|
Οι ενδιάμεσες εκλογές
του 2026 πλησιάζουν και
η οικονομία, που
αποτέλεσε ένα από τα
ισχυρότερα πολιτικά όπλα
του Τραμπ, κινδυνεύει να
μετατραπεί σε παράγοντα
που θα περιορίσει την
πολιτική του επιρροή.
Από πολιτικό όπλο σε
πολιτικό βάρος
Η μεγάλη πρόκληση για
τον Λευκό Οίκο είναι ότι
οι ψηφοφόροι δεν
αξιολογούν την οικονομία
μόνο με βάση τους
μακροοικονομικούς
δείκτες. Την αξιολογούν
κυρίως μπροστά από το
ταμείο του σούπερ
μάρκετ.
Οι τιμές μπορεί να
αυξάνονται με βραδύτερο
ρυθμό από ό,τι πριν από
μερικά χρόνια, όμως αυτό
δεν σημαίνει ότι έχουν
επιστρέψει στα
προηγούμενα επίπεδα. Για
τα νοικοκυριά, η
σωρευτική αύξηση των
τιμών παραμένει
πραγματικότητα.
Και ακριβώς αυτή η
διαφορά ανάμεσα στον
πληθωρισμό και στο
επίπεδο των τιμών μπορεί
να αποδειχθεί κρίσιμη
πολιτικά.
Μια ανάλυση του
Reuters
σε 26 κατηγορίες
τροφίμων που
περιλαμβάνονταν στην
παρουσίαση του Τραμπ το
2024 δείχνει ότι οι
τιμές τους έχουν αυξηθεί
συνολικά κατά 3,4% στους
πρώτους 19 μήνες της
δεύτερης θητείας του.
Πρόκειται για σαφώς
μικρότερη αύξηση από
εκείνη που είχε
καταγραφεί στο
αντίστοιχο διάστημα της
προεδρίας Μπάιντεν.
Ωστόσο, η επίδοση αυτή
απέχει από την
προεκλογική υπόσχεση του
Τραμπ ότι οι τιμές θα
μειώνονταν.
Το «καλάθι» του Τραμπ
ακριβαίνει
Ορισμένα από τα προϊόντα
που βρίσκονταν τότε πάνω
στα τραπέζια του
Μπέντμινστερ έχουν
καταγράψει ιδιαίτερα
έντονες αυξήσεις.
Το ωμό μοσχαρίσιο κρέας
έχει ακριβύνει κατά
19,2%, τα φρέσκα ψάρια
και θαλασσινά κατά 8,6%,
τα μήλα κατά 14%, ενώ ο
καφές εμφανίζει αύξηση
σχεδόν 23%.
Υπάρχουν βέβαια και
σημαντικές εξαιρέσεις.
Οι τιμές των αυγών έχουν
υποχωρήσει σχεδόν 40%,
ενώ μειώσεις έχουν
σημειωθεί επίσης στο
βούτυρο, το μπέικον και
τα μαγειρικά λίπη και
έλαια. Στην περίπτωση
των αυγών, η
αποκλιμάκωση συνδέεται
σε μεγάλο βαθμό με την
εξομάλυνση της αγοράς
μετά τις σοβαρές
ελλείψεις που είχε
προκαλέσει η γρίπη των
πτηνών.
Το πρόβλημα, επομένως,
δεν είναι ότι όλα τα
προϊόντα ακριβαίνουν.
Είναι ότι για μεγάλο
μέρος των καταναλωτών η
συνολική εικόνα
παραμένει αυτή μιας
ακριβής καθημερινότητας.
Ο Λευκός Οίκος από την
πλευρά του επιχειρεί να
αναδείξει τη διαφορετική
εικόνα, επικαλούμενος τα
στοιχεία του Ιουλίου και
τη συγκράτηση των
καταναλωτικών τιμών σε
μηνιαία βάση. Η
κυβέρνηση υποστηρίζει
ότι η οικονομική
πολιτική του Τραμπ
χρειάζεται χρόνο για να
αποδώσει πλήρως.
Για τον ψηφοφόρο, όμως,
ο χρόνος μπορεί να είναι
πολύ πιο περιορισμένος.
Η δυσαρέσκεια περνά στην
κάλπη
Οι ενδιάμεσες εκλογές
αποκτούν έτσι ιδιαίτερη
σημασία. Οι
Ρεπουμπλικανοί δεν
χρειάζεται απαραίτητα να
χάσουν τους ψηφοφόρους
τους για να
αντιμετωπίσουν πρόβλημα.
Αρκεί ένα μέρος τους να
απογοητευτεί και να
επιλέξει να μην
προσέλθει στις κάλπες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα
σημαντικό σε κρίσιμες
εκλογικές περιφέρειες,
όπου ακόμη και μικρές
μεταβολές στη συμμετοχή
μπορούν να αλλάξουν το
αποτέλεσμα.
Στην 7η εκλογική
περιφέρεια του Νιου
Τζέρσεϊ, όπου βρίσκεται
και το Μπέντμινστερ, η
οικονομία έχει βρεθεί
στο επίκεντρο της
πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το Reuters
μίλησε με 17
Ρεπουμπλικανούς και
ανεξάρτητους ψηφοφόρους
στην περιοχή και
περισσότεροι από τους
μισούς δήλωσαν
αναποφάσιστοι ή ότι
εξετάζουν τη στήριξη της
Δημοκρατικής υποψήφιας
Ρεμπέκα Μπένετ.
Η τελευταία επιχειρεί να
μετατρέψει την ακρίβεια
σε κεντρικό πολιτικό
επιχείρημα,
υποστηρίζοντας μεταξύ
άλλων την κατάργηση των
δασμών του Τραμπ και την
επαναφορά ορισμένων
κοινωνικών παροχών για
τα νοικοκυριά που
δυσκολεύονται να
καλύψουν βασικές
ανάγκες.
Το μήνυμα είναι απλό: η
οικονομική δυσαρέσκεια
μπορεί να μετατραπεί σε
ψήφο διαμαρτυρίας.
Δεν έχουν στραφεί όλοι
εναντίον του
Η εικόνα, πάντως, δεν
είναι μονοσήμαντη. Ο
Τραμπ εξακολουθεί να
διατηρεί ισχυρή πολιτική
βάση.
Υπάρχουν ψηφοφόροι που
θεωρούν ότι η σημερινή
κατάσταση είναι σε
μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα
των οικονομικών
προβλημάτων που
κληρονόμησε από την
προηγούμενη κυβέρνηση.
Άλλοι υποστηρίζουν ότι
ορισμένες επιχειρήσεις
διατηρούν υψηλές τις
τιμές για να πλήξουν
πολιτικά τον πρόεδρο.
Υπάρχουν επίσης
ψηφοφόροι που δίνουν
μεγαλύτερη βαρύτητα σε
άλλα ζητήματα, όπως η
μετανάστευση, η ασφάλεια
και η εκπαίδευση.
Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση της 34χρονης
Λόρεν ΝτιΤζιρόλαμο, η
οποία εξακολουθεί να
στηρίζει τον Τραμπ και
θεωρεί ότι οι τιμές
έχουν σε μεγάλο βαθμό
σταθεροποιηθεί σε σχέση
με τα υψηλά επίπεδα της
περιόδου Μπάιντεν.
Το γεγονός όμως ότι
ακόμη και ψηφοφόροι που
παραμένουν
Ρεπουμπλικανοί μιλούν
ανοιχτά για το κόστος
ζωής δείχνει πόσο
δύσκολο είναι για τον
Λευκό Οίκο να
απομακρύνει το ζήτημα
από το επίκεντρο της
πολιτικής συζήτησης.
Το κόστος ζωής
καταγράφει ιστορική
επιδείνωση
Ιδιαίτερα ανησυχητικά
για την κυβέρνηση είναι
τα ευρήματα της
δημοσκόπησης
Reuters/Ipsos
που ολοκληρώθηκε στις
αρχές Αυγούστου.
Η καθαρή αξιολόγηση του
Τραμπ ως προς τη
διαχείριση του κόστους
ζωής βρίσκεται στο -47%,
έναντι μόλις -6% στην
αρχή της θητείας του.
Πρόκειται για τη
χειρότερη επίδοσή του σε
βασικό ζήτημα πολιτικής,
ακόμη και σε σύγκριση με
την οικονομία και τη
μετανάστευση.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη
σημασία επειδή το
οικονομικό μήνυμα
αποτέλεσε έναν από τους
βασικούς πυλώνες της
επιστροφής του Τραμπ
στον Λευκό Οίκο.
Ο πρόεδρος εξελέγη
αξιοποιώντας σε μεγάλο
βαθμό την οργή των
Αμερικανών για την
απώλεια αγοραστικής
δύναμης. Τώρα βρίσκεται
αντιμέτωπος με το
παράδοξο να κρίνεται από
την ίδια ακριβώς
οικονομική δυσφορία που
τον βοήθησε να κερδίσει.
Οι μισθοί δεν αρκούν για
να αλλάξουν την εικόνα
Το πρόβλημα γίνεται
ακόμη πιο σύνθετο επειδή
η εικόνα της
αμερικανικής οικονομίας
δεν είναι απαραίτητα
κακή σε όλους τους
δείκτες.
Η οικονομική
δραστηριότητα παραμένει
ισχυρή και οι
πραγματικοί μισθοί
αυξάνονται. Όμως η
βελτίωση του εισοδήματος
δεν φαίνεται να είναι
αρκετή ώστε να
εξουδετερώσει την
αίσθηση ότι τα βασικά
αγαθά παραμένουν ακριβά.
Ο καθηγητής δημόσιας
πολιτικής Φραντσέσκο
Τρέμπι του Πανεπιστημίου
της Καλιφόρνιας στο
Μπέρκλεϊ έχει
συνυπογράψει έρευνα που
δείχνει ότι ο Τραμπ είχε
ισχυρότερη υποστήριξη το
2024 σε περιοχές όπου ο
πληθωρισμός είχε
ξεπεράσει την αύξηση των
εισοδημάτων και είχε
περιορίσει την
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών.
Αν αυτή η σχέση
αντιστραφεί, τότε το
πολιτικό όφελος μπορεί
επίσης να αντιστραφεί.
Το σούπερ μάρκετ ως
«πολιτική διαφήμιση»
Ίσως το πιο
χαρακτηριστικό στοιχείο
της σημερινής συγκυρίας
είναι ότι η οικονομική
δυσαρέσκεια δεν
χρειάζεται πλέον να
εξηγηθεί από πολιτικούς
αντιπάλους.
Αρκεί μια επίσκεψη στο
σούπερ μάρκετ.
Κάθε απόδειξη στο ταμείο
υπενθυμίζει στον
καταναλωτή πόσο έχει
αλλάξει το κόστος της
καθημερινότητας. Και
αυτή η εμπειρία είναι
πολύ πιο άμεση από
οποιοδήποτε διάγραμμα
πληθωρισμού ή
κυβερνητική ανακοίνωση.
Η 84χρονη Μάργκαρετ
Ντέρκαχ, παραδοσιακά
Ρεπουμπλικανή ψηφοφόρος,
περιγράφει ακριβώς αυτή
την κατάσταση. Θεωρεί
ότι ο Τραμπ παρέλαβε μια
δύσκολη οικονομική
κληρονομιά από τον
Μπάιντεν, αλλά
ταυτόχρονα αναγνωρίζει
ότι το κόστος των
βασικών αγαθών έχει
γίνει «σοκαριστικό».
Και το σημαντικότερο:
δηλώνει ότι ακόμη δεν
έχει αποφασίσει τι θα
ψηφίσει.
Αυτό είναι ίσως το
μεγαλύτερο πρόβλημα για
τους Ρεπουμπλικανούς.
Από το Μπέντμινστερ του
2024 στο Μπέντμινστερ
του 2026
Τον Αύγουστο του 2024, ο
Τραμπ έδειχνε μπροστά
στις κάμερες ένα τραπέζι
γεμάτο προϊόντα για να
αποδείξει πόσο είχε
αυξηθεί το κόστος ζωής
επί Μπάιντεν.
Σήμερα, η ίδια εικόνα
μπορεί να λειτουργήσει
εναντίον του.
Η βασική πολιτική
διαφορά είναι ότι το
2024 ο Τραμπ μπορούσε να
υπόσχεται ότι θα μειώσει
τις τιμές. Το 2026
καλείται να αποδείξει
ότι το έκανε.
Και εδώ βρίσκεται η
ουσία της οικονομικής
πολιτικής: οι
ψηφοφόροι μπορεί να
συγχωρήσουν έναν υψηλό
πληθωρισμό όταν
πιστεύουν ότι
κληρονομήθηκε από την
προηγούμενη κυβέρνηση.
Είναι πολύ λιγότερο
πιθανό να κάνουν το ίδιο
όταν έχουν πλέον δοθεί
συγκεκριμένες υποσχέσεις
για μείωση του κόστους
ζωής.
Οι ενδιάμεσες εκλογές
του Νοεμβρίου δεν θα
αποτελέσουν δημοψήφισμα
αποκλειστικά για τον
Τραμπ. Θα αποτελέσουν
όμως μια κρίσιμη
δοκιμασία για το κατά
πόσο η οικονομική του
ατζέντα εξακολουθεί να
πείθει τους Αμερικανούς.
Και τελικά, η πιο
δύσκολη πολιτική ερώτηση
ίσως να μην είναι τι
λέει ο δείκτης
πληθωρισμού.
Είναι τι γράφει
η απόδειξη στο ταμείο.
|