|
Τα δεξαμενόπλοια που
«εξαφανίζονται» από τους
χάρτες
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί ένα
υπερδεξαμενόπλοιο μήκους
άνω των 300 μέτρων, το
οποίο στις 25 Ιουλίου
έδεσε στον πετρελαϊκό
τερματικό σταθμό
Mesaieed
του Κατάρ, περίπου 40
χιλιόμετρα νότια της
Ντόχα.
Τέσσερις ημέρες
αργότερα, αφού φόρτωσε
αργό πετρέλαιο, ξεκίνησε
προς τα Στενά του
Ορμούζ. Στις 31 Ιουλίου,
λίγο μετά τις 14:00, ενώ
βρισκόταν ανοικτά του
Ντουμπάι, εξαφανίστηκε
από τα συστήματα
παρακολούθησης.
Το AIS,
το σύστημα που μεταδίδει
την ταυτότητα, τη θέση,
την ταχύτητα και την
πορεία ενός πλοίου, είχε
απενεργοποιηθεί. Το σήμα
επανεμφανίστηκε το πρωί
της 1ης Αυγούστου. Μέχρι
τότε, το πλοίο είχε ήδη
περάσει στην άλλη πλευρά
των Στενών.
Δεν πρόκειται για
μεμονωμένο περιστατικό.
Η συγκεκριμένη πρακτική
αποτελεί πλέον μέρος
μιας ευρύτερης
στρατηγικής της
πετρελαϊκής βιομηχανίας.
Δεξαμενόπλοια
πραγματοποιούν
«σκοτεινές» διελεύσεις,
κλείνουν τους
αναμεταδότες τους και,
σε ορισμένες
περιπτώσεις, κινούνται
υπό αμερικανική
στρατιωτική προστασία,
περιορίζοντας τον
κίνδυνο ιρανικών
επιθέσεων με
drones.
Έως 9 εκατ. βαρέλια την
ημέρα εξακολουθούν να
περνούν
Παρά τον πόλεμο, περίπου
8 έως 9 εκατομμύρια
βαρέλια πετρελαίου
εξακολουθούν να
διακινούνται καθημερινά
μέσω του Ορμούζ, σύμφωνα
με στοιχεία του
αμερικανικού υπουργείου
Ενέργειας.
Η πραγματική ροή είναι
μάλιστα μεγαλύτερη από
αυτή που καταγράφουν
αρκετά συστήματα
παρακολούθησης, καθώς
μεγάλο μέρος των πλοίων
απενεργοποιεί το
AIS.
Χώρες όπως η Σαουδική
Αραβία, το Κουβέιτ, το
Κατάρ και τα Ηνωμένα
Αραβικά Εμιράτα
χρησιμοποιούν
δεξαμενόπλοια για τη
μεταφορά αργού από τον
Περσικό Κόλπο προς τον
Κόλπο του Ομάν. Εκεί
πραγματοποιούνται
μεταφορτώσεις σε άλλα
πλοία, τα οποία στη
συνέχεια κατευθύνονται
προς τους τελικούς
προορισμούς.
Μέσα σε μόλις δύο ημέρες
καταγράφηκαν
περισσότερες από δώδεκα
τέτοιες μεταφορτώσεις,
με φορτία να
κατευθύνονται προς την
Κίνα, την Ταϊβάν, τη
Νότια Κορέα, τις
Φιλιππίνες, το Βιετνάμ
και την Ταϊλάνδη.
Σύμφωνα με την
Kpler,
περίπου το 80% των
διελεύσεων των
τελευταίων δύο εβδομάδων
πραγματοποιήθηκε χωρίς
ενεργούς αναμεταδότες.
Τα πλοία προσπαθούν να
κινούνται όσο το δυνατόν
πιο κοντά στις ακτές του
Ομάν και μακριά από την
ιρανική πλευρά.
Η απενεργοποίηση του
AIS,
ωστόσο, δεν σημαίνει
πραγματική αορατότητα.
Τα Στενά του Ορμούζ
έχουν πλάτος περίπου 37
χιλιόμετρα στο στενότερο
σημείο τους και τα
μεγάλα δεξαμενόπλοια
μπορούν να εντοπιστούν
από ραντάρ και
δορυφορικά συστήματα.
Ο κίνδυνος παραμένει
υψηλός, όπως απέδειξαν
και οι επιθέσεις σε δύο
πλοία των Ηνωμένων
Αραβικών Εμιράτων μέσα
στην ίδια εβδομάδα.
Οι εναλλακτικές
διαδρομές περιορίζουν
τις απώλειες
Οι «σκοτεινές»
διελεύσεις δεν αποτελούν
τη μοναδική προσπάθεια
αντιμετώπισης της
κρίσης.
Η Σαουδική Αραβία έχει
διοχετεύσει περίπου 5
εκατ. βαρέλια την ημέρα
μέσω του αγωγού
Ανατολής-Δύσης προς το
Γιανμπού, στην Ερυθρά
Θάλασσα, παρακάμπτοντας
πλήρως το Ορμούζ.
Παράλληλα, άλλοι
παραγωγοί έχουν
αξιοποιήσει εναλλακτικές
διαδρομές για επιπλέον
περίπου 2 εκατ. βαρέλια
ημερησίως.
Την ίδια στιγμή, η
Βραζιλία, η Γουιάνα και
η Βενεζουέλα έχουν
αυξήσει συνολικά την
παραγωγή τους κατά
περισσότερο από 1 εκατ.
βαρέλια ημερησίως, ενώ
πρόσθετες ποσότητες
έχουν διοχετεύσει στην
αγορά και οι Ηνωμένες
Πολιτείες.
Η παγκόσμια αγορά
πετρελαίου έχει
αποδειχθεί, μέχρι
στιγμής, περισσότερο
ευέλικτη από ό,τι
εκτιμήθηκε στην αρχή της
κρίσης.
Τα στρατηγικά αποθέματα
αγοράζουν χρόνο
Σημαντικό μέρος της
πίεσης έχει απορροφηθεί
και μέσω των στρατηγικών
αποθεμάτων.
Οι ΗΠΑ έχουν διοχετεύσει
στην αγορά περίπου 400
εκατ. βαρέλια, με
αποτέλεσμα τα στρατηγικά
αποθέματα πετρελαίου να
έχουν υποχωρήσει σε
επίπεδα που είχαν να
καταγραφούν από τις
αρχές της δεκαετίας του
1980.
Αντίστοιχη πολιτική
ακολουθεί και η Κίνα, η
οποία χρησιμοποιεί μέρος
των δικών της
αποθεμάτων, ενώ
παράλληλα έχει
περιορίσει τις εισαγωγές
αργού.
Η υψηλή τιμή του
πετρελαίου έχει επίσης
περιορίσει μέρος της
παγκόσμιας ζήτησης,
προσφέροντας μια
πρόσθετη, αν και
ανεπιθύμητη, δικλίδα
ασφαλείας.
Το πρόβλημα είναι ότι τα
αποθέματα δεν μπορούν να
χρησιμοποιούνται επ'
αόριστον.
Κατά τη διάρκεια του
πολέμου, τα παγκόσμια
αποθέματα πετρελαίου
εκτιμάται ότι έχουν
μειωθεί έως και κατά 1,9
δισ. βαρέλια. Οι
ποσότητες αυτές θα
πρέπει κάποια στιγμή να
αναπληρωθούν,
δημιουργώντας έναν νέο
γύρο ζήτησης στην αγορά.
Η πραγματική πίεση
μεταφέρεται στα
διυλιστήρια
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η
πίεση στην αγορά των
διυλισμένων προϊόντων.
Τρία από τα τέσσερα
σημαντικότερα κέντρα
διύλισης παγκοσμίως
αντιμετωπίζουν σοβαρές
διαταραχές.
Στη Μέση Ανατολή, ο
πόλεμος έχει περιορίσει
την παραγωγή και τις
εξαγωγές καυσίμων. Στη
Ρωσία, οι ουκρανικές
επιθέσεις με
drones
έχουν προκαλέσει
προβλήματα σε
διυλιστήρια, οδηγώντας
τη Μόσχα σε περιορισμό
των εξαγωγών.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα
έχει περιορίσει τις
εξαγωγές διυλισμένων
προϊόντων, προκειμένου
να καλύψει την εγχώρια
ζήτηση.
Ως αποτέλεσμα,
μεγαλύτερο βάρος πέφτει
στα διυλιστήρια της
αμερικανικής Ακτής του
Κόλπου. Η δυνατότητά
τους, όμως, να αυξήσουν
περαιτέρω την παραγωγή
είναι περιορισμένη,
καθώς δεν μπορούν να
λειτουργούν διαρκώς στο
μέγιστο της
δυναμικότητάς τους.
Η στενότητα αυτή έχει
ήδη ενισχύσει σημαντικά
τις τιμές του ντίζελ και
των αεροπορικών
καυσίμων, ενώ παράλληλα
επηρεάζει και τη
βενζίνη.
Το πετρέλαιο πλησιάζει
τα 100 δολάρια
Για μεγάλο χρονικό
διάστημα, ο
Donald
Trump
προσπάθησε να
συγκρατήσει τις
προσδοκίες της αγοράς,
αφήνοντας ανοικτό το
ενδεχόμενο διπλωματικής
αποκλιμάκωσης.
Η στρατηγική της
Ουάσινγκτον, ωστόσο,
έχει μετατοπιστεί προς
μια παρατεταμένη
οικονομική και ναυτική
πίεση στο Ιράν.
Η αλλαγή αυτή έχει
περιορίσει τις
προσδοκίες για γρήγορη
επίλυση της κρίσης και
έχει συμβάλει στην άνοδο
του πετρελαίου προς την
περιοχή των 100 δολαρίων
το βαρέλι.
Το πρόβλημα δεν
περιορίζεται πλέον στο
αργό. Η διαταραχή στο
Ορμούζ επηρεάζει
ολόκληρη την αλυσίδα
ενέργειας, από τη
βενζίνη και το ντίζελ
μέχρι τα αεροπορικά
καύσιμα, δημιουργώντας
νέες πληθωριστικές
πιέσεις και
περιορίζοντας το
διαθέσιμο εισόδημα των
καταναλωτών.
Το Ιράν ανοίγει
επιλεκτικά το Ορμούζ
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η
απόφαση του Ιράν να
χορηγήσει ειδικές άδειες
σε ορισμένα ιρακινά
πετρελαιοφόρα,
επιτρέποντάς τους να
διέλθουν από τα Στενά
του Ορμούζ.
Η απόφαση ακολούθησε τις
εξελίξεις στη Μέση
Ανατολή και τον πόλεμο
που ξεκίνησε μετά την
ισραηλινο-αμερικανική
επίθεση στα τέλη
Φεβρουαρίου, σύμφωνα με
το επίσημο ιρανικό
πρακτορείο Irna.
Μετά την έναρξη του
πολέμου, η Τεχεράνη
ανέλαβε τον έλεγχο της
ναυσιπλοΐας στα Στενά,
ενώ οι ΗΠΑ αντέδρασαν
επιβάλλοντας ναυτικό
αποκλεισμό στα ιρανικά
λιμάνια.
Παρά την ένταση, το Ιράν
επέτρεψε κατά τους
τελευταίους έξι μήνες τη
διέλευση ιρακινών
πετρελαιοφόρων, καθώς η
Βαγδάτη είχε
επανειλημμένα ζητήσει
εξαιρέσεις για τα πλοία
της.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για το Ιράκ.
Περίπου το 90% των
κρατικών εσόδων της
χώρας προέρχεται από τις
πωλήσεις αργού
πετρελαίου, ενώ το
μεγαλύτερο μέρος των
εξαγωγών της
πραγματοποιείται μέσω
του Ορμούζ.
Η επιλεκτική άδεια
διέλευσης επομένως δεν
αποτελεί απλώς μια
διευκόλυνση για την
ιρακινή ναυτιλία.
Αποκαλύπτει και το πόσο
δύσκολο είναι να
διατηρηθεί πλήρως
κλειστό ένα από τα
σημαντικότερα ενεργειακά
περάσματα του πλανήτη
χωρίς να προκληθούν
τεράστιες οικονομικές
συνέπειες.
Η παγκόσμια αγορά
αγοράζει χρόνο, όχι λύση
Οι «σκοτεινές»
διελεύσεις, οι
μεταφορτώσεις στον Κόλπο
του Ομάν, οι
εναλλακτικοί αγωγοί, η
αύξηση της παραγωγής
εκτός Μέσης Ανατολής και
η αξιοποίηση των
στρατηγικών αποθεμάτων
έχουν μέχρι στιγμής
αποτρέψει το χειρότερο
σενάριο.
Όμως καμία από αυτές τις
λύσεις δεν μπορεί να
αποτελέσει μόνιμη
απάντηση.
Τα αποθέματα μειώνονται,
οι εναλλακτικοί αγωγοί
έχουν συγκεκριμένη
δυναμικότητα, τα
διυλιστήρια λειτουργούν
υπό πίεση και οι
«σκοτεινές» διελεύσεις
παραμένουν εξαιρετικά
επικίνδυνες.
Το κρίσιμο στοιχείο για
τις αγορές δεν είναι
επομένως μόνο πόσο
πετρέλαιο εξακολουθεί να
περνά από το Ορμούζ.
Είναι για πόσο
ακόμη μπορεί να
διατηρηθεί αυτή η
εύθραυστη ισορροπία.
Μέχρι σήμερα, η
παγκόσμια αγορά έχει
καταφέρει να αγοράσει
χρόνο. Το ερώτημα είναι
αν ο χρόνος αυτός θα
επαρκέσει ώστε να
αποκατασταθούν οι
κανονικές ροές ή αν,
αντίθετα, η σταδιακή
εξάντληση των εφεδρειών
και η παρατεταμένη
γεωπολιτική ένταση θα
οδηγήσουν σε μια πολύ
μεγαλύτερη ενεργειακή
κρίση.
|