| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Κυριακή, 16/08/2026

 

 

Κάποιες φορές η πολιτική ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά από την ανάποδη. Τον Δεκαπενταύγουστο του 2024, ο τότε υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε στήσει στο γκολφ κλαμπ του στο Μπέντμινστερ του Νιου Τζέρσεϊ ένα σκηνικό που στόχευε ευθέως στην οικονομική δυσαρέσκεια των Αμερικανών. Μπροστά του υπήρχαν τρόφιμα και βασικά καταναλωτικά αγαθά, ενώ γραφήματα αποτύπωναν την άνοδο των τιμών. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: ο Τραμπ κατηγορούσε την κυβέρνηση Μπάιντεν για την ακρίβεια και υποσχόταν ότι ο ίδιος θα μειώσει το κόστος ζωής.

Δύο χρόνια αργότερα, το ίδιο σκηνικό μοιάζει να αποκτά εντελώς διαφορετική πολιτική σημασία. Οι τιμές των τροφίμων και των καυσίμων εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα αμερικανικά νοικοκυριά και το κόστος ζωής εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τον ίδιο τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

 

Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 πλησιάζουν και η οικονομία, που αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά όπλα του Τραμπ, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράγοντα που θα περιορίσει την πολιτική του επιρροή.

Από πολιτικό όπλο σε πολιτικό βάρος

Η μεγάλη πρόκληση για τον Λευκό Οίκο είναι ότι οι ψηφοφόροι δεν αξιολογούν την οικονομία μόνο με βάση τους μακροοικονομικούς δείκτες. Την αξιολογούν κυρίως μπροστά από το ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Οι τιμές μπορεί να αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι πριν από μερικά χρόνια, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν επιστρέψει στα προηγούμενα επίπεδα. Για τα νοικοκυριά, η σωρευτική αύξηση των τιμών παραμένει πραγματικότητα.

Και ακριβώς αυτή η διαφορά ανάμεσα στον πληθωρισμό και στο επίπεδο των τιμών μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη πολιτικά.

Μια ανάλυση του Reuters σε 26 κατηγορίες τροφίμων που περιλαμβάνονταν στην παρουσίαση του Τραμπ το 2024 δείχνει ότι οι τιμές τους έχουν αυξηθεί συνολικά κατά 3,4% στους πρώτους 19 μήνες της δεύτερης θητείας του.

Πρόκειται για σαφώς μικρότερη αύξηση από εκείνη που είχε καταγραφεί στο αντίστοιχο διάστημα της προεδρίας Μπάιντεν. Ωστόσο, η επίδοση αυτή απέχει από την προεκλογική υπόσχεση του Τραμπ ότι οι τιμές θα μειώνονταν.

Το «καλάθι» του Τραμπ ακριβαίνει

Ορισμένα από τα προϊόντα που βρίσκονταν τότε πάνω στα τραπέζια του Μπέντμινστερ έχουν καταγράψει ιδιαίτερα έντονες αυξήσεις.

Το ωμό μοσχαρίσιο κρέας έχει ακριβύνει κατά 19,2%, τα φρέσκα ψάρια και θαλασσινά κατά 8,6%, τα μήλα κατά 14%, ενώ ο καφές εμφανίζει αύξηση σχεδόν 23%.

Υπάρχουν βέβαια και σημαντικές εξαιρέσεις. Οι τιμές των αυγών έχουν υποχωρήσει σχεδόν 40%, ενώ μειώσεις έχουν σημειωθεί επίσης στο βούτυρο, το μπέικον και τα μαγειρικά λίπη και έλαια. Στην περίπτωση των αυγών, η αποκλιμάκωση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εξομάλυνση της αγοράς μετά τις σοβαρές ελλείψεις που είχε προκαλέσει η γρίπη των πτηνών.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι όλα τα προϊόντα ακριβαίνουν. Είναι ότι για μεγάλο μέρος των καταναλωτών η συνολική εικόνα παραμένει αυτή μιας ακριβής καθημερινότητας.

Ο Λευκός Οίκος από την πλευρά του επιχειρεί να αναδείξει τη διαφορετική εικόνα, επικαλούμενος τα στοιχεία του Ιουλίου και τη συγκράτηση των καταναλωτικών τιμών σε μηνιαία βάση. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οικονομική πολιτική του Τραμπ χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει πλήρως.

Για τον ψηφοφόρο, όμως, ο χρόνος μπορεί να είναι πολύ πιο περιορισμένος.

Η δυσαρέσκεια περνά στην κάλπη

Οι ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν έτσι ιδιαίτερη σημασία. Οι Ρεπουμπλικανοί δεν χρειάζεται απαραίτητα να χάσουν τους ψηφοφόρους τους για να αντιμετωπίσουν πρόβλημα. Αρκεί ένα μέρος τους να απογοητευτεί και να επιλέξει να μην προσέλθει στις κάλπες.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες, όπου ακόμη και μικρές μεταβολές στη συμμετοχή μπορούν να αλλάξουν το αποτέλεσμα.

Στην 7η εκλογική περιφέρεια του Νιου Τζέρσεϊ, όπου βρίσκεται και το Μπέντμινστερ, η οικονομία έχει βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το Reuters μίλησε με 17 Ρεπουμπλικανούς και ανεξάρτητους ψηφοφόρους στην περιοχή και περισσότεροι από τους μισούς δήλωσαν αναποφάσιστοι ή ότι εξετάζουν τη στήριξη της Δημοκρατικής υποψήφιας Ρεμπέκα Μπένετ.

Η τελευταία επιχειρεί να μετατρέψει την ακρίβεια σε κεντρικό πολιτικό επιχείρημα, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων την κατάργηση των δασμών του Τραμπ και την επαναφορά ορισμένων κοινωνικών παροχών για τα νοικοκυριά που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες.

Το μήνυμα είναι απλό: η οικονομική δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε ψήφο διαμαρτυρίας.

Δεν έχουν στραφεί όλοι εναντίον του

Η εικόνα, πάντως, δεν είναι μονοσήμαντη. Ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρή πολιτική βάση.

Υπάρχουν ψηφοφόροι που θεωρούν ότι η σημερινή κατάσταση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των οικονομικών προβλημάτων που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ορισμένες επιχειρήσεις διατηρούν υψηλές τις τιμές για να πλήξουν πολιτικά τον πρόεδρο.

Υπάρχουν επίσης ψηφοφόροι που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα σε άλλα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια και η εκπαίδευση.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της 34χρονης Λόρεν ΝτιΤζιρόλαμο, η οποία εξακολουθεί να στηρίζει τον Τραμπ και θεωρεί ότι οι τιμές έχουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα της περιόδου Μπάιντεν.

Το γεγονός όμως ότι ακόμη και ψηφοφόροι που παραμένουν Ρεπουμπλικανοί μιλούν ανοιχτά για το κόστος ζωής δείχνει πόσο δύσκολο είναι για τον Λευκό Οίκο να απομακρύνει το ζήτημα από το επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.

Το κόστος ζωής καταγράφει ιστορική επιδείνωση

Ιδιαίτερα ανησυχητικά για την κυβέρνηση είναι τα ευρήματα της δημοσκόπησης Reuters/Ipsos που ολοκληρώθηκε στις αρχές Αυγούστου.

Η καθαρή αξιολόγηση του Τραμπ ως προς τη διαχείριση του κόστους ζωής βρίσκεται στο -47%, έναντι μόλις -6% στην αρχή της θητείας του. Πρόκειται για τη χειρότερη επίδοσή του σε βασικό ζήτημα πολιτικής, ακόμη και σε σύγκριση με την οικονομία και τη μετανάστευση.

Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή το οικονομικό μήνυμα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της επιστροφής του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Ο πρόεδρος εξελέγη αξιοποιώντας σε μεγάλο βαθμό την οργή των Αμερικανών για την απώλεια αγοραστικής δύναμης. Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με το παράδοξο να κρίνεται από την ίδια ακριβώς οικονομική δυσφορία που τον βοήθησε να κερδίσει.

Οι μισθοί δεν αρκούν για να αλλάξουν την εικόνα

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή η εικόνα της αμερικανικής οικονομίας δεν είναι απαραίτητα κακή σε όλους τους δείκτες.

Η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή και οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται. Όμως η βελτίωση του εισοδήματος δεν φαίνεται να είναι αρκετή ώστε να εξουδετερώσει την αίσθηση ότι τα βασικά αγαθά παραμένουν ακριβά.

Ο καθηγητής δημόσιας πολιτικής Φραντσέσκο Τρέμπι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ έχει συνυπογράψει έρευνα που δείχνει ότι ο Τραμπ είχε ισχυρότερη υποστήριξη το 2024 σε περιοχές όπου ο πληθωρισμός είχε ξεπεράσει την αύξηση των εισοδημάτων και είχε περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Αν αυτή η σχέση αντιστραφεί, τότε το πολιτικό όφελος μπορεί επίσης να αντιστραφεί.

Το σούπερ μάρκετ ως «πολιτική διαφήμιση»

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η οικονομική δυσαρέσκεια δεν χρειάζεται πλέον να εξηγηθεί από πολιτικούς αντιπάλους.

Αρκεί μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ.

Κάθε απόδειξη στο ταμείο υπενθυμίζει στον καταναλωτή πόσο έχει αλλάξει το κόστος της καθημερινότητας. Και αυτή η εμπειρία είναι πολύ πιο άμεση από οποιοδήποτε διάγραμμα πληθωρισμού ή κυβερνητική ανακοίνωση.

Η 84χρονη Μάργκαρετ Ντέρκαχ, παραδοσιακά Ρεπουμπλικανή ψηφοφόρος, περιγράφει ακριβώς αυτή την κατάσταση. Θεωρεί ότι ο Τραμπ παρέλαβε μια δύσκολη οικονομική κληρονομιά από τον Μπάιντεν, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι το κόστος των βασικών αγαθών έχει γίνει «σοκαριστικό».

Και το σημαντικότερο: δηλώνει ότι ακόμη δεν έχει αποφασίσει τι θα ψηφίσει.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς.

Από το Μπέντμινστερ του 2024 στο Μπέντμινστερ του 2026

Τον Αύγουστο του 2024, ο Τραμπ έδειχνε μπροστά στις κάμερες ένα τραπέζι γεμάτο προϊόντα για να αποδείξει πόσο είχε αυξηθεί το κόστος ζωής επί Μπάιντεν.

Σήμερα, η ίδια εικόνα μπορεί να λειτουργήσει εναντίον του.

Η βασική πολιτική διαφορά είναι ότι το 2024 ο Τραμπ μπορούσε να υπόσχεται ότι θα μειώσει τις τιμές. Το 2026 καλείται να αποδείξει ότι το έκανε.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της οικονομικής πολιτικής: οι ψηφοφόροι μπορεί να συγχωρήσουν έναν υψηλό πληθωρισμό όταν πιστεύουν ότι κληρονομήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Είναι πολύ λιγότερο πιθανό να κάνουν το ίδιο όταν έχουν πλέον δοθεί συγκεκριμένες υποσχέσεις για μείωση του κόστους ζωής.

Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου δεν θα αποτελέσουν δημοψήφισμα αποκλειστικά για τον Τραμπ. Θα αποτελέσουν όμως μια κρίσιμη δοκιμασία για το κατά πόσο η οικονομική του ατζέντα εξακολουθεί να πείθει τους Αμερικανούς.

Και τελικά, η πιο δύσκολη πολιτική ερώτηση ίσως να μην είναι τι λέει ο δείκτης πληθωρισμού.

Είναι τι γράφει η απόδειξη στο ταμείο.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum