|
Οι αγορές φοβούνται την
τεχνολογία και την
αβεβαιότητα της
Fed
Το κλίμα στις αγορές
παραμένει εύθραυστο,
καθώς οι έντονες πιέσεις
σε ορισμένες από τις
μεγαλύτερες μετοχές που
πρωταγωνίστησαν στο ράλι
της τεχνητής νοημοσύνης
έχουν προκαλέσει
ανησυχία.
Ο δείκτης KOSPI
της Νότιας Κορέας
υποχώρησε 1,23%,
καταγράφοντας την τρίτη
διαδοχική πτωτική
συνεδρίαση.
«Δεν πιστεύουμε ότι η
ιστορία της τεχνητής
νοημοσύνης έχει
τελειώσει σε καμία
περίπτωση, όμως είναι
σαφές ότι υπάρχουν
περιθώρια για
αναταράξεις στην
πορεία», δήλωσε ο
Sanjiv
Tumkur,
επικεφαλής μετοχικών
ερευνών της
Rathbones.
Τα αποτελέσματα της
Microsoft
και της Meta
ενίσχυσαν τη
διαφοροποίηση που πλέον
κάνουν οι επενδυτές: δεν
αρκεί η αύξηση των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη, αλλά
απαιτείται απόδειξη ότι
οι τεράστιες δαπάνες
αρχίζουν να
μετατρέπονται σε
πραγματικά κέρδη.
Η μετοχή της
Microsoft
ενισχύθηκε σχεδόν 8%
στις προσυνεδριακές
συναλλαγές, αφού η
εταιρεία ανακοίνωσε ότι
αναμένει ισχυρή παραγωγή
ταμειακών ροών έως το
2027.
Αντίθετα, η Meta
υποχώρησε περίπου 8,5%,
καθώς οι επενδυτές
ανησύχησαν ότι οι
τεράστιες επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη
πιέζουν την κερδοφορία.
Όπως σχολίασαν αναλυτές
της Jefferies,
«η Microsoft
έχει ήδη μπει σε ανοδική
τροχιά, ενώ η
Meta
ακόμη κατασκευάζει τον
διάδρομο απογείωσης».
Τα futures
του Nasdaq
100 ενισχύθηκαν κατά
0,41%, ενώ τα
futures
του S&P
500 και του Dow
Jones
σημείωσαν άνοδο 0,24%.
Στην Ευρώπη, ο
πανευρωπαϊκός δείκτης
Stoxx
600 ενισχύθηκε 0,48%,
ενώ ο παγκόσμιος δείκτης
MSCI
All
Country
World
κινήθηκε οριακά
υψηλότερα, κατά 0,11%,
μετά από δύο συνεχόμενες
πτωτικές συνεδριάσεις.
Νέα αβεβαιότητα από τη
Μέση Ανατολή
Το σκηνικό στις αγορές
περιπλέκεται περαιτέρω
από την αναζωπύρωση των
εντάσεων στη Μέση
Ανατολή, καθώς οι
επενδυτές προσπαθούν να
εκτιμήσουν τις
επιπτώσεις που μπορεί να
έχει η άνοδος των τιμών
πετρελαίου στον
πληθωρισμό.
Η πτώση των τιμών του
Brent
τον προηγούμενο μήνα
συνέβαλε στη συγκράτηση
του πληθωρισμού τον
Ιούνιο, ωστόσο από τότε
η τιμή του πετρελαίου
έχει επιστρέψει πάνω από
τα 92 δολάρια το βαρέλι.
Τρεις αξιωματούχοι της
Fed
τάχθηκαν υπέρ αύξησης
των επιτοκίων στην
τελευταία συνεδρίαση,
γεγονός που οδήγησε
ορισμένους αναλυτές να
αμφισβητήσουν εάν η
λεγόμενη «εσωτερική
συζήτηση» στη Fed
θα γίνει δυσκολότερη
εφόσον οι πληθωριστικές
πιέσεις παραμείνουν.
«Καθώς η Fed
εισέρχεται στο δεύτερο
εξάμηνο του έτους,
αναμένουμε ότι θα βρεθεί
αντιμέτωπη με την
πραγματικότητα ενός
επίμονου πληθωρισμού»,
ανέφεραν στρατηγικοί
αναλυτές της RBC
Economics.
Η απόφαση διατήρησης των
επιτοκίων μπορεί να
δώσει χρόνο στην
κεντρική τράπεζα έως τη
συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου, ώστε να
αξιολογήσει δύο ακόμη
εκθέσεις για τον
πληθωρισμό.
Ωστόσο, σύμφωνα με το
εργαλείο CME
FedWatch,
η πιθανότητα αύξησης
επιτοκίων τον Σεπτέμβριο
έχει αυξηθεί στο 65,2%,
από 57,3% μία εβδομάδα
νωρίτερα.
Το δίλημμα της
Fed:
Επιτόκια ή αγορά
ομολόγων;
Παράλληλα, αρκετοί
οικονομολόγοι
υποστηρίζουν ότι μια νέα
αύξηση επιτοκίων ίσως
δεν αποτελεί την
κατάλληλη λύση.
«Η αύξηση των επιτοκίων
μπροστά σε έναν
πληθωρισμό που
προκαλείται από σοκ
προσφοράς είναι
λανθασμένη πολιτική»,
δήλωσε ο Brian
Jacobsen,
επικεφαλής στρατηγικός
οικονομολόγος της
Annex
Wealth
Management.
Οι αυξήσεις επιτοκίων
συνήθως περιορίζουν τη
ζήτηση και τις
πληθωριστικές πιέσεις
που προέρχονται από την
οικονομική υπερθέρμανση.
Ωστόσο, η σημερινή
βασική απειλή για τον
πληθωρισμό προέρχεται
από τον κίνδυνο
περιορισμού της
προσφοράς πετρελαίου,
εάν συνεχιστούν οι
διαταραχές στη
ναυσιπλοΐα μέσω των
Στενών του Ορμούζ.
Τα Στενά του Ορμούζ
αποτελούν μία από τις
σημαντικότερες
ενεργειακές αρτηρίες
παγκοσμίως, καθώς από
εκεί διέρχεται μεγάλο
μέρος των παγκόσμιων
εξαγωγών πετρελαίου.
Παράλληλα, η εναλλακτική
διαδρομή μέσω των Στενών
Μπαμπ ελ Μαντέμπ έχει
επίσης δεχθεί επιθέσεις
από τους Χούθι, οι
οποίοι υποστηρίζονται
από το Ιράν, αυξάνοντας
περαιτέρω τους κινδύνους
για την παγκόσμια
ενεργειακή αγορά.
Η άνοδος των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
των ομολόγων αποτελεί
πλέον το βασικό μήνυμα
των αγορών: οι επενδυτές
δεν ανησυχούν μόνο για
το επίπεδο των
επιτοκίων, αλλά κυρίως
για το κατά πόσο η
Fed
μπορεί να επαναφέρει τον
πληθωρισμό στον στόχο
του 2% χωρίς να
προκαλέσει νέα αναταραχή
στις αγορές.
|