|
Ωστόσο, πίσω από την
άνοδο των τιμών
διαμορφώνεται μια εικόνα
που εκ πρώτης όψεως
μοιάζει αντιφατική. Οι
εξαγωγές αργού
πετρελαίου από τον
Περσικό Κόλπο
παρουσιάζουν σημάδια
ανάκαμψης, ενώ έχουν
ενεργοποιηθεί
παρεμβάσεις για την
ενίσχυση της προσφοράς.
Σύμφωνα με την εταιρεία
αναλύσεων Kpler,
οι εξαγωγές αργού από
την περιοχή την
περασμένη εβδομάδα
ξεπέρασαν ακόμη και τα
επίπεδα πριν από την
έναρξη του πολέμου. Για
το σύνολο του Οκτωβρίου,
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθούν πάνω από το
80% των προπολεμικών
ποσοτήτων.
Υπό φυσιολογικές
συνθήκες, η αποκατάσταση
των ροών, η επιτάχυνση
της διάθεσης στρατηγικών
αποθεμάτων από τον
Διεθνή Οργανισμό
Ενέργειας (IEA)
και η χαλάρωση των
αμερικανικών περιορισμών
στις εισαγωγές ρωσικού
ντίζελ θα έπρεπε να
λειτουργούν ανασταλτικά
για τις τιμές.
Η εξήγηση για την
επιμονή της ανόδου,
σύμφωνα με τη
Handelsblatt,
βρίσκεται σε μια κρίσιμη
μεταβολή: το βασικό
πρόβλημα δεν είναι πλέον
μόνο η διαθεσιμότητα
αργού πετρελαίου, αλλά
κυρίως η έλλειψη
διυλισμένων καυσίμων, με
το ντίζελ να βρίσκεται
στο επίκεντρο.
Η κρίση μεταφέρεται από
το αργό στο ντίζελ
Η περιορισμένη προσφορά
ντίζελ εξελίσσεται σε
έναν από τους
σημαντικότερους
παράγοντες που διατηρούν
τις τιμές των
ενεργειακών προϊόντων σε
εξαιρετικά υψηλά
επίπεδα.
Το gasoil,
το προϊόν διύλισης που
συνδέεται άμεσα με την
αγορά του ντίζελ,
διαπραγματεύεται στο
ICE
Europe
σε τιμές άνω των 1.450
δολαρίων ανά τόνο.
Πρόκειται για επίπεδο
περίπου δυόμισι φορές
υψηλότερο από εκείνο
στις αρχές του έτους,
αποτυπώνοντας την ένταση
των πιέσεων στην αγορά
καυσίμων.
Ακόμη πιο ενδεικτική
είναι η πορεία του
περιθωρίου διύλισης
ντίζελ, γνωστού ως
diesel
crack
spread.
Πρόκειται για τη διαφορά
μεταξύ της τιμής του
ντίζελ και της τιμής του
αργού πετρελαίου
Brent
που χρησιμοποιείται για
την παραγωγή του. Στην
Ευρώπη, το περιθώριο
έχει ξεπεράσει τα 84
δολάρια ανά βαρέλι,
υπερβαίνοντας ακόμη και
τα επίπεδα που είχαν
καταγραφεί κατά την
ενεργειακή κρίση του
2022.
Τα τόσο υψηλά περιθώρια
προσφέρουν ισχυρό
κίνητρο στα διυλιστήρια
να εξασφαλίσουν όσο το
δυνατόν μεγαλύτερες
ποσότητες αργού και να
αυξήσουν την παραγωγή
καυσίμων. Κατά συνέπεια,
η έλλειψη ντίζελ
ενισχύει την ίδια τη
ζήτηση για αργό
πετρέλαιο, δημιουργώντας
έναν μηχανισμό που
διατηρεί τις τιμές σε
υψηλά επίπεδα, ακόμη και
όταν οι εξαγωγές
ανακάμπτουν.
Η ένταση της κρίσης
είναι ακόμη μεγαλύτερη
στη φυσική αγορά, όπου
τα φορτία πετρελαίου για
άμεση παράδοση πωλούνται
με σημαντικό
premium
έναντι του συμβολαίου
αναφοράς Brent
με παράδοση σε δύο
μήνες.
Ο Τζεφ Κάρι (Jeff
Currie),
ειδικός στην αγορά
πετρελαίου και ιδρυτής
της Real
Macro,
δήλωσε στο
Bloomberg
ότι η τιμή του
συμβολαίου Brent
δεν αποτυπώνει πλέον
επαρκώς την πραγματική
στενότητα στην προσφορά.
«Το συμβόλαιο δεν έχει
πλέον καμία σχέση με τον
πραγματικό κόσμο»,
ανέφερε χαρακτηριστικά,
υπογραμμίζοντας την
απόσταση που έχει
δημιουργηθεί μεταξύ της
αγοράς παραγώγων και της
φυσικής αγοράς.
Επταπλάσιο το κόστος
μεταφοράς πετρελαίου
Η ανάκαμψη των εξαγωγών
από τον Περσικό Κόλπο
δεν σημαίνει ότι έχει
αποκατασταθεί και η
ομαλή μεταφορά των
φορτίων προς τους
τελικούς προορισμούς.
Αντιθέτως, το κόστος της
θαλάσσιας μεταφοράς έχει
εκτιναχθεί, καθώς οι
ναυτιλιακές εταιρείες
καλούνται να
διαχειριστούν αυξημένους
κινδύνους και να
καταφύγουν σε πιο
σύνθετες και δαπανηρές
λύσεις.
Σύμφωνα με αναλυτές της
Goldman
Sachs,
το παγκόσμιο κόστος
θαλάσσιας μεταφοράς
αργού πετρελαίου έχει
επταπλασιαστεί μέσα σε
έναν χρόνο. Ο μέσος
ναύλος έχει ξεπεράσει τα
20 δολάρια ανά βαρέλι,
από περίπου 3 δολάρια
πριν από έναν χρόνο.
Στον Περσικό Κόλπο,
ορισμένα φορτία
μεταφέρονται πλέον τη
νύχτα, με τους
πομποδέκτες εντοπισμού
των πλοίων
απενεργοποιημένους κατά
τη διέλευση από τα Στενά
του Ορμούζ. Στη
συνέχεια, το πετρέλαιο
μεταφορτώνεται σε
μεγαλύτερα
δεξαμενόπλοια,
προκειμένου να συνεχίσει
το ταξίδι προς τις
διεθνείς αγορές.
Οι πρακτικές αυτές
επιτρέπουν τη συνέχιση
των εξαγωγών, αλλά
αυξάνουν τη διάρκεια και
την πολυπλοκότητα κάθε
μεταφοράς, καθώς και το
λειτουργικό κόστος.
Παράλληλα, οι υψηλοί
ναύλοι και τα αυξημένα
ασφάλιστρα κινδύνου
επιβαρύνουν περαιτέρω το
τελικό κόστος του
πετρελαίου.
Ο Άρνε Λόμαν Ράσμουσεν (Arne
Lohmann
Rasmussen),
επικεφαλής αναλυτής της
Global
Risk
Management,
επισημαίνει ότι η
επιστροφή των εξαγωγών
σε υψηλότερα επίπεδα δεν
συνεπάγεται αντίστοιχη
μείωση των κινδύνων για
τη ναυτιλία.
Προειδοποιεί, μάλιστα,
ότι η είδηση της
αποκατάστασης των ροών
θα μπορούσε να
ενθαρρύνει το Ιράν να
κλιμακώσει εκ νέου την
ένταση.
Η έλλειψη δεξαμενόπλοιων
και ο ρόλος του
«σκιώδους στόλου»
Οι μεγαλύτερες
διαδρομές, οι διαδοχικές
μεταφορτώσεις και οι
καθυστερήσεις στις
θαλάσσιες μεταφορές
περιορίζουν τη διαθέσιμη
χωρητικότητα του
παγκόσμιου στόλου
δεξαμενόπλοιων. Όσο
περισσότερος χρόνος
απαιτείται για τη
μεταφορά ενός φορτίου,
τόσο περισσότερα πλοία
παραμένουν δεσμευμένα
και τόσο μικρότερη είναι
η δυνατότητα
εξυπηρέτησης νέων
παραγγελιών.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η Ουάσιγκτον
εξετάζει το ενδεχόμενο
να διαθέσει στην
κανονική αγορά
περισσότερα
δεξαμενόπλοια από τον
λεγόμενο «σκιώδη στόλο».
Πρόκειται για
εκατοντάδες πλοία, πολλά
από τα οποία είναι
μεγάλης ηλικίας και
χρησιμοποιούνται κυρίως
για τη μεταφορά ρωσικού
πετρελαίου με τρόπους
που επιτρέπουν την
παράκαμψη των διεθνών
κυρώσεων και των
ανώτατων ορίων τιμών.
Η αξιοποίησή τους,
ωστόσο, δεν είναι απλή
υπόθεση. Οι απαιτήσεις
συμμόρφωσης, οι
υφιστάμενες συμβάσεις
και η ηλικία πολλών
πλοίων περιορίζουν τη
δυνατότητα άμεσης
ένταξής τους στην
κανονική εμπορική
δραστηριότητα. Επομένως,
ακόμη και μια τέτοια
παρέμβαση δύσκολα θα
μπορούσε να αυξήσει
γρήγορα και ουσιαστικά
τη διαθέσιμη μεταφορική
ικανότητα.
Γιατί η χαλάρωση των
κυρώσεων στο ρωσικό
ντίζελ δεν αρκεί
Η αμερικανική κυβέρνηση
επιχείρησε να περιορίσει
τις πιέσεις στις αγορές
καυσίμων επιτρέποντας εκ
νέου, σε προσωρινή βάση,
εισαγωγές ρωσικού ντίζελ
και αναστέλλοντας την
επιβολή νέων κυρώσεων. Η
πρωτοβουλία του Ντόναλντ
Τραμπ προέβλεπε τη
δυνατότητα διάθεσης
300.000 έως 500.000
τόνων ρωσικού ντίζελ τον
μήνα.
Η απόφαση προκάλεσε
αντιδράσεις στο
αμερικανικό Κογκρέσο και
μεταξύ Ευρωπαίων
συμμάχων των ΗΠΑ, ενώ η
ποσότητα που θα μπορούσε
να φτάσει στην αγορά
θεωρείται περιορισμένη
σε σχέση με τις
συνολικές ανάγκες.
Μετά τη χαλάρωση των
περιορισμών και την άρση
της ρωσικής απαγόρευσης
εξαγωγών, τα πρώτα
φορτία ντίζελ έχουν ήδη
ξεκινήσει προς
προορισμούς όπως η
Τουρκία και η Βραζιλία.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον
Ράσμουσεν, οι διαθέσιμες
ποσότητες ανέρχονται σε
περίπου 210.000 τόνους,
μέγεθος που αντιστοιχεί
περίπου σε μία ημέρα
αμερικανικών εξαγωγών
ντίζελ.
Η παρέμβαση, επομένως,
δεν επαρκεί για να
καλύψει το έλλειμμα στην
παγκόσμια αγορά, ιδίως
όσο παραμένουν ενεργές
οι υπόλοιπες εστίες
διαταραχών στην παραγωγή
και τη διακίνηση
καυσίμων.
Οι επιθέσεις στα ρωσικά
διυλιστήρια επιδεινώνουν
την έλλειψη
Ένας ακόμη παράγοντας
που περιορίζει την
προσφορά είναι τα
προβλήματα στη ρωσική
διυλιστική βιομηχανία.
Οι ουκρανικές επιθέσεις
με drones
έχουν πλήξει
εγκαταστάσεις και έχουν
περιορίσει την
παραγωγική δυναμικότητα,
με άμεσες επιπτώσεις
στις εξαγωγές καυσίμων.
Σύμφωνα με στοιχεία που
επικαλείται το
Bloomberg,
οι ρωσικές εξαγωγές
ντίζελ έχουν μειωθεί
περισσότερο από 80% σε
σύγκριση με τα
προπολεμικά επίπεδα. Οι
επιθέσεις έχουν
προκαλέσει απώλειες
παραγωγής περίπου δύο
εκατομμυρίων βαρελιών
ντίζελ, ενώ παράλληλα η
Μέση Ανατολή δεν
διαθέτει τις ποσότητες
που θα μπορούσαν να
καλύψουν το κενό.
Η εικόνα επιβαρύνεται
από τις ζημιές στις
διυλιστικές
εγκαταστάσεις της
περιοχής. Σύμφωνα με τον
Διεθνή Οργανισμό
Ενέργειας, στο
αποκορύφωμα των
διαταραχών είχαν τεθεί
εκτός λειτουργίας
μονάδες με συνολική
δυναμικότητα έως και
τριών εκατομμυρίων
βαρελιών ημερησίως.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
η αποκατάσταση των
εξαγωγών αργού δεν
μεταφράζεται αυτομάτως
σε περισσότερα διαθέσιμα
καύσιμα. Η παραγωγή
ντίζελ εξαρτάται από τη
λειτουργία των
διυλιστηρίων, τα οποία
είτε έχουν υποστεί
ζημιές είτε
αντιμετωπίζουν
λειτουργικούς
περιορισμούς.
Γιατί το ντίζελ δεν
μεταφέρεται τόσο εύκολα
όσο το αργό
Η ανάκαμψη των εξαγωγών
αργού πετρελαίου από τη
Μέση Ανατολή δεν έχει
συνοδευτεί από
αντίστοιχη βελτίωση στις
αποστολές διυλισμένων
προϊόντων. Σύμφωνα με
την Argus
Media,
οι εξαγωγές τέτοιων
προϊόντων τον Σεπτέμβριο
ήταν μειωμένες κατά 73%
σε σύγκριση με την
προπολεμική περίοδο.
Η Σάρα Ραφούλ (Sarah
Raffoul),
ανώτερη αναλύτρια
πετρελαϊκών προϊόντων
της εταιρείας, αποδίδει
την εξέλιξη κυρίως στα
προβλήματα της
εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η μεταφορά ντίζελ και
άλλων διυλισμένων
προϊόντων είναι πιο
σύνθετη από τη μεταφορά
αργού πετρελαίου, καθώς
απαιτείται αυστηρός
έλεγχος των προδιαγραφών
ποιότητας. Η μεταφόρτωση
από ένα πλοίο σε άλλο
ενέχει αυξημένο κίνδυνο
επιμόλυνσης των φορτίων,
περιορίζοντας τις
δυνατότητες χρήσης
εναλλακτικών διαδρομών
και μεθόδων μεταφοράς.
Αυτό εξηγεί γιατί οι
εξαγωγές αργού μπορούν
να ανακάμπτουν, την ώρα
που οι αγορές τελικών
καυσίμων εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν
σημαντικές ελλείψεις. Η
διαθεσιμότητα του αργού
αποτελεί μόνο ένα μέρος
της εξίσωσης, καθώς
απαιτούνται επαρκής
διυλιστική δυναμικότητα
και αποτελεσματικές
μεταφορές για να φτάσουν
τα καύσιμα στους
καταναλωτές.
Morgan
Stanley:
Η πίεση στην αγορά
καυσίμων μπορεί να
διαρκέσει έως τα μέσα
του 2027
Οι προοπτικές για τους
επόμενους μήνες
παραμένουν δύσκολες.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
της Morgan
Stanley,
οι αγορές διυλισμένων
πετρελαϊκών προϊόντων
ενδέχεται να παραμείνουν
υπό έντονη πίεση
τουλάχιστον έως τα μέσα
του 2027, ακόμη και αν
περιοριστούν οι
σημερινές διαταραχές που
προκαλεί ο πόλεμος.
Οι αναλυτές της
αμερικανικής τράπεζας
εκτιμούν ότι οι απώλειες
διυλιστικής
δυναμικότητας θα
μπορούσαν να φτάσουν τα
3,4 εκατομμύρια βαρέλια
ημερησίως έως το δεύτερο
τρίμηνο του 2027.
Ένας από τους παράγοντες
που ενδέχεται να
επιδεινώσουν την
κατάσταση είναι η
αναβολή
προγραμματισμένων
εργασιών συντήρησης από
αρκετά διυλιστήρια. Οι
επιχειρήσεις επιδιώκουν
να αξιοποιήσουν τα
εξαιρετικά υψηλά
περιθώρια διύλισης,
διατηρώντας τις
εγκαταστάσεις τους σε
λειτουργία για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα.
Οι εργασίες συντήρησης,
ωστόσο, δεν μπορούν να
αναβάλλονται επ'
αόριστον. Όταν
πραγματοποιηθούν, θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
σε νέες προσωρινές
απώλειες παραγωγής,
περιορίζοντας περαιτέρω
την προσφορά καυσίμων σε
μια ήδη πιεσμένη αγορά.
Γιατί τα στρατηγικά
αποθέματα δεν αρκούν για
να αποκλιμακώσουν τις
τιμές
Περιορισμένη αναμένεται
να είναι και η επίδραση
από την επιτάχυνση της
αποδέσμευσης στρατηγικών
αποθεμάτων. Οι χώρες της
G7,
σε συνεργασία με τον
Διεθνή Οργανισμό
Ενέργειας, σχεδιάζουν να
διαθέσουν στην αγορά έως
και 100 εκατομμύρια
βαρέλια από αποθέματα
έκτακτης ανάγκης μέσα σε
τέσσερις μήνες.
Από αυτά, περίπου 50
εκατομμύρια βαρέλια
αφορούν ντίζελ, ενώ
σχεδόν 40 εκατομμύρια
βαρέλια αργού πετρελαίου
αναμένεται να προέλθουν
από τις ΗΠΑ.
Η συγκεκριμένη κίνηση,
ωστόσο, δεν αυξάνει το
συνολικό μέγεθος του
προγράμματος
αποδέσμευσης. Επιταχύνει
την εφαρμογή του σχεδίου
για τη διάθεση 400
εκατομμυρίων βαρελιών,
το οποίο είχε
αποφασιστεί ήδη από την
άνοιξη. Από αυτό το
πακέτο έχουν ήδη
διατεθεί περίπου 325
εκατομμύρια βαρέλια,
περιορίζοντας τα
περιθώρια για πρόσθετες
παρεμβάσεις.
Την ίδια στιγμή, τα
παγκόσμια αποθέματα
έχουν μειωθεί σημαντικά.
Σύμφωνα με στοιχεία που
επικαλείται το
Bloomberg,
στα τέλη Σεπτεμβρίου
βρίσκονταν περίπου 500
εκατομμύρια βαρέλια κάτω
από τα προπολεμικά
επίπεδα.
Ο IEA
αναφέρει, επίσης, ότι τα
αποθέματα πετρελαίου σε
χερσαίες εγκαταστάσεις
αποθήκευσης έχουν
υποχωρήσει στο
χαμηλότερο επίπεδο
τουλάχιστον από το 2016.
Ακόμη πιο περιορισμένα
είναι τα περιθώρια στις
ΗΠΑ, όπου τα στρατηγικά
αποθέματα βρίσκονται στο
χαμηλότερο επίπεδο από
το 1982.
Η αμερικανική στρατηγική
εφεδρεία πλησιάζει το
όριο των 252,4
εκατομμυρίων βαρελιών,
κάτω από το οποίο δεν
επιτρέπονται
αποδεσμεύσεις που δεν
συνδέονται με
καταστάσεις έκτακτης
ανάγκης. Έτσι, όσο
παρατείνονται οι
διαταραχές, τόσο
περιορίζεται η
δυνατότητα των
κυβερνήσεων να
χρησιμοποιούν τα
αποθέματα ως μέσο
αποκλιμάκωσης των τιμών.
Brent
στα 150 δολάρια; Οι
τράπεζες αναθεωρούν τις
προβλέψεις τους
Η επιμονή των πιέσεων
στην αγορά έχει οδηγήσει
μεγάλους
χρηματοπιστωτικούς
ομίλους σε ανοδική
αναθεώρηση των
εκτιμήσεών τους για το
πετρέλαιο.
Η UBS
προβλέπει πλέον ότι το
Brent
θα κινηθεί περίπου στα
100 δολάρια το βαρέλι
κατά το τρέχον τρίμηνο.
Αντίστοιχα, η
Bank
of
America
αύξησε την πρόβλεψή της
για την ίδια περίοδο από
τα 83 στα 95 δολάρια το
βαρέλι.
Παρά τις αναθεωρήσεις,
οι δύο τράπεζες δεν
αποκλείουν ένα πολύ
δυσμενέστερο σενάριο.
Εάν η σύγκρουση στη Μέση
Ανατολή κλιμακωθεί και
προκληθούν νέες ζημιές
σε ενεργειακές
εγκαταστάσεις, οι τιμές
θα μπορούσαν να
ξεπεράσουν ακόμη και τα
150 δολάρια το βαρέλι.
Το κρίσιμο στοιχείο
είναι ότι η αγορά δεν
αντιμετωπίζει πλέον
αποκλειστικά τον κίνδυνο
μειωμένης προσφοράς
αργού. Η έλλειψη ντίζελ,
τα εξαιρετικά υψηλά
περιθώρια διύλισης, το
αυξημένο κόστος
μεταφοράς, οι
περιορισμοί στη
διαθεσιμότητα
δεξαμενόπλοιων και η
εξάντληση των αποθεμάτων
συνθέτουν ένα πολύ πιο
σύνθετο πρόβλημα.
Ακόμη και αν οι εξαγωγές
αργού συνεχίσουν να
ανακάμπτουν, η αγορά
καυσίμων ενδέχεται να
παραμείνει υπό πίεση για
μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αυτό σημαίνει ότι το
ενεργειακό κόστος μπορεί
να εξακολουθήσει να
επιβαρύνει τις
μεταφορές, τη βιομηχανία
και τις επιχειρήσεις,
διατηρώντας παράλληλα
τους πληθωριστικούς
κινδύνους για την
παγκόσμια οικονομία.
|