|
Εάν η διακοπή των ροών
παραταθεί, τα αποθέματα
θα αρχίσουν να
απορροφούν όλο και
μεγαλύτερο μέρος του
σοκ. Κάποια στιγμή,
όμως, η δυνατότητα αυτή
εξαντλείται. Τότε η
αγορά δεν μπορεί πλέον
να αντιμετωπίσει την
έλλειψη προσφοράς μόνο
μέσω των αποθεμάτων, των
εναλλακτικών διαδρομών ή
μιας περιορισμένης
αύξησης της παραγωγής.
Η προσαρμογή μεταφέρεται
στη ζήτηση και απαιτεί
πολύ υψηλότερες τιμές.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, οι
εκτιμήσεις για το
Brent
στην περιοχή των 120 έως
140 δολαρίων το βαρέλι
παύουν να αποτελούν
ακραίο θεωρητικό σενάριο
και αρχίζουν να αποκτούν
θέση στα μοντέλα των
αναλυτών.
Το
παράδοξο της αγοράς
Το βασικό παράδοξο αυτή
τη στιγμή είναι ότι το
πετρέλαιο δεν
συμπεριφέρεται σαν μια
αγορά που προεξοφλεί
παρατεταμένη διαταραχή
της προσφοράς.
Το Brent
κινείται μεν ανοδικά,
αλλά παραμένει αρκετά
μακριά από τα υψηλά που
είχε καταγράψει κατά τη
διάρκεια της κρίσης.
Τα συμβόλαια μελλοντικής
εκπλήρωσης του
Brent
είχαν ολοκληρώσει την
προηγούμενη εβδομάδα με
πτώση άνω του 7%, καθώς
οι δηλώσεις από την
αμερικανική πλευρά είχαν
δημιουργήσει την
εντύπωση ότι μια
συμφωνία με την Τεχεράνη
για την αποκατάσταση της
ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ
ήταν σχετικά κοντά.
Η συμφωνία όμως δεν
ήρθε.
Και το σημαντικότερο
είναι ότι το περιθώριο
αισιοδοξίας που υπήρχε
πριν από λίγες ημέρες
έχει πλέον περιοριστεί.
Η Τεχεράνη έχει συνδέσει
το άνοιγμα του Στενού με
μια σειρά πολιτικών και
οικονομικών απαιτήσεων
προς την Ουάσιγκτον, ενώ
ο Αμερικανός πρόεδρος
Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται
να μετακινεί τη
στρατηγική του προς
μεγαλύτερη οικονομική
πίεση και λιγότερη
εξάρτηση από άμεσες νέες
στρατιωτικές
επιχειρήσεις.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί
μια αγορά που προσπαθεί
να ισορροπήσει ανάμεσα
σε δύο εντελώς
διαφορετικές προοπτικές.
Στις αρχές των σημερινών
συναλλαγών, το
Brent
κινήθηκε κοντά στα 88
δολάρια το βαρέλι,
έναντι περίπου 83
δολαρίων στο τέλος της
προηγούμενης εβδομάδας.
Παρά την άνοδο, ωστόσο,
το επίπεδο αυτό
παραμένει αρκετά
χαμηλότερα από την
κίνηση πάνω από τα 100
δολάρια που είχε
σημειωθεί τον
προηγούμενο μήνα, αλλά
και από το υψηλό άνω των
110 δολαρίων που είχε
καταγραφεί τον Μάιο.
Ακριβώς αυτή η απόσταση
από τα υψηλά είναι που
προκαλεί προβληματισμό
στους αναλυτές.
Η
αγορά συνεχίζει να
ποντάρει σε έναν
συμβιβασμό
Ένας από τους βασικούς
λόγους για τους οποίους
το πετρέλαιο δεν έχει
εκτιναχθεί εκ νέου είναι
ότι οι επενδυτές
εξακολουθούν να θεωρούν
πιθανή κάποια μορφή
συμφωνίας.
Οι πληροφορίες για
συνομιλίες μεταξύ Ιράν
και Ομάν σχετικά με μια
προσωρινή θαλάσσια
διαδρομή μέσω των Στενών
έχουν λειτουργήσει ως
βραχυπρόθεσμο στήριγμα
για τις αγορές.
Παράλληλα, παραμένει η
εκτίμηση ότι τόσο η
Ουάσιγκτον όσο και η
Τεχεράνη έχουν λόγους να
αποφύγουν μια περαιτέρω
στρατιωτική κλιμάκωση.
Η Modupe
Adegbembo,
οικονομολόγος της
Jefferies,
εκτιμά ότι οι αγορές
εξακολουθούν να
πιστεύουν πως μπορεί να
επιτευχθεί κάποια μορφή
συμφωνίας, ακόμη και αν
δεν πρόκειται για μια
ολοκληρωμένη πολιτική
λύση.
Αυτό που έχει σημασία
για την αγορά πετρελαίου
δεν είναι απαραίτητα μια
«μεγάλη» συμφωνία, αλλά
μια εξέλιξη που θα
επιτρέψει να αυξηθούν
ξανά οι ροές πετρελαίου
και άλλων εμπορευμάτων
μέσω του Ορμούζ.
Ωστόσο, το παράθυρο για
αυτή την αισιοδοξία δεν
είναι απεριόριστο.
Εάν η κατάσταση
παραμείνει αμετάβλητη
έως το τέλος της
εβδομάδας ή ακόμη και
εισέλθει στην επόμενη, η
αγορά θα δυσκολευτεί
ολοένα περισσότερο να
διατηρήσει την ίδια ήπια
αποτίμηση του κινδύνου.
Με άλλα λόγια, η
παράταση της
αβεβαιότητας θα αλλάξει
σταδιακά και την
πιθανότητα που αποδίδουν
οι traders
στα διαφορετικά σενάρια.
Το
κρίσιμο «σημείο καμπής»
Ο Kieran
Tompkins,
ανώτερος οικονομολόγος
για το κλίμα και τα
εμπορεύματα στην
Capital
Economics,
θεωρεί ότι η σχετικά
περιορισμένη άνοδος των
τιμών εξηγείται από το
γεγονός ότι η αγορά
εξακολουθεί να τιμολογεί
ταυτόχρονα δύο
διαφορετικές εξελίξεις.
Η πρώτη είναι η γρήγορη
επαναφορά των
ενεργειακών ροών.
Η δεύτερη είναι η
παρατεταμένη διακοπή της
ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ.
Μέχρι στιγμής, καμία από
τις δύο δεν έχει
επικρατήσει πλήρως στην
τιμολόγηση.
Εάν όμως το σημερινό
αδιέξοδο συνεχιστεί, οι
επενδυτές θα υποχρεωθούν
να αυξήσουν το βάρος του
δεύτερου σεναρίου.
Και τότε η συμπεριφορά
των τιμών μπορεί να
αλλάξει απότομα.
Ο Tompkins
θεωρεί ότι σε μια τέτοια
περίπτωση οι πιέσεις θα
είναι εντονότερες στα
συμβόλαια άμεσης
παράδοσης. Ο λόγος είναι
ότι εκεί αποτυπώνεται
πιο άμεσα η πραγματική
διαθεσιμότητα του
φυσικού πετρελαίου.
Το κρίσιμο σημείο είναι
το λεγόμενο «σημείο
καμπής» της αγοράς.
Πρόκειται για τη φάση
κατά την οποία τα
διαθέσιμα αποθέματα και
οι υπόλοιποι μηχανισμοί
προσαρμογής δεν επαρκούν
πλέον για να
απορροφήσουν τη
διαταραχή.
Μέχρι σήμερα, η αγορά
μπορεί να αντιμετωπίζει
την απώλεια προσφοράς
χρησιμοποιώντας
αποθέματα, μεταφέροντας
φορτία από άλλες
διαδρομές, αυξάνοντας
την παραγωγή ή
περιορίζοντας προσωρινά
τη ζήτηση.
Αλλά αυτά τα εργαλεία
δεν είναι απεριόριστα.
Όταν εξαντληθεί το
περιθώριο, η αγορά θα
χρειαστεί έναν πολύ πιο
ισχυρό μηχανισμό
προσαρμογής: την άνοδο
των τιμών σε επίπεδα
αρκετά υψηλά ώστε να
περιοριστεί η
κατανάλωση.
Το
σενάριο των 120-140
δολαρίων
Εδώ βρίσκεται και ο
μεγαλύτερος κίνδυνος για
την αγορά.
Εάν το Ορμούζ παραμείνει
ουσιαστικά κλειστό και
παράλληλα τα αποθέματα
πετρελαίου στις χώρες
του ΟΟΣΑ συνεχίσουν να
μειώνονται γρήγορα, το
σημείο καμπής θα
μπορούσε να εμφανιστεί
στις αρχές του τέταρτου
τριμήνου.
Σε αυτή την περίπτωση,
οι τιμές θα μπορούσαν να
κινηθούν σε εντελώς
διαφορετική ζώνη.
Με βάση ιστορικά
δεδομένα και την
εκτίμηση του
Tompkins,
ένα περιβάλλον τιμών
μεταξύ 120 και 140
δολαρίων το βαρέλι θα
μπορούσε να καταστεί
συμβατό με ένα
παρατεταμένο σοκ στην
προσφορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
πρόκειται για το βασικό
σενάριο της αγοράς.
Σημαίνει όμως ότι όσο
καθυστερεί η
αποκατάσταση των ροών,
το σενάριο αυτό αποκτά
μεγαλύτερη πιθανότητα.
Και αυτή ακριβώς είναι η
παράμετρος που φαίνεται
να μην έχει ακόμη
ενσωματωθεί πλήρως στις
σημερινές τιμές.
Τα
«μαξιλάρια» της αγοράς
αρχίζουν να πιέζονται
Μέχρι σήμερα, η
παγκόσμια αγορά έχει
στηριχθεί σε μια σειρά
από μηχανισμούς που
περιορίζουν την επίδραση
του σοκ.
Οι εναλλακτικές
διαδρομές εξαγωγών
αποτελούν τον πρώτο.
Η μείωση της ζήτησης
είναι ο δεύτερος.
Η αύξηση της παραγωγής
αποτελεί έναν ακόμη
μηχανισμό, ενώ σημαντικό
ρόλο έχει παίξει και η
προσωρινή υποχώρηση των
κινεζικών εισαγωγών.
Το τελευταίο στοιχείο
ήταν ιδιαίτερα
σημαντικό.
Η Amrita
Sen,
ιδρύτρια και διευθύντρια
έρευνας της
Energy
Aspects,
εκτιμά ότι η Κίνα
συνέβαλε αποφασιστικά
στην εξισορρόπηση της
αγοράς τον Μάιο,
περιορίζοντας τις
εισαγωγές αργού.
Το πρόβλημα είναι ότι
αυτή η βοήθεια δεν
μπορεί να συνεχιστεί επ'
αόριστον.
Οι κινεζικές εισαγωγές
αργού ανέκαμψαν τον
Ιούλιο και αναμένεται να
κινηθούν ακόμη υψηλότερα
τον Αύγουστο.
Αυτό σημαίνει ότι ένας
από τους σημαντικότερους
παράγοντες που μέχρι
τώρα συγκρατούσαν την
αγορά ενδέχεται σύντομα
να πάψει να λειτουργεί
ως ανάχωμα.
Όπως προειδοποιεί η
Sen,
το αργό δεν μπορεί να
παραμείνει για πάντα σε
χαμηλές τιμές εάν τα
θεμελιώδη δεδομένα της
προσφοράς και της
ζήτησης αρχίσουν να
επιδεινώνονται.
Οι
αγορές προεξοφλούν μια
συμφωνία πριν υπάρξει
Ένα ακόμη πρόβλημα
εντοπίζεται στον τρόπο
με τον οποίο οι
επενδυτές αντιδρούν στις
ειδήσεις γύρω από τις
διαπραγματεύσεις.
Κάθε φορά που
εμφανίζεται μια ένδειξη
ότι μπορεί να υπάρξει
συμφωνία, η αγορά
σπεύδει να προεξοφλήσει
την επαναφορά της
ναυσιπλοΐας και, κατά
συνέπεια, την επιστροφή
μεγαλύτερων ποσοτήτων
πετρελαίου στη διεθνή
αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι οι
τιμές να αντιδρούν
περισσότερο στις
προσδοκίες παρά στην
πραγματική κατάσταση της
φυσικής προσφοράς.
Η Sen
θεωρεί ότι αυτό έχει
οδηγήσει σε μια
υποτίμηση των κινδύνων
που εξακολουθούν να
υπάρχουν στην πλευρά της
προσφοράς.
Και το πρόβλημα δεν
περιορίζεται
αποκλειστικά στο Ορμούζ.
Στην εξίσωση παραμένουν
και οι επιθέσεις των
Χούθι σε υποδομές στη
Σαουδική Αραβία,
δημιουργώντας έναν
επιπλέον παράγοντα
αβεβαιότητας για μια
αγορά στην οποία η
σταθερότητα της
προσφοράς είναι ήδη
κρίσιμη.
Γι' αυτό και η εκτίμηση
της Energy
Aspects
είναι ότι τα θεμελιώδη
δεδομένα του αργού
εμφανίζονται πλέον
περισσότερο ανοδικά από
όσο υποδηλώνουν οι
τρέχουσες τιμές.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η αγορά
πετρελαίου εξακολουθεί
να συμπεριφέρεται σαν να
βρίσκεται λίγες ημέρες
πριν από μια λύση.
Εάν αυτή η λύση πράγματι
έρθει, η σημερινή
τιμολόγηση μπορεί να
αποδειχθεί απολύτως
δικαιολογημένη.
Εάν όμως οι
διαπραγματεύσεις
αποτύχουν και το Ορμούζ
παραμείνει κλειστό για
περισσότερο χρόνο, τότε
η αγορά θα χρειαστεί να
επανατιμολογήσει πολύ
γρήγορα τον κίνδυνο.
Και τότε η μετάβαση από
τα περίπου 88 δολάρια
στα 120-140 δολάρια δεν
θα αφορά απλώς μια ακόμη
ανοδική κίνηση του
πετρελαίου, αλλά μια
αλλαγή καθεστώτος στην
παγκόσμια αγορά
ενέργειας.
|