|
Στην εκδοχή της ήπιας
εξέλιξης, η παγκόσμια
οικονομία συνεχίζει να
αναπτύσσεται, αλλά με
χαμηλότερους ρυθμούς. Η
ανάπτυξη εκτιμάται στο
2,5% για το 2026 και στο
2,9% για το 2027, με τις
ευρωπαϊκές οικονομίες
και την Ιαπωνία να
πλήττονται περισσότερο
από το αυξημένο
ενεργειακό κόστος, χωρίς
όμως να εισέρχονται σε
ύφεση. Οι Ηνωμένες
Πολιτείες εμφανίζονται
πιο ανθεκτικές, κυρίως
λόγω της ενεργειακής
τους αυτάρκειας, ενώ
στις αναδυόμενες αγορές
η εικόνα
διαφοροποιείται: η Ρωσία
επωφελείται από τις
υψηλές τιμές ενέργειας,
ενώ η Κίνα παραμένει υπό
πίεση λόγω εσωτερικών
διαρθρωτικών
προβλημάτων.
Σε
αυτό το περιβάλλον, ο
πληθωρισμός ενισχύεται
προσωρινά το 2026, πριν
ακολουθήσει
αποκλιμάκωση. Στην
ευρωζώνη και τη Βρετανία
εκτιμάται ότι θα
κορυφωθεί κοντά στο 4%,
επιστρέφοντας σταδιακά
προς τον στόχο του 2%
έως το τέλος του 2027,
ενώ στις ΗΠΑ θα κινηθεί
υψηλότερα για μεγαλύτερο
διάστημα, λόγω ισχυρής
εγχώριας ζήτησης.
Οι
κεντρικές τράπεζες
αναμένεται να κινηθούν
με διαφοροποιημένο
τρόπο. Ορισμένες, όπως η
ΕΚΤ, ενδέχεται να
προχωρήσουν σε περαιτέρω
αυξήσεις επιτοκίων, ενώ
άλλες –όπως η Federal
Reserve– ενδέχεται να
διατηρήσουν στάση
αναμονής, αποφεύγοντας
υπερβολικές αντιδράσεις
σε ένα παροδικό σοκ.
Στο
δυσμενές σενάριο, όπου η
κρίση παρατείνεται και
οι τιμές ενέργειας
παραμένουν υψηλές, η
εικόνα επιδεινώνεται
αισθητά. Η ανάπτυξη στην
Ευρώπη και την Ιαπωνία
σχεδόν μηδενίζεται, ενώ
στις ΗΠΑ παραμένει
θετική αλλά
επιβραδύνεται. Οι
αναδυόμενες οικονομίες,
ιδιαίτερα όσες
εξαρτώνται από εισαγωγές
ενέργειας και διαθέτουν
περιορισμένα
συναλλαγματικά
αποθέματα,
αντιμετωπίζουν αυξημένες
πιέσεις.
Σε
αυτή την περίπτωση, οι
κεντρικές τράπεζες
αναγκάζονται να αυξήσουν
τα επιτόκια παρά την
επιβράδυνση της
οικονομίας, προκειμένου
να συγκρατήσουν τις
πληθωριστικές πιέσεις,
πριν περάσουν σε
χαλάρωση το 2027.
Καθοριστικός παράγοντας
για την εξέλιξη των
σεναρίων παραμένουν τα
Στενά του Ορμούζ, από τα
οποία διέρχεται
σημαντικό μέρος των
παγκόσμιων ενεργειακών
ροών. Στο βασικό
σενάριο, η λειτουργία
τους αποκαθίσταται
σταδιακά μέσα στο 2026,
επιτρέποντας την
υποχώρηση των τιμών
ενέργειας στο δεύτερο
εξάμηνο του έτους.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα
παραμένει υψηλή, καθώς
ενδεχόμενες ζημιές σε
υποδομές ή παρατεταμένες
διαταραχές στις ροές LNG
θα μπορούσαν να
διατηρήσουν τις τιμές
φυσικού αερίου σε υψηλά
επίπεδα και το πετρέλαιο
σε τριψήφια επίπεδα έως
και το 2027.
Το
βασικό συμπέρασμα της
Capital Economics είναι
σαφές: η πορεία της
παγκόσμιας οικονομίας θα
εξαρτηθεί σε μεγάλο
βαθμό από τη διάρκεια
της σύγκρουσης και τη
σταθερότητα των
ενεργειακών ροών, με τη
διαφορά μεταξύ των δύο
σεναρίων να μπορεί να
αποδειχθεί μικρότερη απ’
ό,τι αρχικά φαίνεται.
|