| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Τετάρτη, 22/07/2026

 

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν απειλεί να μετατρέψει μια γεωπολιτική κρίση σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ, προειδοποιεί η Παγκόσμια Τράπεζα. Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του οργανισμού, Ιντερμίτ Γκιλ, το δυσμενέστερο σενάριο που είχε καταρτίσει η Τράπεζα στις προβλέψεις του Ιουνίου βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στην πραγματοποίησή του.

Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στο Reuters, η παράταση των εχθροπραξιών για διάστημα έξι μηνών ή και περισσότερο θα μπορούσε να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε μια περίοδο έντονης επιβράδυνσης, με την ανάπτυξη να υποχωρεί μόλις στο 1,3%, έναντι 2,9% το 2025, ενώ παράλληλα θα αναζωπυρωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις και θα αυξηθεί η πιθανότητα νέων αυξήσεων επιτοκίων.

 

Πληθωρισμός έως 4,5% και νέες πιέσεις στις αγορές

Σύμφωνα με την ανάλυση της Παγκόσμιας Τράπεζας, το δυσμενές αυτό σενάριο προβλέπει ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα μπορούσε να εκτιναχθεί στο 4,5%, καθώς η παρατεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή και οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές θα συνεχίσουν να διαταράσσουν τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Παράλληλα, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν μόνο στην ενέργεια. Η διακοπή των εξαγωγών λιπασμάτων, ηλίου και θείου από την περιοχή αναμένεται να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη γεωργική παραγωγή, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις τιμές των τροφίμων και ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.

Ο κίνδυνος νέου κύκλου αυξήσεων επιτοκίων

Ο Γκιλ προειδοποιεί ότι μια νέα άνοδος του πληθωρισμού θα μπορούσε να αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να εγκαταλείψουν την πορεία χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής και να επανέλθουν σε αυξήσεις επιτοκίων.

Όπως σημείωσε, προς το παρόν οι βασικοί δείκτες επιτοκίων δεν έχουν ακόμη κινηθεί ανοδικά, ωστόσο, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις παγιωθούν, η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών θα μπορούσε να έρθει μέσα σε λίγους μήνες.

Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβάρυνε ιδιαίτερα τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησής του και περιορίζοντας τους διαθέσιμους πόρους για επενδύσεις στην υγεία, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υποδομές.

Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες στο επίκεντρο των κινδύνων

Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι αναδυόμενες και οι φτωχότερες οικονομίες, πολλές από τις οποίες δεν έχουν ακόμη ανακάμψει πλήρως από τις συνέπειες της πανδημίας.

Η Παγκόσμια Τράπεζα υπενθυμίζει ότι ήδη από τον Ιούνιο είχε εκτιμήσει πως περίπου το 40% των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος βρίσκεται είτε σε κατάσταση υπερχρέωσης είτε αντιμετωπίζει πολύ υψηλό κίνδυνο δημοσιονομικής κρίσης.

Σήμερα ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε περίπου 32 χώρες, ωστόσο, σύμφωνα με τον Γκιλ, μια νέα άνοδος των επιτοκίων θα μπορούσε να επιδεινώσει αισθητά την εικόνα και να οδηγήσει περισσότερα κράτη σε σοβαρές δυσκολίες χρηματοδότησης.

Μια «αργή καταστροφή»

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας χαρακτήρισε την κατάσταση ως μια «αργή καταστροφή», εξηγώντας ότι ακόμη και οι χώρες που θα συνεχίσουν να εξυπηρετούν κανονικά το χρέος τους θα αναγκαστούν να διοχετεύσουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων στην αποπληρωμή δανείων, στερώντας κεφάλαια από επενδύσεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη μελλοντική ανάπτυξη.

Τα στοιχεία της Τράπεζας δείχνουν ότι ο μέσος λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στις αναδυόμενες οικονομίες έχει αυξηθεί περίπου στο 74%, έναντι περίπου 50%-55% πριν από την πανδημία, ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος έχει φθάσει στο 67%, από περίπου 40% πριν από το 2020.

Ο Γκιλ δεν απέκλεισε ακόμη και την ανάγκη στοχευμένων διαγραφών χρέους για ορισμένες χώρες, εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί.

Οι μεγάλες οικονομίες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα

Παρά τους αυξανόμενους κινδύνους, ο οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας εκτιμά ότι οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου εμφανίζουν προς το παρόν μεγαλύτερες αντοχές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία εξακολουθούν να διαθέτουν διαφορετικές πηγές οικονομικής ισχύος που περιορίζουν τις άμεσες επιπτώσεις της κρίσης, σε αντίθεση με πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας, στις χρηματοδοτικές πιέσεις και στις μεταβολές του κόστους δανεισμού.

Η τεχνητή νοημοσύνη ως μακροπρόθεσμο αντίβαρο

Παρά το δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον, η Παγκόσμια Τράπεζα διακρίνει και μια θετική προοπτική.

Σύμφωνα με νέα ανάλυσή της, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες ενδέχεται να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη από την εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς το ποσοστό των εργαζομένων που κινδυνεύουν να αντικατασταθούν από την τεχνολογία είναι αισθητά μικρότερο σε σχέση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Όπως σημείωσε ο Γκιλ, στις φτωχότερες χώρες μόλις περίπου το 10% των θέσεων εργασίας αναμένεται να επηρεαστεί αρνητικά από την τεχνητή νοημοσύνη, έναντι 30%-40% στις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Κατά την εκτίμησή του, η νέα τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μοχλό αύξησης της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης για τις αναπτυσσόμενες χώρες, αν και τα πλήρη οφέλη της δύσκολα θα γίνουν αισθητά μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum