|
Η δημοσιονομική εικόνα
αλλάζει τις ισορροπίες
Ιστορικά, οι αναδυόμενες
αγορές ήταν ιδιαίτερα
ευάλωτες όταν η
Federal
Reserve
προχωρούσε σε
νομισματική σύσφιγξη, οι
αποδόσεις των
αμερικανικών ομολόγων
αυξάνονταν ή
επανέρχονταν οι φόβοι
για μια νέα κρίση
κρατικού χρέους στην
Ευρώπη. Σε τέτοιες
συνθήκες, τα κεφάλαια
συχνά κατευθύνονταν προς
τις ανεπτυγμένες αγορές,
με αποτέλεσμα να
υποχωρούν οι τιμές των
ομολόγων και των
νομισμάτων των
αναπτυσσόμενων χωρών.
Αυτή τη φορά, όμως,
αρκετοί επενδυτές
αντιμετωπίζουν τις
πιέσεις ως ευκαιρία για
ενίσχυση των
τοποθετήσεών τους.
Από τις αρχές του 2025,
οι αποδόσεις των
ομολόγων αναδυόμενων
αγορών είναι σχεδόν
τετραπλάσιες από εκείνες
των αμερικανικών
κρατικών ομολόγων,
σύμφωνα με τα στοιχεία
που επικαλείται το
δημοσίευμα.
Η βασική διαφορά σε
σχέση με προηγούμενους
κύκλους είναι ότι οι
ανησυχίες για το δημόσιο
χρέος και τα
δημοσιονομικά ελλείμματα
μετατοπίζονται ολοένα
περισσότερο προς τις
πλουσιότερες οικονομίες.
Οι ΗΠΑ, η Ευρωζώνη και η
Ιαπωνία αντιμετωπίζουν
αυξημένες ανάγκες
χρηματοδότησης, γεγονός
που ασκεί ανοδικές
πιέσεις στο κόστος
δανεισμού τους.
Αντίθετα, αρκετές
αναπτυσσόμενες χώρες
έχουν βελτιώσει τη
δημοσιονομική τους θέση
και το πλαίσιο
οικονομικής πολιτικής
τους, ενισχύοντας την
ανθεκτικότητά τους
απέναντι στις διεθνείς
αναταράξεις.
«Δεν νομίζω ότι οι
επενδυτές έχουν επαρκή
έκθεση στις αναδυόμενες
αγορές», ανέφερε ο
Iain
Stealey,
επικεφαλής επενδύσεων
σταθερού εισοδήματος της
JPMorgan
Asset
Management,
μιλώντας σε επενδυτικό
συνέδριο στο Λονδίνο.
Ο ίδιος χαρακτήρισε την
κατηγορία μία από τις
πιο ελκυστικές κατανομές
στα χαρτοφυλάκια της
εταιρείας, η οποία
διαχειρίζεται
περιουσιακά στοιχεία
ύψους 4,3 τρισ.
δολαρίων. Εκτίμησε,
επίσης, ότι οι
τοποθετήσεις στις
αναδυόμενες αγορές
μπορούν να συνεχίσουν να
αυξάνονται, καθώς οι
επενδυτές αναζητούν
εναλλακτικές λύσεις πέρα
από τα κρατικά ομόλογα
των ανεπτυγμένων
οικονομιών.
Η απομάκρυνση από τα
αμερικανικά ομόλογα ως
σημείο αναφοράς
Μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
στη στρατηγική των
επενδυτών είναι ότι τα
ομόλογα αναδυόμενων
αγορών αξιολογούνται
ολοένα περισσότερο με
βάση τα δικά τους
θεμελιώδη μεγέθη και
λιγότερο ως επενδύσεις
που προσφέρουν απλώς
υψηλότερη απόδοση σε
σχέση με τα αμερικανικά
κρατικά ομόλογα.
Η μεταβολή αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
τα spreads
—η πρόσθετη απόδοση που
απαιτούν οι επενδυτές
για να διακρατούν
ομόλογα αναδυόμενων
αγορών αντί για
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα— έχουν
περιοριστεί σημαντικά.
Παρά την εξέλιξη αυτή,
οι εισροές συνεχίζονται,
υποδηλώνοντας ότι ένα
μέρος των επενδυτών δεν
θεωρεί πλέον απαραίτητο
να αυξάνονται τα
spreads
για να δικαιολογείται η
διακράτηση των
συγκεκριμένων τίτλων.
«Ένα από τα πράγματα που
κάναμε σωστά τους
τελευταίους 18 μήνες
ήταν ότι δεν
χρησιμοποιήσαμε τα
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα ως σημείο
αναφοράς για την
αποτίμηση», δήλωσε ο
Peter
Kent,
συν-επικεφαλής
επενδύσεων σταθερού
εισοδήματος της
Ninety
One
Asset
Management,
η οποία πρόσφατα αύξησε
την έκθεσή της στο χρέος
των αναδυόμενων αγορών.
Όπως εξήγησε, εάν η
εταιρεία είχε βασιστεί
αποκλειστικά στη
σύγκριση με τα
αμερικανικά ομόλογα, θα
είχε σταματήσει να
αγοράζει τίτλους
αναδυόμενων αγορών
περίπου οκτώ μήνες
νωρίτερα, όταν τα
spreads
είχαν ήδη περιοριστεί
σημαντικά.
Ισχυρότερα δημοσιονομικά
μεγέθη και μικρότερη
εξάρτηση από το δολάριο
Η βελτίωση των
οικονομικών θεμελιωδών
μεγεθών αποτελεί βασικό
επιχείρημα υπέρ των
αναδυόμενων αγορών.
Σύμφωνα με τον
Guillaume
Tresca,
στρατηγικό αναλυτή
αναδυόμενων αγορών της
Generali
Asset
Management,
αρκετές αναπτυσσόμενες
χώρες έχουν ενισχύσει το
θεσμικό και
δημοσιονομικό τους
πλαίσιο, αποκτώντας
μεγαλύτερη δυνατότητα να
αντιμετωπίζουν
εξωτερικούς κλυδωνισμούς
και μεταβολές στα
επιτόκια.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι
η συνολική πιστοληπτική
εικόνα των αναδυόμενων
αγορών ακολουθεί σαφώς
βελτιωτική πορεία, σε
αντίθεση με τις
αυξανόμενες ανησυχίες
που καταγράφονται για
ορισμένες ανεπτυγμένες
οικονομίες, όπως η
Γαλλία.
Στην ίδια κατεύθυνση,
αναλυτές της UBS
επισημαίνουν ότι τα
δημοσιονομικά ελλείμματα
των αναδυόμενων αγορών
είναι κατά μέσο όρο
μικρότερα από εκείνα των
ανεπτυγμένων οικονομιών.
Παράλληλα, πολλές
κυβερνήσεις έχουν
περιορίσει την έκθεσή
τους στις διακυμάνσεις
του δολαρίου, αυξάνοντας
το ποσοστό του χρέους
που εκδίδεται σε εγχώριο
νόμισμα.
Η αλλαγή αυτή μειώνει
την ευπάθεια των
κρατικών οικονομικών σε
μια απότομη ανατίμηση
του δολαρίου, η οποία θα
αύξανε το κόστος
εξυπηρέτησης του
εξωτερικού χρέους.
Ο ρόλος των κεντρικών
τραπεζών και των
πραγματικών επιτοκίων
Σημαντική συμβολή στην
ανθεκτικότητα των
αναδυόμενων αγορών έχουν
διαδραματίσει και οι
κεντρικές τους τράπεζες.
Πολλές κινήθηκαν
νωρίτερα και πιο
αποφασιστικά για την
αντιμετώπιση του
πληθωρισμού, αυξάνοντας
τα επιτόκια πριν από
αρκετές κεντρικές
τράπεζες ανεπτυγμένων
οικονομιών. Ως
αποτέλεσμα, σε αρκετές
περιπτώσεις οι αποδόσεις
των ομολόγων μετά την
προσαρμογή για τον
πληθωρισμό παραμένουν
σχετικά υψηλές.
Η Milana
Muratova
της Aberdeen
Investments
εκτιμά ότι αυτό συνέβαλε
στην ανθεκτικότητα τόσο
των ομολόγων όσο και των
νομισμάτων των
αναδυόμενων αγορών
απέναντι στην άνοδο του
δολαρίου.
Η ισχυροποίηση του
αμερικανικού νομίσματος
εξακολουθεί να αποτελεί
κίνδυνο για τις
αναπτυσσόμενες
οικονομίες. Ωστόσο, όπως
επισημαίνει η ίδια, η
σημερινή συγκυρία
αναδεικνύει τη σημασία
των εγχώριων οικονομικών
θεμελιωδών μεγεθών, τα
οποία αποκτούν ολοένα
μεγαλύτερο βάρος στην
αξιολόγηση των
επενδυτικών κινδύνων.
Οι εστίες κινδύνου
παραμένουν
Παρά τη βελτιωμένη
εικόνα, οι αναδυόμενες
αγορές δεν είναι
απαλλαγμένες από
πιέσεις. Οι διαφορές
μεταξύ των χωρών
παραμένουν μεγάλες και η
ισχυρή επενδυτική ζήτηση
δεν σημαίνει ότι όλες οι
οικονομίες διαθέτουν την
ίδια ανθεκτικότητα.
Η Ινδία έχει ήδη λάβει
σειρά έκτακτων μέτρων
για τη στήριξη του
νομίσματός της, ενώ το
κόστος δανεισμού σε
δολάρια έχει αυξηθεί
σημαντικά για ορισμένες
χώρες. Για τη Μοζαμβίκη,
τη Σρι Λάνκα και τον
Ισημερινό, οι σχετικές
αποδόσεις πλησιάζουν το
10%, σύμφωνα με το
δημοσίευμα.
Τα υψηλά επιτόκια
δανεισμού εξακολουθούν
να αποτελούν σοβαρή
πρόκληση για κράτη με
περιορισμένη πρόσβαση
στις διεθνείς αγορές και
αυξημένες ανάγκες
αναχρηματοδότησης.
Επομένως, η βελτίωση της
συνολικής εικόνας των
αναδυόμενων αγορών δεν
εξαλείφει τον κίνδυνο
απότομων διαφοροποιήσεων
μεταξύ των επιμέρους
οικονομιών.
Η βασική αλλαγή είναι
ότι οι επενδυτές δεν
αντιμετωπίζουν πλέον
συλλήβδην τις
αναδυόμενες αγορές ως
την πιο ευάλωτη πλευρά
του διεθνούς
χρηματοπιστωτικού
συστήματος. Σε μια
περίοδο κατά την οποία
τα υψηλά χρέη και τα
δημοσιονομικά ελλείμματα
προβληματίζουν τις
ανεπτυγμένες οικονομίες,
η βελτίωση των
οικονομικών μεγεθών
αρκετών αναπτυσσόμενων
χωρών και οι υψηλότερες
αποδόσεις καθιστούν την
κατηγορία πιο ελκυστική
για τα διεθνή
χαρτοφυλάκια.
|