|
Σε στρατηγικό επίπεδο, η
Euronext
επιδιώκει να αναδείξει
το ATHEX
σε βασικό
χρηματιστηριακό κόμβο
για την ευρύτερη περιοχή
της Νοτιοανατολικής
Ευρώπης. Σύμφωνα με τον
ίδιο, ήδη υπάρχει
ενδιαφέρον από
ρουμανικές εταιρείες που
εξετάζουν το ενδεχόμενο
εισαγωγής στην ελληνική
αγορά, ενώ στον
ενεργειακό τομέα οι
δυνατότητες του ομίλου
μπορούν να ενισχυθούν
και μέσω της Nord
Pool,
της ενεργειακής
πλατφόρμας της
Euronext.
Ιδιαίτερο βάρος
αποδίδεται και στη
ναυτιλία, την οποία ο
Boujnah
θεωρεί κομβικό κλάδο για
το μέλλον του ελληνικού
χρηματιστηρίου. Όπως
αποκάλυψε, έχουν ήδη
γίνει επαφές με
ναυτιλιακές εταιρείες,
είτε για κύριες είτε για
δευτερογενείς εισαγωγές
στην Αθήνα, αλλά και για
ενδεχόμενα spin-offs
δραστηριοτήτων από ήδη
εισηγμένες εταιρείες σε
άλλες αγορές. Εκτίμησε
μάλιστα ότι το 2026
μπορεί να εξελιχθεί σε
έτος καμπής για την
ελληνική αγορά, με
πιθανές νέες εισαγωγές
και κινήσεις που θα
ενισχύσουν τη θέση της.
Ο ίδιος εξέφρασε την
άποψη ότι η ναυτιλία θα
μπορούσε να επιστρέψει
στο «φυσικό» της
περιβάλλον, δηλαδή στην
ελληνική κεφαλαιαγορά,
επισημαίνοντας ότι το
Χρηματιστήριο Αθηνών
διαθέτει αξιόλογα
θεμελιώδη χαρακτηριστικά
και ικανοποιητική
ρευστότητα. Μια τέτοια
εξέλιξη, όπως είπε, θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως σημείο αναφοράς για
ολόκληρο τον κλάδο και
να αυξήσει τη συνολική
ελκυστικότητα της
αγοράς.
Αναφερόμενος στην πορεία
της ενσωμάτωσης,
σημείωσε ότι το 2026 θα
είναι χρονιά σταδιακής
προσαρμογής λειτουργιών,
ενώ καθοριστικό ορόσημο
θα αποτελέσει ο Ιούνιος
του 2027, όταν η
ελληνική αγορά
αναμένεται να περάσει
στην ενιαία τεχνολογική
πλατφόρμα της
Euronext.
Τότε προβλέπεται και η
σύνδεση της Αθήνας με
την κοινή δεξαμενή
ρευστότητας του ομίλου,
μέσω ενιαίου βιβλίου
εντολών, αλλάζοντας
ουσιαστικά τα δεδομένα
στις συναλλαγές. Οι
μεταβάσεις στα συστήματα
post-trade
και clearing
θα ακολουθήσουν σε
επόμενη φάση, με την
πλήρη ολοκλήρωση να
τοποθετείται προς τα
τέλη του 2028 ή στις
αρχές του 2029.
Πέρα από τη
χρηματιστηριακή
διάσταση, ο
Boujnah
έδωσε ιδιαίτερη έμφαση
και στον σχεδιασμό για
τη δημιουργία νέου
κέντρου πληροφορικής και
υποστηρικτικών υπηρεσιών
στην Αθήνα. Όπως
εξήγησε, η
Euronext
αναπτύσσει από μηδενική
βάση ένα hub
που θα
εξυπηρετεί όχι μόνο το
ATHEX,
αλλά και άλλες
δραστηριότητες του
ομίλου, με έμφαση στη
Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το σχήμα αυτό, όπως
είπε, ακολουθεί το
μοντέλο αντίστοιχων
δομών που λειτουργούν
ήδη στην Πορτογαλία.
Η επιλογή της Αθήνας,
σύμφωνα με τον
επικεφαλής της
Euronext,
συνδέεται με τη μεγάλη
διαθεσιμότητα ανθρώπινου
δυναμικού σε τομείς όπως
η πληροφορική, τα
χρηματοοικονομικά και οι
νομικές υπηρεσίες.
Στόχος είναι να
δημιουργηθούν
περισσότερες θέσεις
εργασίας στην Ελλάδα που
θα εξυπηρετούν τον
ευρύτερο όμιλο,
μετατρέποντας την Αθήνα
όχι μόνο σε
χρηματιστηριακή αγορά,
αλλά και σε
επιχειρησιακή βάση της
Euronext.
Όπως ανέφερε, το
εγχείρημα βρίσκεται
ακόμη στην αρχή, με
στόχο μέχρι το τέλος του
έτους να έχουν ενταχθεί
περίπου 20 εργαζόμενοι,
αλλά με σαφή πρόθεση για
ταχεία ανάπτυξη χωρίς
προκαθορισμένο όριο. Την
ευθύνη του σχεδίου έχει
ο Chief
Operating
Officer
του ομίλου,
Manuel
Bento,
ο οποίος εμφανίζεται
ιδιαίτερα φιλόδοξος για
την εξέλιξη του νέου
κέντρου στην ελληνική
πρωτεύουσα.
Σε ό,τι αφορά τις
τρέχουσες συνθήκες στην
αγορά, ο Boujnah
σημείωσε ότι οι όγκοι
συναλλαγών παραμένουν
ικανοποιητικοί και ότι η
ελληνική οικονομία
εμφανίζει ανθεκτικότητα.
Όπως είπε, δεν
διαπιστώνει σημαντικές
αρνητικές επιπτώσεις από
τις εξελίξεις στις
αγορές ενέργειας ή από
τη γεωπολιτική συγκυρία,
τουλάχιστον σε σχέση με
τις εταιρείες με τις
οποίες συνομιλεί.
Τέλος, έκανε και
προσωπική αναφορά στη
μακροχρόνια σχέση του με
την Ελλάδα,
αποκαλύπτοντας ότι
επισκέπτεται ανελλιπώς
την Αντίπαρο εδώ και
περίπου είκοσι χρόνια
και ότι έχει αποκτήσει
κατοικία στο νησί. Παρά
τις αρχικές του
επιφυλάξεις για
ορισμένες θεσμικές
ιδιαιτερότητες της
ελληνικής αγοράς
ακινήτων, όπως το ζήτημα
του κτηματολογίου,
εκτίμησε ότι η ιστορική
εμπειρία της χώρας στη
διαχείριση της
ιδιοκτησίας και οι
πρακτικές που έχουν
διαμορφωθεί διαχρονικά
προσφέρουν τελικά ένα
πλαίσιο ασφάλειας για
τέτοιου είδους
επενδύσεις.
|