόν
15% των παγκόσμιων
απολήψεων γλυκού νερού.
Στη γεωργία, η επίδραση
είναι ακόμη πιο άμεση.
Έρευνα που επικαλείται ο
ΟΟΣΑ έδειξε ότι η
άρδευση αύξησε κατά
55% τις
αποδόσεις αραβοσίτου σε
ξηρές περιοχές της Κίνας,
ενισχύοντας παράλληλα τα
αγροτικά εισοδήματα και
την επισιτιστική
ασφάλεια.
Με άλλα λόγια, το νερό
αποτελεί παραγωγικό
συντελεστή αντίστοιχης
σημασίας με την
ενέργεια, τις μεταφορές
και τις τηλεπικοινωνίες,
παρότι για δεκαετίες
αντιμετωπιζόταν
περισσότερο ως φυσικός
πόρος παρά ως
κρίσιμη οικονομική
υποδομή.
Από την υγεία μέχρι την
παραγωγικότητα
Η οικονομική επίδραση
επεκτείνεται και στη
δημόσια υγεία.
Η καλύτερη πρόσβαση σε
καθαρό νερό και
αποχέτευση μπορεί,
σύμφωνα με τα στοιχεία
της έκθεσης, να μειώσει
σε ορισμένες περιοχές
έως και 69% τη
συχνότητα των διαρροϊκών
ασθενειών και
κατά 14% τις
οξείες λοιμώξεις του
αναπνευστικού.
Η βελτίωση της υγιεινής
συνεπάγεται λιγότερες
δαπάνες για τα συστήματα
υγείας, λιγότερες
απουσίες από την εργασία
και υψηλότερη
παραγωγικότητα.
Το νερό αποτελεί
ταυτόχρονα
κίνδυνο και επενδυτική
ευκαιρία για τις
επιχειρήσεις.
Το 2020, οι κίνδυνοι που
σχετίζονταν με το νερό
απειλούσαν
επιχειρηματική αξία
περίπου 301 δισ.
δολαρίων.
Αντίθετα, το 2022
επιχειρήσεις εκτίμησαν
ότι οι επενδύσεις στην
αποδοτική χρήση του
νερού και στην
ανθεκτικότητα των
υποδομών μπορούσαν να
δημιουργήσουν πρόσθετα
οφέλη άνω των
250 εκατ. δολαρίων ανά
επιχείρηση.
Η εικόνα είναι πλέον
σαφής: η λειψυδρία και η
υποβάθμιση των δικτύων
δεν αποτελούν μόνο
περιβαλλοντικό κίνδυνο.
Αποτελούν
επιχειρηματικό και
χρηματοοικονομικό
κίνδυνο.
Το μεγάλο λάθος:
επενδύσεις χωρίς
συντήρηση
Το πρόβλημα, σύμφωνα με
τον ΟΟΣΑ, δεν είναι μόνο
ότι επενδύονται λιγότερα
χρήματα από όσα
απαιτούνται.
Είναι ότι συχνά
επενδύονται και με λάθος
τρόπο.
Τα νέα έργα είναι
πολιτικά και
επικοινωνιακά πιο εύκολα
να προβληθούν. Ένα
καινούργιο φράγμα, ένας
νέος αγωγός ή μια νέα
μονάδα επεξεργασίας
νερού είναι ορατή
επένδυση.
Η συντήρηση ενός παλιού
δικτύου, η αντικατάσταση
αγωγών ή η μείωση των
διαρροών είναι πολύ
λιγότερο εντυπωσιακές.
Ωστόσο, ακριβώς εκεί
βρίσκεται μεγάλο μέρος
του προβλήματος.
Υποδομές που
σχεδιάστηκαν για να
λειτουργούν επί
δεκαετίες απαξιώνονται
όταν δεν υπάρχουν
επαρκείς πόροι για
συντήρηση και ανανέωση.
Οι βλάβες αυξάνονται, οι
διαρροές
πολλαπλασιάζονται και το
κόστος αποκατάστασης
μεταφέρεται στο μέλλον,
όπου είναι πλέον πολύ
υψηλότερο.
Η καθυστέρηση επομένως
δεν εξοικονομεί
χρήματα. Απλώς
μεταφέρει το κόστος στις
επόμενες γενιές.
Τα χαμηλά τιμολόγια
έχουν κόστος
Στον πυρήνα του
προβλήματος βρίσκονται
και τα τιμολόγια.
Η πολιτική διατήρησης
χαμηλών τιμών νερού
μπορεί να προστατεύει
βραχυπρόθεσμα τα
νοικοκυριά, όταν όμως
δεν συνοδεύεται από
επαρκή δημόσια
χρηματοδότηση,
δημιουργεί ένα τεράστιο
κενό στη συντήρηση και
ανανέωση των δικτύων.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα
έσοδα από τα τιμολόγια
καλύπτουν κατά μέσο όρο
περίπου 70% του
χρηματοοικονομικού
κόστους των
υπηρεσιών ύδατος, ενώ το
υπόλοιπο 30% καλύπτεται
από δημόσια
χρηματοδότηση.
Σε αρκετές χώρες, όμως,
τα έσοδα δεν επαρκούν
ούτε για τις
λειτουργικές δαπάνες.
Σε περισσότερες από τις
μισές χώρες που
συμμετείχαν στη σχετική
έρευνα, τα τιμολόγια
κάλυπταν μόλις το
80% των
λειτουργικών εξόδων,
χωρίς να υπάρχει επαρκής
χρηματοδότηση για τις
αναγκαίες κεφαλαιακές
επενδύσεις.
Στις χώρες που
χρειάζονται τη
μεγαλύτερη πρόοδο για
την επίτευξη των στόχων
του ΟΗΕ για ύδρευση,
αποχέτευση και υγιεινή,
η κάλυψη των
λειτουργικών εξόδων
έπεφτε μόλις στο
19%.
Το αποτέλεσμα είναι ένας
φαύλος κύκλος: χαμηλά
έσοδα, ανεπαρκής
συντήρηση, περισσότερες
διαρροές, μεγαλύτερη
κατανάλωση ενέργειας,
υψηλότερο κόστος
άντλησης και τελικά
ακόμη μεγαλύτερη πίεση
στα διαθέσιμα αποθέματα.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη
μέσα στην εξίσωση
Η προειδοποίηση του ΟΟΣΑ
έχει ιδιαίτερη σημασία
για την Ελλάδα.
Η χώρα αντιμετωπίζει
έναν συνδυασμό
παρατεταμένης ανομβρίας,
υψηλής εποχικής ζήτησης,
τουρισμού, αυξημένων
αναγκών άρδευσης και
σημαντικών απωλειών στα
δίκτυα.
Το πρόβλημα δεν
περιορίζεται επομένως
στο εάν υπάρχουν
επαρκείς ποσότητες
νερού. Αφορά και το εάν
η Ελλάδα διαθέτει τα
κατάλληλα δίκτυα ώστε το
νερό που υπάρχει να
φτάνει στον τελικό
καταναλωτή με όσο το
δυνατόν μικρότερες
απώλειες.
Η κατεύθυνση της
πολιτικής αρχίζει να
αλλάζει, με την υδατική
ασφάλεια να
αντιμετωπίζεται πλέον ως
στρατηγικός
εθνικός πόρος
και όχι μόνο ως ζήτημα
περιβαλλοντικής
πολιτικής.
Η νέα Εθνική Στρατηγική
για τα Ύδατα επιχειρεί
να μεταφέρει το βάρος
από την αποσπασματική
αντιμετώπιση κρίσεων σε
έναν πιο ενιαίο και
μακροπρόθεσμο σχεδιασμό,
με έμφαση στην ποσοτική
και ποιοτική επάρκεια,
την αντιμετώπιση
ξηρασιών και πλημμυρών,
την ψηφιακή
παρακολούθηση των
δικτύων, τον περιορισμό
της κατανάλωσης, την
επαναχρησιμοποίηση
επεξεργασμένου νερού και
τη βιωσιμότητα των
παρόχων.
Παράλληλα, βρίσκεται σε
εξέλιξη προσπάθεια
περιορισμού του έντονου
κατακερματισμού των
φορέων ύδρευσης, ενώ
μεγάλα επενδυτικά
προγράμματα
προσανατολίζονται στην
αναβάθμιση και επέκταση
των δικτύων.
Χαρακτηριστικά, η ΕΥΔΑΠ
έχει προγραμματίσει
επενδύσεις περίπου
2,5 δισ. ευρώ
για την περίοδο
2025-2034, με
σημαντικά ποσά να
κατευθύνονται στα δίκτυα
ύδρευσης και στην
Ανατολική Αττική.
Το κρίσιμο στοίχημα,
όμως, δεν είναι απλώς να
δαπανηθούν τα χρήματα.
Είναι να δημιουργηθεί
ένα σύστημα που θα
μπορεί να
συντηρεί τις υποδομές
για τις επόμενες
δεκαετίες.
Τέσσερα νέα μοντέλα για
να χρηματοδοτηθεί το
νερό
Ο ΟΟΣΑ προτείνει μια
διαφορετική προσέγγιση
στη χρηματοδότηση, ώστε
οι επενδύσεις να μην
εξαντλούνται στην
κατασκευή έργων αλλά να
συνδέονται με τη
μακροχρόνια λειτουργία
τους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται
τέσσερα μοντέλα:
|
Μοντέλο
|
Πώς
λειτουργεί
|
Βασικό
πλεονέκτημα
|
|
Πράσινα
/ Water Bonds
|
Χρηματοδότηση
έργων μέσω
ομολόγων
|
Πρόσβαση σε
μεγάλες
δεξαμενές
κεφαλαίων
|
|
Ισλαμική
χρηματοδότηση
|
Χρηματοδότηση
πραγματικών
έργων μέσω
sukuk
|
Σύνδεση
κεφαλαίου με
πραγματικά
περιουσιακά
στοιχεία
|
|
Χρηματοδότηση
βάσει
αποτελεσμάτων
|
Πληρωμή όταν
επιτυγχάνονται
συγκεκριμένοι
στόχοι
|
Λογοδοσία και
μετρήσιμα
αποτελέσματα
|
|
ΣΔΙΤ
|
Συνδυασμός
δημόσιων και
ιδιωτικών
κεφαλαίων
|
Μεταφορά
τεχνογνωσίας και
κατανομή
κινδύνου
|
Τα water
bonds
παραμένουν ακόμη μικρό
κομμάτι της αγοράς
βιώσιμων ομολόγων,
αντιπροσωπεύοντας
λιγότερο από 1%, γεγονός
που δείχνει πόσο μεγάλο
περιθώριο ανάπτυξης
υπάρχει.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει
τυποποιημένα πρότυπα,
ομαδοποίηση μικρών έργων
σε μεγαλύτερα
χαρτοφυλάκια και
ενίσχυση της
πιστοληπτικής ικανότητας
των εκδοτών, ώστε
περισσότερα έργα
ύδρευσης να αποκτήσουν
πρόσβαση στις αγορές
κεφαλαίου.
Η ισλαμική χρηματοδότηση
αποτελεί μια ακόμη,
περισσότερο
εξειδικευμένη επιλογή. Η
αγορά έφτασε τα
3,4 τρισ. δολάρια το
2023, αλλά
μόλις το 0,2%
των ισλαμικών τραπεζικών
επενδύσεων
κατευθύνεται σήμερα στον
τομέα του νερού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει και η
χρηματοδότηση
βάσει αποτελεσμάτων.
Αντί ο χρηματοδότης να
πληρώνει απλώς για την
κατασκευή ενός έργου, η
πληρωμή μπορεί να
συνδέεται με
συγκεκριμένα
αποτελέσματα: μείωση των
διαρροών, νέες
συνδέσεις, βελτίωση της
ποιότητας του νερού ή
διατήρηση της υποδομής
σε λειτουργία για
συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα.
Η λογική είναι απλή:
δεν πληρώνεις
μόνο για να
κατασκευάσεις μια
υποδομή, πληρώνεις για
να λειτουργεί σωστά.
Το νερό ως επενδυτικό
asset
Η μεγαλύτερη αλλαγή που
προκύπτει από την έκθεση
του ΟΟΣΑ είναι τελικά η
αλλαγή οπτικής.
Για δεκαετίες, το νερό
αντιμετωπιζόταν κυρίως
ως δημόσια υπηρεσία και
περιβαλλοντικό αγαθό.
Σήμερα μετατρέπεται
ολοένα περισσότερο σε
κρίσιμη
οικονομική υποδομή και
επενδυτική κατηγορία.
Οι αγωγοί, οι μονάδες
επεξεργασίας, τα
αρδευτικά δίκτυα, οι
εγκαταστάσεις
αφαλάτωσης, τα συστήματα
επαναχρησιμοποίησης
νερού και οι τεχνολογίες
περιορισμού των διαρροών
αποτελούν υποδομές με
τεράστια οικονομική
αξία.
Και όσο η κλιματική
αλλαγή αυξάνει τη
συχνότητα των ξηρασιών
και των ακραίων
πλημμυρών, η αξία αυτών
των υποδομών θα
αυξάνεται.
Το επόμενο μεγάλο
επενδυτικό κύμα δεν
αφορά επομένως μόνο την
πράσινη ενέργεια.
Αφορά και το
νερό.
Η βασική προειδοποίηση
του ΟΟΣΑ είναι ότι η
επιλογή μεταξύ επένδυσης
και αδράνειας δεν είναι
δημοσιονομικά ουδέτερη.
Η επένδυση σήμερα έχει
κόστος, αλλά η μη
επένδυση έχει πολύ
μεγαλύτερο κόστος αύριο.
Με πιθανές απώλειες που
φθάνουν το 8%
του παγκόσμιου ΑΕΠ
και έως 15% στις
φτωχότερες οικονομίες,
η υδατική ασφάλεια
μετατρέπεται σταδιακά
από περιβαλλοντικό
ζήτημα σε ζήτημα
οικονομικής επιβίωσης,
ανταγωνιστικότητας και
εθνικής ασφάλειας.
|