|
Ήδη πριν από το
τελευταίο
Σαββατοκύριακο, το κλίμα
στις αγορές ήταν
τεταμένο. Την Παρασκευή,
το Brent
έκλεισε στα 73 δολάρια
ανά βαρέλι, στο
υψηλότερο επίπεδο από
τον Ιούλιο, περίπου 10
δολάρια πάνω από τα
επίπεδα που
δικαιολογούσαν τα
θεμελιώδη προσφοράς και
ζήτησης, σύμφωνα με τον
Τομ Ριντ της
Argus
Media.
Από το πρωί, οι τιμές
εκτινάχθηκαν κατά
8%-10%, προσεγγίζοντας
τα 80 δολάρια, ενώ το
WTI
ξεπέρασε στιγμιαία τα 73
δολάρια.
Στις αρχές του έτους,
πολλοί αναλυτές
προέβλεπαν πλεόνασμα
στην αγορά, με αύξηση
παραγωγής στον Κόλπο και
χαμηλή ζήτηση να ωθούν
τις τιμές προς τα 55
δολάρια. Ο Διεθνής
Οργανισμός Ενέργειας
είχε εκτιμήσει τον
Φεβρουάριο ότι το 2026
θα υπήρχε μέσο ημερήσιο
πλεόνασμα 3,7 εκατ.
βαρελιών. Αντί για αυτό
το σενάριο, η ένταση
στον Κόλπο και η
αυστηροποίηση των
δυτικών κυρώσεων έχουν
οδηγήσει φέτος τις τιμές
περίπου 20% υψηλότερα.
Μια ευρύτερη
περιφερειακή σύγκρουση
—και κυρίως το
ενδεχόμενο αποκλεισμού
των Στενών του Ορμούζ,
από όπου διακινούνται
περίπου 15 εκατ. βαρέλια
ημερησίως, σχεδόν το ένα
τρίτο των θαλάσσιων
ροών— θα μπορούσε να
ωθήσει τις τιμές ακόμη
και στα 100 δολάρια,
εκτιμά ο
Economist.
Παράλληλα, η
Goldman
Sachs
προειδοποιεί ότι
κλείσιμο του Ορμούζ για
έναν μήνα θα μπορούσε να
εκτινάξει τις τιμές
φυσικού αερίου στην
Ευρώπη έως και 130%.
Όταν το Ισραήλ εξαπέλυσε
τις πρώτες επιθέσεις το
προηγούμενο καλοκαίρι,
το Brent
ενισχύθηκε κατά 7%,
φτάνοντας τα 74 δολάρια
— άνοδος αισθητή αλλά
όχι εκρηκτική. Τότε δεν
υπήρξαν σοβαρά πλήγματα
στις ενεργειακές
υποδομές του Ιράν, ενώ
οι εξαγωγές του, περίπου
4% των παγκόσμιων
θαλάσσιων ροών, δεν
θεωρούνται καθοριστικές
για την παγκόσμια
προσφορά. Η αμερικανική
εμπλοκή ήταν σύντομη και
η ιρανική απάντηση
περισσότερο συμβολική,
με αποτέλεσμα οι τιμές
να αποκλιμακωθούν
σύντομα.
Σήμερα, όμως, ο Τραμπ
διαμηνύει ότι οι «βαριοί
και στοχευμένοι
βομβαρδισμοί» θα
συνεχιστούν όσο
χρειαστεί. Τα ιρανικά
αντίποινα εμφανίζονται
σαφώς πιο έντονα, με
πυραυλικές επιθέσεις
εντός 24 ωρών κατά του
Ισραήλ, αραβικών χωρών
και αμερικανικών βάσεων.
Το εύρος και η διάρκεια
της αναστάτωσης στις
αγορές θα εξαρτηθούν από
τρεις βασικούς
παράγοντες.
Πρώτον, από τους στόχους
που θα επιλέξει το Ιράν
στον Κόλπο. Αρχικά, οι
επιθέσεις περιορίστηκαν
σε αμερικανικούς
στρατιωτικούς στόχους,
όμως στη συνέχεια
επεκτάθηκαν σε λιμάνια,
αεροδρόμια και κρίσιμες
υποδομές. Αν η ιρανική
ηγεσία θεωρήσει ότι
απειλείται η ίδια της η
επιβίωση, ενδέχεται να
επιχειρήσει να σύρει τα
γειτονικά κράτη του
Κόλπου στη σύγκρουση,
πλήττοντας ενεργειακές
εγκαταστάσεις σε
Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και
Κουβέιτ. Ένα χτύπημα,
για παράδειγμα, σε
υποδομές της
Saudi
Aramco
θα αύξανε δραματικά τον
κίνδυνο ευρύτερης
ανάφλεξης.
Δεύτερον, ακόμη και
χωρίς σοβαρή ζημιά στην
παραγωγή, παραμένει
αβέβαιο αν το πετρέλαιο
θα μπορέσει να φτάσει
απρόσκοπτα στις αγορές.
Τα Στενά του Ορμούζ δεν
έχουν κλείσει πλήρως
ούτε στον πόλεμο
Ιράν–Ιράκ. Ένα τέτοιο
βήμα θα έφερνε σε
δύσκολη θέση την Κίνα, η
οποία απορροφά σχεδόν το
σύνολο των ιρανικών
εξαγωγών και λαμβάνει το
37% των θαλάσσιων
εισαγωγών της μέσω του
περάσματος. Παρά τις
απειλές, η πλήρης
εφαρμογή ενός
αποκλεισμού θα ήταν
δύσκολη, καθώς οι
αμερικανικές δυνάμεις
πιθανότατα θα
αντιδρούσαν άμεσα.
Ωστόσο, η ναυσιπλοΐα
έχει ήδη καταστεί πιο
επικίνδυνη, με αυξημένα
ασφάλιστρα, ακυρώσεις
συμβολαίων και
δεξαμενόπλοια να
αποφεύγουν τη διέλευση.
Οι εναλλακτικές
διαδρομές μέσω αγωγών
στη Σαουδική Αραβία και
τα ΗΑΕ δεν επαρκούν για
να υποκαταστήσουν πλήρως
τις ροές, αφήνοντας 8-10
εκατ. βαρέλια ημερησίως
εκτεθειμένα.
Τρίτον, το καθοριστικό
ερώτημα αφορά το αν ο
Τραμπ θα επιτύχει αλλαγή
καθεστώτος στο Ιράν. Μια
ενδεχόμενη απομάκρυνση
των μουλάδων και των
Φρουρών της Επανάστασης
θα μπορούσε, θεωρητικά,
να οδηγήσει σε άρση
κυρώσεων και αύξηση
εξαγωγών, επαναφέροντας
συνθήκες υπερπροσφοράς.
Ωστόσο, η ιστορία
δείχνει ότι οι
αεροπορικές εκστρατείες
σπάνια επαρκούν για
τέτοιες ανατροπές.
Αντίθετα, παραμονή των
σκληροπυρηνικών στην
εξουσία θα μπορούσε να
παγιώσει ένα μόνιμο
ασφάλιστρο κινδύνου 8-12
δολαρίων ανά βαρέλι, με
το Ιράν να διατηρεί τον
ρόλο παράγοντα
αστάθειας.
Οι πολιτικές συνέπειες
στις ΗΠΑ δεν είναι
αμελητέες. Ενόψει των
ενδιάμεσων εκλογών του
Νοεμβρίου, υψηλότερες
τιμές καυσίμων θα
επιβαρύνουν το ήδη
πιεσμένο κλίμα για τον
Τραμπ και τους
Ρεπουμπλικανούς. Σύμφωνα
με τη Fed
του Ντάλας, αύξηση 10
δολαρίων στο
Brent
συνήθως μεταφράζεται σε
άνοδο περίπου 25 σεντς
ανά γαλόνι βενζίνης, και
μάλιστα ταχύτερα από
ό,τι αποκλιμακώνονται οι
τιμές.
Ο Τραμπ θα μπορούσε να
αξιοποιήσει το
Στρατηγικό Απόθεμα
Πετρελαίου των ΗΠΑ, που
ανέρχεται σε 415 εκατ.
βαρέλια — χαμηλότερα από
τα περίπου 570 εκατ. το
2022, όταν ο Τζο
Μπάιντεν το
χρησιμοποίησε μετά την
εισβολή της Ρωσίας στην
Ουκρανία. Με μέγιστη
άντληση 4,4 εκατ.
βαρελιών ημερησίως, τα
αποθέματα επαρκούν για
περίπου τρεις μήνες.
Ωστόσο, η γεωπολιτική
αβεβαιότητα που γεννά η
σύγκρουση με το Ιράν
ενδέχεται να έχει πολύ
μεγαλύτερη διάρκεια. Και
οι αγορές, όπως όλα
δείχνουν, θα χρειαστεί
να προσαρμοστούν σε μια
περίοδο παρατεταμένων
εντάσεων — και σε πολλά
ακόμη νευρικά
Σαββατοκύριακα.
|