|
Η μεταστροφή των
προσδοκιών αποτυπώνεται
καθαρά στην αγορά
προθεσμιακών συμβολαίων.
Από τις αρχές
Σεπτεμβρίου, τα
συμβόλαια αργού
πετρελαίου Brent
με παράδοση τον
Δεκέμβριο του 2027 έχουν
ενισχυθεί περισσότερο
από 13%, φθάνοντας στα
86 δολάρια το βαρέλι,
στο υψηλότερο επίπεδο
που έχει καταγραφεί για
τη συγκεκριμένη
ημερομηνία παράδοσης.
Αντίστοιχα, τα συμβόλαια
με λήξη τον Δεκέμβριο
του 2026 σημειώνουν
άνοδο περίπου 12%.
Οι τιμές των
προθεσμιακών συμβολαίων
δεν αποτελούν βεβαιότητα
για το πού θα
διαμορφωθεί το πετρέλαιο
τα επόμενα χρόνια.
Αποκαλύπτουν, ωστόσο,
ότι ολοένα περισσότεροι
συμμετέχοντες στην αγορά
επιδιώκουν να
εξασφαλίσουν ενεργειακές
προμήθειες σε υψηλότερες
τιμές και για μεγαλύτερο
χρονικό ορίζοντα.
Διυλιστήρια, αεροπορικές
εταιρείες, εμπορικοί
οίκοι και επενδυτές
φαίνεται να
προετοιμάζονται για ένα
περιβάλλον στο οποίο η
ενεργειακή ασφάλεια θα
παραμείνει ακριβή
υπόθεση.
Αμφισβητούνται οι
προβλέψεις για αύξηση
της παραγωγής
Η άνοδος των
μακροπρόθεσμων τιμών
έρχεται σε αντίθεση με
το βασικό σενάριο του
Διεθνούς Οργανισμού
Ενέργειας (IEA),
ο οποίος αναμένει
σημαντική ανάκαμψη της
παγκόσμιας προσφοράς
πετρελαίου το 2027.
Ειδικότερα, ο οργανισμός
εκτιμά ότι η παραγωγή θα
αυξηθεί από 100,7 εκατ.
βαρέλια ημερησίως κατά
το τρέχον έτος σε 108,3
εκατ. βαρέλια ημερησίως
το 2027, καθώς θα
αποκαθίστανται σταδιακά
οι εξαγωγές από τη Μέση
Ανατολή. Την ίδια
περίοδο, η παγκόσμια
ζήτηση προβλέπεται να
ενισχυθεί από 102,4
εκατ. σε 104,4 εκατ.
βαρέλια ημερησίως,
παραμένοντας ελαφρώς
χαμηλότερα από τα
επίπεδα του 2025.
Εφόσον οι εκτιμήσεις
αυτές επιβεβαιωθούν, η
προσφορά θα μπορούσε να
υπερβεί σημαντικά τη
ζήτηση το 2027. Υπό
κανονικές συνθήκες, μια
τέτοια εξέλιξη θα
δημιουργούσε πιέσεις για
αποκλιμάκωση των τιμών
του αργού πετρελαίου.
Η συμπεριφορά, ωστόσο,
των προθεσμιακών
συμβολαίων δείχνει ότι
οι επενδυτές δεν θεωρούν
δεδομένη την πλήρη
αποκατάσταση της
παραγωγής. Οι αμφιβολίες
δεν περιορίζονται στο αν
θα επανέλθουν οι
εξαγωγές στους
προβλεπόμενους όγκους,
αλλά επεκτείνονται και
στο κατά πόσο η ανάκαμψη
θα είναι αρκετά σταθερή
ώστε να εξασφαλίσει μια
διατηρήσιμη ισορροπία
στην αγορά.
Με άλλα λόγια, το ζήτημα
δεν είναι πλέον μόνο η
αναμενόμενη αύξηση της
παραγωγής, αλλά και οι
γεωπολιτικοί και
λειτουργικοί κίνδυνοι
που θα μπορούσαν να
εμποδίσουν την επιστροφή
της παγκόσμιας προσφοράς
στα προπολεμικά
δεδομένα.
Στενά του Ορμούζ: Το
ακριβό τίμημα της
ενεργειακής αβεβαιότητας
Κομβικό σημείο για την
εξέλιξη της κρίσης
εξακολουθούν να
αποτελούν τα Στενά του
Ορμούζ, τα οποία
βρίσκονται στο επίκεντρο
της αντιπαράθεσης μεταξύ
ΗΠΑ και Ιράν. Παρά την
ανάκαμψη των πετρελαϊκών
ροών τις τελευταίες
εβδομάδες και την
προσέγγισή τους στα
προπολεμικά επίπεδα, η
κατάσταση παραμένει
εύθραυστη. Στην
αποκατάσταση της
κυκλοφορίας έχει
συμβάλει, μεταξύ άλλων,
η υποστήριξη του
αμερικανικού Πολεμικού
Ναυτικού.
Οι επιθέσεις εναντίον
πλοίων από το Ιράν, σε
συνδυασμό με την
κλιμάκωση των ενεργειών
των φιλοϊρανών Χούθι της
Υεμένης, εντείνουν τους
κινδύνους για τις
θαλάσσιες μεταφορές. Οι
Χούθι έχουν εντείνει τις
επιθέσεις με πυραύλους
και μη επανδρωμένα
αεροσκάφη στη Σαουδική
Αραβία, ενώ μεταξύ των
στόχων που αναφέρθηκαν
αυτή την εβδομάδα ήταν
και η έδρα της
Saudi
Aramco
στο Νταχράν.
Η αβεβαιότητα αυτή έχει
εκτοξεύσει το κόστος
μεταφοράς πετρελαίου από
την περιοχή του Περσικού
Κόλπου. Οι υψηλότεροι
ναύλοι, τα αυξημένα
ασφάλιστρα, οι πιο
σύνθετες διαδικασίες
μεταφοράς και η ανάγκη
στρατιωτικής προστασίας
έχουν μετατρέψει τη
διακίνηση του αργού σε
πολύ ακριβότερη
διαδικασία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παραθέτει το
Reuters,
οι πρόσθετες
επιβαρύνσεις
αντιστοιχούν πλέον
σχεδόν στο ένα τρίτο του
συνολικού κόστους
μεταφοράς ενός βαρελιού
από τον Περσικό Κόλπο,
έναντι μόλις 3% πριν από
την έναρξη του πολέμου.
Η διαφορά είναι
ενδεικτική του βαθμού
στον οποίο η γεωπολιτική
αστάθεια έχει περάσει
από το επίπεδο των
κινδύνων στο πραγματικό
κόστος της αγοράς. Ακόμη
και αν οι φυσικές ροές
πετρελαίου
αποκατασταθούν σε μεγάλο
βαθμό, η μεταφορά του
μπορεί να εξακολουθήσει
να επιβαρύνεται από
υψηλά κόστη, εφόσον δεν
υπάρξει μια σταθερή
συμφωνία που θα
διασφαλίζει την ασφαλή
διέλευση από τα Στενά
του Ορμούζ.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, η επιστροφή
των εξαγωγών σε
φυσιολογικά επίπεδα δεν
αρκεί από μόνη της για
να αποκαταστήσει πλήρως
την ομαλότητα. Η
ασφάλεια των θαλάσσιων
διαδρομών και το κόστος
εφοδιασμού παραμένουν
εξίσου κρίσιμοι
παράγοντες.
Το ντίζελ αναδεικνύεται
σε μεγαλύτερη εστία
κινδύνου
Ακόμη πιο ανησυχητική
είναι η εικόνα στην
αγορά ντίζελ, όπου οι
διαταραχές στην παραγωγή
και στις εξαγωγές έχουν
προκαλέσει ιδιαίτερα
έντονες ανατιμήσεις.
Στα μέσα Σεπτεμβρίου, τα
ευρωπαϊκά συμβόλαια
αναφοράς για το
συγκεκριμένο καύσιμο
έφθασαν στο ιστορικό
υψηλό των 1.480 δολαρίων
ανά μετρικό τόνο,
επίπεδο που αντιστοιχεί
περίπου σε 210 δολάρια
ανά βαρέλι. Η εκτίναξη
συνδέεται με τις σοβαρές
δυσλειτουργίες στην
εφοδιαστική αλυσίδα
καυσίμων, τόσο στη Μέση
Ανατολή όσο και στη
Ρωσία.
Στη ρωσική πλευρά, οι
ουκρανικές επιθέσεις με
μη επανδρωμένα αεροσκάφη
έχουν προκαλέσει
σημαντικές ζημιές σε
διυλιστήρια,
περιορίζοντας την
παραγωγική δυναμικότητα.
Οι εξελίξεις αυτές
οδήγησαν τη Μόσχα στην
επιβολή απαγόρευσης
εξαγωγών ντίζελ νωρίτερα
μέσα στο έτος,
περιορίζοντας περαιτέρω
τις διαθέσιμες ποσότητες
στη διεθνή αγορά.
Την περασμένη Παρασκευή,
ο Ντόναλντ Τραμπ
ανακοίνωσε συμφωνία με
τον Βλαντίμιρ Πούτιν για
την επανέναρξη μέρους
των ρωσικών εξαγωγών.
Στη συνέχεια, έκανε λόγο
και για μια νέα
«ενεργειακή εκεχειρία»
μεταξύ Ρωσίας και
Ουκρανίας.
Οι ανακοινώσεις, ωστόσο,
δεν φαίνεται να έχουν
μεταβάλει ουσιαστικά τις
εκτιμήσεις της αγοράς.
Όπως επισημαίνει το
Reuters,
οι πρόσθετες ποσότητες
που αναφέρθηκαν
αντιστοιχούν σε μόλις
περίπου 12 ώρες της
παγκόσμιας προσφοράς.
Παράλληλα, η προοπτική
μιας πραγματικής και
διατηρήσιμης εκεχειρίας
αντιμετωπίζεται με
επιφυλακτικότητα.
Το ενδιαφέρον των
επενδυτών στρέφεται
κυρίως στη ζημιά που
έχει ήδη υποστεί η
παραγωγική δυναμικότητα
των διυλιστηρίων. Η
αποκατάσταση των
εγκαταστάσεων δεν είναι
απαραίτητα άμεση, ενώ η
επαναφορά της παραγωγής
και των εξαγωγών σε
κανονικά επίπεδα μπορεί
να απαιτήσει σημαντικό
χρόνο.
Ενδεικτικό της ανησυχίας
είναι ότι τα συμβόλαια
ντίζελ με παράδοση τον
Δεκέμβριο του 2027
ξεπέρασαν αυτή την
εβδομάδα για πρώτη φορά
τα 1.000 δολάρια ανά
τόνο. Πριν από τον
πόλεμο,
διαπραγματεύονταν στα
644 δολάρια, γεγονός που
σημαίνει ότι έχουν
ενισχυθεί περισσότερο
από 55%.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη
έχει ιδιαίτερη σημασία,
καθώς δείχνει ότι οι
πιέσεις δεν
περιορίζονται πλέον στις
άμεσες ανάγκες
εφοδιασμού. Αντίθετα, η
αγορά προεξοφλεί ότι οι
ελλείψεις και το
αυξημένο κόστος των
διυλισμένων προϊόντων
ενδέχεται να συνεχιστούν
για αρκετά χρόνια.
Γιατί το ακριβό ντίζελ
απειλεί την οικονομία
Η παρατεταμένη αύξηση
της τιμής του ντίζελ
μπορεί να έχει ευρύτερες
οικονομικές συνέπειες
από μια αντίστοιχη άνοδο
του αργού πετρελαίου. Ο
λόγος είναι ότι το
συγκεκριμένο καύσιμο
αποτελεί βασική εισροή
για μεγάλο μέρος της
πραγματικής οικονομίας.
Οι οδικές και θαλάσσιες
μεταφορές, η βιομηχανία,
η γεωργία και πολλές
δραστηριότητες της
εφοδιαστικής αλυσίδας
εξαρτώνται άμεσα ή
έμμεσα από το ντίζελ.
Όταν η τιμή του
αυξάνεται, το κόστος
μεταφοράς πρώτων υλών
και τελικών προϊόντων
επιβαρύνεται, ενώ
παράλληλα αυξάνονται τα
λειτουργικά έξοδα
επιχειρήσεων που
χρησιμοποιούν το καύσιμο
στην παραγωγή τους.
Οι πιέσεις αυτές δεν
παραμένουν αναγκαστικά
στα περιθώρια κέρδους
των επιχειρήσεων. Ένα
μέρος τους μεταφέρεται
σταδιακά στις τελικές
τιμές, επηρεάζοντας το
κόστος τροφίμων,
βιομηχανικών προϊόντων
και καταναλωτικών
αγαθών. Εάν η ενεργειακή
επιβάρυνση διατηρηθεί σε
υψηλά επίπεδα, ο
πληθωρισμός μπορεί να
αποδειχθεί πιο επίμονος
από ό,τι υπολογίζουν
σήμερα οι αγορές.
Στις ΗΠΑ, ο ετήσιος
πληθωρισμός διαμορφώθηκε
τον Σεπτέμβριο στο 3,7%,
αρκετά υψηλότερα από τον
στόχο του 2% της
Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Την ίδια στιγμή, ο
δομικός πληθωρισμός
εμφανίζει ανοδικές
τάσεις, ενισχύοντας την
ανησυχία ότι οι
πληθωριστικές πιέσεις
δεν περιορίζονται
αποκλειστικά στην
ενέργεια.
Για τις κεντρικές
τράπεζες, το ενδεχόμενο
μιας νέας περιόδου
ακριβού πετρελαίου και
ντίζελ δημιουργεί ένα
ιδιαίτερα δύσκολο
δίλημμα. Από τη μία
πλευρά, η διατήρηση των
ενεργειακών τιμών σε
υψηλά επίπεδα μπορεί να
απαιτήσει αυστηρότερη
νομισματική πολιτική για
να περιοριστούν οι
δευτερογενείς επιπτώσεις
στον πληθωρισμό. Από την
άλλη, τα υψηλότερα
επιτόκια θα μπορούσαν να
επιβαρύνουν την
κατανάλωση, τις
επενδύσεις και τη
συνολική οικονομική
δραστηριότητα.
Το πρόβλημα γίνεται
εντονότερο εάν οι
ανατιμήσεις προέρχονται
από περιορισμούς στην
προσφορά και όχι από
υπερβολική ζήτηση. Σε
αυτή την περίπτωση, η
νομισματική πολιτική
έχει περιορισμένες
δυνατότητες να
αντιμετωπίσει την αρχική
αιτία της κρίσης, ενώ
κινδυνεύει να
επιβραδύνει περαιτέρω
την οικονομία.
Από την προσωρινή
αναστάτωση σε μια
παρατεταμένη ενεργειακή
κρίση
Για το μεγαλύτερο μέρος
του 2026, οι αγορές
αντιμετώπιζαν τον πόλεμο
στο Ιράν ως μια
γεωπολιτική κρίση που θα
προκαλούσε έντονες αλλά
προσωρινές αναταράξεις
στην αγορά ενέργειας. Η
βασική προσδοκία ήταν
ότι, μετά την
αποκλιμάκωση των
εχθροπραξιών, οι
εξαγωγές θα επανέρχονταν
σταδιακά, τα αποθέματα
θα αναπληρώνονταν και οι
τιμές θα υποχωρούσαν.
Οκτώ μήνες μετά, το
βασικό ερώτημα έχει
μετατοπιστεί. Δεν αφορά
πλέον αποκλειστικά τον
όγκο πετρελαίου που
μπορεί να διέλθει από τα
Στενά του Ορμούζ, αλλά
και τον χρόνο που θα
χρειαστεί για να
αποκατασταθεί ολόκληρη η
παγκόσμια ενεργειακή
αλυσίδα.
Η αναπλήρωση των
αποθεμάτων, η
αποκατάσταση των
διυλιστηρίων, η
επαναφορά των εξαγωγών
και η εξομάλυνση του
κόστους των θαλάσσιων
μεταφορών αποτελούν
αλληλένδετες
διαδικασίες. Ακόμη και
αν βελτιωθεί ένας από
αυτούς τους παράγοντες,
οι υπόλοιποι μπορεί να
εξακολουθήσουν να
περιορίζουν την προσφορά
ή να διατηρούν υψηλό το
τελικό κόστος ενέργειας.
Αυτό εξηγεί γιατί οι
τιμές των μακροπρόθεσμων
συμβολαίων ενισχύονται
παρά τις προβλέψεις για
σημαντική αύξηση της
παραγωγής το 2027. Οι
επενδυτές δεν αποτιμούν
μόνο το αναμενόμενο
ισοζύγιο προσφοράς και
ζήτησης, αλλά και τον
κίνδυνο νέων διακοπών,
τις ζημιές στις υποδομές
και τις πρόσθετες
επιβαρύνσεις που
συνοδεύουν τη μεταφορά
και την επεξεργασία των
καυσίμων.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η λήξη των
εχθροπραξιών δεν θα
σημάνει κατ' ανάγκη και
το τέλος της ενεργειακής
κρίσης. Η αποκατάσταση
της παραγωγής και των
εμπορικών ροών μπορεί να
αποδειχθεί αργή, ενώ οι
επιπτώσεις στις τιμές
των καυσίμων και στο
κόστος λειτουργίας της
οικονομίας ενδέχεται να
διατηρηθούν για πολύ
μεγαλύτερο διάστημα.
Για τις αγορές, το
κρίσιμο στοίχημα των
επόμενων ετών θα είναι
εάν η παγκόσμια προσφορά
μπορεί να ανακάμψει
αρκετά γρήγορα ώστε να
απορροφήσει τις απώλειες
και να αποκαταστήσει την
ισορροπία. Μέχρι τότε,
το ακριβό πετρέλαιο και
κυρίως το ντίζελ
παραμένουν σημαντικοί
παράγοντες κινδύνου τόσο
για την πορεία του
πληθωρισμού όσο και για
τις προοπτικές της
παγκόσμιας οικονομίας.
|