|
Από
τη στιγμή που ο Σμιθ
απέδειξε ότι ο πλούτος
των εθνών βρίσκεται στα
αγαθά και τις υπηρεσίες
που παράγουν και όχι στα
αποθέματα χρυσού τους, η
επιχειρηματολογία υπέρ
του διεθνούς εμπορίου
έγινε πολύ πιο σαφής. Το
εμπόριο επέτρεψε στις
χώρες να καταναλώνουν
ένα ευρύτερο φάσμα
αγαθών και υπηρεσιών από
εκείνο που θα μπορούσαν
να έχουν εάν τα πάντα
έπρεπε να παράγονται στο
εσωτερικό.
Η
Βρετανία ήταν η πρώτη
μεγάλη χώρα που
υιοθέτησε τις ιδέες του
Σμιθ, συνδυάζοντας τις
ιδιωτικές αγορές με το
ανοιχτό εμπόριο και
επιτρέποντας στον
ανταγωνισμό να
αναπτυχθεί. Έγινε η
κυρίαρχη οικονομική
δύναμη του 19ου αιώνα,
ενώ σύντομα και άλλες
χώρες ακολούθησαν το
παράδειγμά της.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο, οι περισσότερες
προηγμένες οικονομίες
βασίστηκαν στις
ιδιωτικές αγορές για την
παραγωγή, ενώ οι
κυβερνήσεις προστάτευαν
τον ανταγωνισμό και
παρείχαν κοινωνικά
δίχτυα ασφαλείας. Οι
αγορές λειτουργούσαν
μέσα σε ένα νομικό
πλαίσιο που επέβαλλε την
τήρηση των συμβατικών
υποχρεώσεων και καθόριζε
κανόνες για την ασφάλεια
και τη λειτουργία των
επιχειρήσεων.
Οι
Ηνωμένες Πολιτείες
πρωτοστάτησαν στη
δημιουργία ενός
συστήματος διεθνούς
εμπορίου βασισμένου σε
κανόνες, μέσω της
Γενικής Συμφωνίας Δασμών
και Εμπορίου (GATT) και
του διαδόχου της, του
Παγκόσμιου Οργανισμού
Εμπορίου (ΠΟΕ). Οι χώρες
συμφώνησαν να μην κάνουν
διακρίσεις εις βάρος των
ξένων εμπορικών εταίρων,
να καθιστούν διαφανείς
τις εμπορικές τους
πολιτικές, να δεσμεύουν
τα επίπεδα των δασμών
και να αίρουν τα εμπόδια
μέσω αμοιβαίων
διαπραγματεύσεων. Ο
συνδυασμός
ανταγωνιστικών αγορών
και ανοιχτού εμπορίου
συνέβαλε στην ταχύτερη
επέκταση της παγκόσμιας
παραγωγής και του
εμπορίου στην ιστορία
της ανθρωπότητας.
Κατά την τελευταία
δεκαετία, με αφετηρία
την πρώτη κυβέρνηση
Τραμπ, τα θεμέλια αυτής
της εκπληκτικής
ανάπτυξης έχουν
αμφισβητηθεί σοβαρά,
καθώς οι ΗΠΑ
εγκατέλειψαν τον ηγετικό
τους ρόλο στον ΠΟΕ και
απομακρύνθηκαν από τις
αρχές που επέτρεπαν στις
ιδιωτικές αγορές να
δημιουργούν ευημερία.
Οι
κυβερνήσεις που θέλουν
να στηρίξουν τους
εγχώριους παραγωγούς
χωρίς να επωμιστούν
δημοσιονομικό κόστος
συχνά στρέφονται στους
δασμούς και σε άλλες
μορφές προστατευτισμού.
Ο Τραμπ, του οποίου οι
ομοσπονδιακοί
προϋπολογισμοί έχουν
βρεθεί αντιμέτωποι με
τεράστια ελλείμματα και
στις δύο προεδρικές του
θητείες, αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Αφού μετονόμασε τη
Συμφωνία Ελεύθερου
Εμπορίου της Βόρειας
Αμερικής (NAFTA) σε
Συμφωνία
ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά
(USMCA) και ξεκίνησε
εμπορικό πόλεμο με την
Κίνα κατά την πρώτη του
θητεία, ο Τραμπ ανέβασε
περαιτέρω τον πήχη κατά
τη δεύτερη. Λίγο μετά
την επιστροφή του στον
Λευκό Οίκο, επέβαλε
ευρείς δασμούς σε
δεκάδες χώρες,
συμπεριλαμβανομένων
συμμάχων όπως ο Καναδάς.
Η αντίδραση ήταν
προβλέψιμη: υψηλότερα
εμπόδια για ορισμένους
Αμερικανούς εξαγωγείς
και αυξανόμενο κόστος
για τους παραγωγούς που
βασίζονται σε εισαγόμενα
προϊόντα. Το κόστος αυτό
έχει επιβαρυνθεί
περαιτέρω από την
αβεβαιότητα σχετικά με
το πόσο απότομα μπορεί
να αλλάξουν οι πολιτικές
του Τραμπ και τον τρόπο
με τον οποίο θα
αντιδράσουν ξένες
κυβερνήσεις και
επιχειρήσεις.
Η
Nippon Steel, για
παράδειγμα, επιδίωξε να
εξαγοράσει την US Steel,
υποσχόμενη σημαντικές
επενδύσεις στα
αμερικανικά εργοστάσιά
της και δεσμευόμενη να
τηρήσει τις υφιστάμενες
εργασιακές συμβάσεις. Η
τελική συμφωνία επέτρεψε
στη Nippon να αγοράσει
την εταιρεία, με
αντάλλαγμα την
παραχώρηση στην
αμερικανική κυβέρνηση
μιας «χρυσής μετοχής», η
οποία της δίνει δικαίωμα
βέτο σε ορισμένες
εταιρικές αποφάσεις.
Και
οι εγχώριες αμερικανικές
επιχειρήσεις περνούν
επίσης υπό την επιρροή
του Τραμπ. Η Intel ήταν
κάποτε παγκόσμιος ηγέτης
στην παραγωγή ημιαγωγών,
αλλά τα τελευταία χρόνια
είχε χάσει μερίδιο
αγοράς και
δισεκατομμύρια δολάρια.
Αφού έλαβε σημαντικές
κρατικές επιδοτήσεις, η
εταιρεία συμφώνησε να
παραχωρήσει στην
αμερικανική κυβέρνηση
μετοχική συμμετοχή 10%.
Έκτοτε, η κατάσταση της
εταιρείας έχει
βελτιωθεί, καθώς οι
παραγγελίες αυξήθηκαν,
αν και σύμφωνα με
πληροφορίες ορισμένες
από αυτές προήλθαν από
επιχειρήσεις που
δέχονταν πιέσεις να
αγοράσουν περισσότερα
τσιπ της Intel.
Και
οι μετοχικές συμμετοχές
αποτελούν μόνο ένα μέρος
της εικόνας. Η κυβέρνηση
έχει επίσης συνεργαστεί
με τη North American
Blue Energy Partners,
μια ιδιωτική πετρελαϊκή
εταιρεία στην οποία
παραχωρήθηκε ο έλεγχος
17 πετρελαϊκών
κοιτασμάτων της
Βενεζουέλας, ενώ έχει
επενδύσει δισεκατομμύρια
δολάρια σε εταιρείες
στρατηγικών ορυκτών. Το
Πεντάγωνο φέρεται να
έχει συζητήσει τη
χορήγηση δανείου 5 δισ.
δολαρίων σε μια νεοφυή
επιχείρηση τεχνητής
νοημοσύνης με την
ονομασία Fluidstack. Ο
Τραμπ έφτασε μάλιστα να
αφήσει ανοιχτό το
ενδεχόμενο η κυβέρνηση
να «αγοράσει απλώς» τη
Spirit Airlines.
Ο
Τραμπ έχει δικαιολογήσει
αυτές τις πολιτικές
επικαλούμενος λόγους
εθνικής ασφάλειας και
ασφαλώς υπάρχουν κλάδοι
στους οποίους οι
αμυντικές ανάγκες
δικαιολογούν την κρατική
παρέμβαση. Ωστόσο, η
κυβέρνηση Τραμπ έχει
προχωρήσει πολύ πέρα από
όσα μπορούν εύλογα να
δικαιολογήσουν αυτές οι
ανησυχίες. Και ακόμη και
σε τέτοιες περιπτώσεις,
απέχει πολύ από το να
είναι σαφές ότι η
διατήρηση ζημιογόνων
επιχειρήσεων υπό κρατικό
έλεγχο αποτελεί τη λύση.
Η εθνική ασφάλεια
εξαρτάται από έναν
ισχυρό ιδιωτικό τομέα
και όχι από έναν
ιδιωτικό τομέα που
στηρίζεται τεχνητά από
πολιτικούς.
Η
Anne O. Krueger, πρώην
επικεφαλής οικονομολόγος
της Παγκόσμιας Τράπεζας
και πρώην πρώτη
αναπληρώτρια γενική
διευθύντρια του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου,
είναι Senior Research
Professor Διεθνούς
Οικονομικής στο School
of Advanced
International Studies
του Πανεπιστημίου Johns
Hopkins και Senior
Fellow στο Center for
International
Development του
Πανεπιστημίου Stanford.
Είναι συγγραφέας του
International Trade:
What Everyone Needs to
Know (Oxford University
Press, 2020).
Πηγή: Project
Syndicate
|