|
Οι ωφελημένοι
Παρά την ενίσχυση των
ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας τα τελευταία
χρόνια, η παγκόσμια
οικονομία εξακολουθεί να
στηρίζεται σε μεγάλο
βαθμό στο πετρέλαιο και
το φυσικό αέριο. Τα
μεγάλα αποθέματα
πετρελαίου συνδέονται
διαχρονικά με τεράστιο
πλούτο — όχι τυχαία το
αργό έχει χαρακτηριστεί
«μαύρος χρυσός». Όταν οι
τιμές ανεβαίνουν, οι
παραγωγοί ενέργειας
συνήθως ενισχύονται
οικονομικά, ενώ οι
καταναλωτές
επιβαρύνονται.
Ωστόσο, η παρούσα κρίση
δεν θυμίζει μια
συνηθισμένη άνοδο τιμών.
Η Μέση Ανατολή παραμένει
ο πυρήνας της παγκόσμιας
ενεργειακής προσφοράς
και τα Στενά του Ορμούζ
αποτελούν κομβικό σημείο
διέλευσης. Ο de
facto
αποκλεισμός της περιοχής
και οι επιθέσεις σε
κρίσιμες ενεργειακές
εγκαταστάσεις έχουν
πλήξει σοβαρά ακόμη και
παραγωγούς του Κόλπου,
όπως το Κατάρ και η
Σαουδική Αραβία, καθώς η
Τεχεράνη στρέφεται και
κατά συμμάχων των ΗΠΑ.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό,
χώρες που μπορούν να
λειτουργήσουν ως
εναλλακτικοί προμηθευτές
ενέργειας ενδέχεται να
βρεθούν σε πλεονεκτική
θέση. Μεταξύ αυτών
συγκαταλέγονται η
Νορβηγία, ο Καναδάς και
η Ρωσία.
Η Νορβηγία είχε ήδη
ενισχύσει τη θέση της
μετά τη ρωσική εισβολή
στην Ουκρανία το 2022,
όταν η Ευρώπη επιχείρησε
να περιορίσει την
εξάρτησή της από το
ρωσικό φυσικό αέριο.
Τότε αύξησε την παραγωγή
της και αποκόμισε
σημαντικά οφέλη.
Αντίστοιχα, ο Καναδάς
επιχειρεί να εμφανιστεί
ως αξιόπιστη και σταθερή
πηγή ενεργειακού
εφοδιασμού. Ο υπουργός
Ενέργειας Τιμ Χότζσον
παρουσίασε τη χώρα ως
έναν προβλέψιμο και
αξιακά συνεπή παραγωγό,
αν και παραμένει αβέβαιο
κατά πόσο η καναδική
παραγωγή μπορεί να
αυξηθεί αρκετά γρήγορα
ώστε να καλύψει
μεγαλύτερο μέρος της
ζήτησης.
Η Ρωσία, πάντως,
ενδέχεται να αναδειχθεί
στον μεγαλύτερο
ωφελημένο της κρίσης.
Καθώς οι Ηνωμένες
Πολιτείες χαλαρώνουν
περιορισμούς προκειμένου
να αμβλύνουν το
παγκόσμιο πρόβλημα
προσφοράς, οι εξαγωγές
ρωσικού αργού προς την
Ινδία έχουν ενισχυθεί
σημαντικά, καταγράφοντας
αύξηση κατά 50%.
Παράλληλα, η αυξημένη
επιστροφή ορισμένων
οικονομιών στον άνθρακα
δημιουργεί νέα περιθώρια
κερδοφορίας και για
μεγάλους εξαγωγείς του
συγκεκριμένου καυσίμου,
όπως η Ινδονησία, καθώς
και οι τιμές του άνθρακα
κινούνται ανοδικά.
Οι χαμένοι
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει
δηλώσει ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες κερδίζουν όταν
ακριβαίνει το πετρέλαιο.
Πράγματι, οι
αμερικανικές πετρελαϊκές
εταιρείες θα μπορούσαν
να δουν τα έσοδά τους να
αυξάνονται κατά δεκάδες
δισεκατομμύρια δολάρια,
εφόσον οι τιμές
παραμείνουν στα σημερινά
υψηλά επίπεδα. Αυτό,
όμως, δεν σημαίνει ότι η
αμερικανική οικονομία
συνολικά βγαίνει
ωφελημένη.
Ορισμένες αμερικανικές
επιχειρήσεις είναι άμεσα
εκτεθειμένες στις
εξελίξεις στη Μέση
Ανατολή. Ενδεικτικά, η
ExxonMobil
διαθέτει παρουσία στο
Ras
Laffan
του Κατάρ, όπου η
παραγωγή έχει διακοπεί
από τις αρχές Μαρτίου
και οι εγκαταστάσεις
έχουν υποστεί, σύμφωνα
με αναφορές, σοβαρές
ζημιές από ιρανικά
πυραυλικά πλήγματα.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί
παραγωγοί σχιστολιθικού
πετρελαίου στις ΗΠΑ,
ύστερα από χρόνια
περιορισμένων επενδύσεων
λόγω χαμηλότερων τιμών,
δεν έχουν τη δυνατότητα
να αυξήσουν γρήγορα την
παραγωγή τους.
Πέρα όμως από την πλευρά
της προσφοράς, υπάρχει
και η πλευρά της
κατανάλωσης: οι
Αμερικανοί παραμένουν,
κατά κεφαλήν, από τους
μεγαλύτερους καταναλωτές
πετρελαίου και φυσικού
αερίου στον κόσμο. Άρα,
η άνοδος των τιμών
επιβαρύνει σημαντικά και
τα νοικοκυριά και τις
επιχειρήσεις.
Ανάλογη ευπάθεια
εμφανίζει και η Ευρώπη,
ιδίως το Ηνωμένο
Βασίλειο, λόγω της
ισχυρής εξάρτησης από
εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Η μεγαλύτερη απειλή
περνά μέσα από τον
πληθωρισμό: αν
συνεχιστούν οι σημερινές
τάσεις, εκτιμάται ότι
μπορεί να προστεθεί
περίπου μισή ποσοστιαία
μονάδα στον φετινό
πληθωρισμό, καθώς η
αύξηση του ενεργειακού
κόστους μεταφέρεται και
σε άλλες κατηγορίες,
όπως τα λιπάσματα και οι
μεταφορές.
Βέβαια, σε σύγκριση με
το παρελθόν, οι δυτικές
οικονομίες είναι σήμερα
κάπως πιο ανθεκτικές,
καθώς έχουν βελτιώσει
την ενεργειακή τους
αποδοτικότητα. Παρ’ όλα
αυτά, στο Ηνωμένο
Βασίλειο, όπου το
πετρέλαιο και το φυσικό
αέριο εξακολουθούν να
καλύπτουν πάνω από το
ήμισυ της συνολικής
ενεργειακής κατανάλωσης,
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις παραμένουν
εκτεθειμένα.
Στη Γερμανία, η οποία
διαθέτει έντονα
βιομηχανική οικονομία, η
αύξηση του ενεργειακού
κόστους αποτελεί
ιδιαίτερα σοβαρό
κίνδυνο. Η μεταποίηση
μόλις είχε αρχίσει να
σταθεροποιείται μετά από
μακρά περίοδο αδυναμίας
από το 2022, ενώ η
εξαγωγική φύση της
οικονομίας την καθιστά
ευάλωτη και σε μια
πιθανή παγκόσμια ύφεση.
Και η Ιταλία βρίσκεται
σε δύσκολη θέση, καθώς
διατηρεί επίσης ισχυρή
μεταποιητική βάση, ενώ
το πετρέλαιο και το
φυσικό αέριο συμμετέχουν
σε ιδιαίτερα υψηλό
ποσοστό στο ενεργειακό
της μείγμα σε σύγκριση
με άλλες ευρωπαϊκές
χώρες.
Στην Ασία, η Ιαπωνία
συγκαταλέγεται στις πιο
εκτεθειμένες οικονομίες,
καθώς περίπου το 95% του
πετρελαίου που
καταναλώνει προέρχεται
από τη Μέση Ανατολή, και
σχεδόν το 90% αυτών των
ποσοτήτων διέρχεται από
τα Στενά του Ορμούζ.
Ευάλωτη είναι και η
Ινδία, η οποία εισάγει
περίπου το 90% του αργού
πετρελαίου που
χρειάζεται, με περίπου
το ήμισυ των εισαγωγών
της να εξαρτάται επίσης
από τη συγκεκριμένη
θαλάσσια διαδρομή.
Η Τουρκία, λόγω της
γεωγραφικής της
εγγύτητας με το Ιράν,
προετοιμάζεται για το
ενδεχόμενο προσφυγικών
ροών και μεγαλύτερης
γεωπολιτικής
αβεβαιότητας. Παράλληλα,
οι εξελίξεις επηρεάζουν
ήδη και τη νομισματική
της πολιτική, μέσω των
αποφάσεων της κεντρικής
τράπεζας.
Υπάρχουν, τέλος, και
χώρες που δείχνουν
ιδιαίτερα ευάλωτες
επειδή έχουν περάσει
πρόσφατα από σοβαρές
οικονομικές δοκιμασίες ή
βρέθηκαν πολύ κοντά σε
αυτές.
Η Σρι Λάνκα, στην
προσπάθειά της να
περιορίσει το ενεργειακό
κόστος, καθιέρωσε την
Τετάρτη ως ημέρα αργίας
για τους εργαζόμενους
στο Δημόσιο.
Στο Πακιστάν, που πριν
από δύο χρόνια βρέθηκε
πολύ κοντά σε οικονομική
κρίση, έχουν ήδη ληφθεί
μέτρα όπως αυξήσεις στις
τιμές των καυσίμων,
κλείσιμο σχολείων για
δύο εβδομάδες, μείωση
κατά το ήμισυ των
επιδομάτων καυσίμων για
δημοσίους υπαλλήλους,
απαγόρευση αγοράς νέων
κλιματιστικών και
επίπλων, καθώς και
περιορισμός του αριθμού
των κρατικών οχημάτων
που κυκλοφορούν.
Η Αίγυπτος αντιμετωπίζει
επίσης σύνθετες πιέσεις:
όχι μόνο από το
υψηλότερο κόστος
καυσίμων και βασικών
αγαθών, αλλά και από την
προοπτική σημαντικής
υποχώρησης των εσόδων
της από τη Διώρυγα του
Σουέζ και τον τουρισμό.
Ταυτόχρονα, η
εξυπηρέτηση του χρέους
της γίνεται ακόμη
βαρύτερη, καθώς μεγάλο
μέρος του είναι σε
δολάρια.
Ο ρόλος των κυβερνήσεων
Η τελική έκταση του
οικονομικού πλήγματος
δεν θα εξαρτηθεί μόνο
από την πορεία των τιμών
της ενέργειας, αλλά και
από τον τρόπο με τον
οποίο θα αντιδράσουν οι
κυβερνήσεις. Και αυτό
αποτελεί ήδη αντικείμενο
έντονων συζητήσεων.
Πολλές χώρες
εμφανίζονται απρόθυμες
να προχωρήσουν σε μεγάλα
πακέτα στήριξης, καθώς
τα δημόσια οικονομικά
τους βρίσκονται ήδη υπό
πίεση. Την ίδια στιγμή,
οι αντιδράσεις των
αγορών ομολόγων απέναντι
στον κίνδυνο υψηλότερου
πληθωρισμού απειλούν να
αυξήσουν περαιτέρω το
κόστος δανεισμού για ήδη
επιβαρυμένα κράτη.
Η πιο άμεση απειλή
παραμένει, φυσικά, για
τους παραδοσιακούς
πελάτες του πετρελαίου
και του LNG
που κινούνται ανατολικά
μέσω των Στενών του
Ορμούζ. Παρ’ όλα αυτά,
οι μεγαλύτερες
οικονομίες της Ασίας
δείχνουν μέχρι στιγμής
σχετικά καλύτερα
προετοιμασμένες.
Η Κίνα διαθέτει
αποθέματα που επαρκούν
για αρκετούς μήνες
κατανάλωσης και φέρεται
να έχει αυξήσει τις
αγορές της από το Ιράν.
Κάτι ανάλογο ισχύει και
για την Ινδία, η οποία
αξιοποιεί το προσωρινό
περιθώριο ευελιξίας για
να στραφεί ακόμη
περισσότερο προς τη
Ρωσία.
Σε κάθε περίπτωση, η
τελική έκβαση θα
εξαρτηθεί από την πορεία
της ίδιας της
σύγκρουσης. Ωστόσο,
σύμφωνα με την ανάλυση
του BBC,
είναι αμφίβολο κατά πόσο
οι Ηνωμένες Πολιτείες
είχαν εκτιμήσει πλήρως
όλες αυτές τις
οικονομικές
παρενέργειες.
Όσο περισσότερο
παρατείνεται ο πόλεμος,
τόσο αυξάνεται ο
κίνδυνος να μην
περιοριστεί η ζημιά σε
επιμέρους χώρες, αλλά να
λάβει χαρακτηριστικά
ευρύτερης μετάδοσης, με
σοβαρές συνέπειες για
την παγκόσμια οικονομία.
|