|
Τα
στοιχεία του Μαΐου
Σύμφωνα με τα πιο
πρόσφατα δεδομένα, η
καθαρή χρηματοδότηση
προς το σύνολο του
ιδιωτικού τομέα στην
Ελλάδα διαμορφώθηκε τον
Μάιο σε ετήσιο ρυθμό
9,8%. Το ίδιο ποσοστό,
9,8%, καταγράφηκε και
στις μη
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις, ενώ στα
νοικοκυριά ο ρυθμός ήταν
2,7%.
Η σύγκριση με πέρυσι
είναι χαρακτηριστική:
τον Μάιο του 2025 η
πιστωτική επέκταση προς
τις επιχειρήσεις έφτανε
το 17,40%, ενώ τα
νοικοκυριά βρίσκονταν
ακόμη σε αρνητικό
έδαφος, με -0,1%. Με
άλλα λόγια, ο
επιχειρηματικός τομέας
«φρενάρει» μετά από μια
περίοδο ιδιαίτερα
έντονης ανόδου, ενώ
αντίθετα τα φυσικά
πρόσωπα βγαίνουν
επιτέλους από μια
μακρόχρονη περίοδο
συρρίκνωσης δανεισμού
που κράτησε περίπου
δεκαπέντε χρόνια.
Τι
δείχνουν οι καθαρές ροές
του πενταμήνου
Η εικόνα του πενταμήνου
Ιανουαρίου–Μαΐου 2026,
όπως προκύπτει από τα
στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος,
επιβεβαιώνει αυτή την
τάση αποκλιμάκωσης:
Η συνολική καθαρή αύξηση
των δανειακών υπολοίπων
στον ιδιωτικό τομέα
έφτασε το 1,6 δισ. ευρώ,
έναντι 2,11 δισ. ευρώ
στο αντίστοιχο διάστημα
του 2025.
Η υποχώρηση αυτή
οφείλεται σχεδόν
αποκλειστικά στις
επιχειρήσεις: η καθαρή
χρηματοδότηση προς τις
μη χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις υποχώρησε
σε 1,61 δισ. ευρώ, από
2,45 δισ. ευρώ πέρυσι.
Αντίθετα, τα νοικοκυριά
παρουσιάζουν αισθητή
βελτίωση, με θετική
καθαρή ροή 11 εκατ.
ευρώ, ενώ πέρυσι η
αντίστοιχη ροή ήταν
αρνητική, στα -43 εκατ.
ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή
τη στροφή φαίνεται πως
έπαιξε η επαναφορά της
στεγαστικής πίστης σε
θετικό πρόσημο. Στο
πεντάμηνο, η καθαρή ροή
χρηματοδότησης στα
οικιστικά δάνεια ήταν
-22 εκατ. ευρώ,
σημαντικά βελτιωμένη σε
σχέση με τα -167 εκατ.
ευρώ του 2025 — μια
ένδειξη ότι η αγορά
στεγαστικών δανείων
πλησιάζει σταδιακά την
πλήρη εξομάλυνση.
Γιατί τα επίσημα
στοιχεία δεν λένε όλη
την ιστορία
Τα στατιστικά της ΤτΕ,
όσο κι αν είναι χρήσιμα
για να αποτυπώσουν τις
τάσεις, δεν
αντικατοπτρίζουν το
σύνολο της ρευστότητας
που καταλήγει τελικά
στην αγορά. Στην
πραγματικότητα, τα
κεφάλαια που φτάνουν σε
επιχειρήσεις και
νοικοκυριά είναι
περισσότερα από όσα
εμφανίζονται στις
επίσημες καταγραφές.
Ο λόγος έχει να κάνει με
τον τρόπο λειτουργίας
των συγχρηματοδοτούμενων
προγραμμάτων. Μεγάλο
μέρος των νέων δανείων
υποστηρίζεται από
κοινοπρακτικά σχήματα
του Ομίλου ΕΤΕπ και της
Ελληνικής Αναπτυξιακής
Τράπεζας (ΕΑΤ), καθώς
και από εκταμιεύσεις που
εντάσσονται στο Ταμείο
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας (RRF).
Σε αυτές τις
περιπτώσεις, μόνο το
κομμάτι που
χρηματοδοτούν οι
εμπορικές τράπεζες με
ίδια κεφάλαια
καταγράφεται ως
«πιστωτική επέκταση» —
το υπόλοιπο, που
προέρχεται από δημόσιους
ή ευρωπαϊκούς φορείς,
μένει εκτός των επίσημων
μετρήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
η πραγματική προσφορά
δανειακών κεφαλαίων προς
την ελληνική αγορά είναι
μεγαλύτερη απ' όσο
δείχνουν οι αριθμοί της
νομισματικής αρχής. Αυτό
ισχύει τόσο για τον
επιχειρηματικό δανεισμό
όσο και για τα
νοικοκυριά, για
παράδειγμα μέσω
προγραμμάτων στεγαστικής
στήριξης όπως το «Σπίτι
μου».
Τι προβλέπεται για το
υπόλοιπο του 2026
Η Τράπεζα της Ελλάδος
εκτιμά ότι η συμβολή του
RRF
θα παραμείνει σημαντική
και τους επόμενους
μήνες, ενισχύοντας
ιδιαίτερα τη
χρηματοδότηση προς τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, οι οποίες
παραδοσιακά
δυσκολεύονται
περισσότερο στην
πρόσβαση σε τραπεζικό
δανεισμό. Αν και τον
Μάιο του 2026 έληξε η
προθεσμία σύναψης νέων
δανείων στο πλαίσιο του
Ταμείου, η κεντρική
τράπεζα εκτιμά πως η
επίδρασή του θα
συνεχίσει να
«τροφοδοτεί» επενδύσεις
και ρευστότητα στην
πραγματική οικονομία για
ένα ακόμη διάστημα,
καθώς οι εκταμιεύσεις
και οι επενδυτικές
δράσεις που έχουν ήδη
ενταχθεί σε αυτό
εξακολουθούν να
υλοποιούνται.
Το ευρύτερο πλαίσιο
Η επιβράδυνση της
πιστωτικής επέκτασης
προς τις επιχειρήσεις
δεν πρέπει απαραίτητα να
διαβαστεί ως αρνητικό
σημάδι. Μετά από μια
περίοδο εξαιρετικά
υψηλών ρυθμών ανάπτυξης
του δανεισμού —σε
επίπεδα που σπάνια είναι
βιώσιμα μακροπρόθεσμα—
μια σταδιακή
αποκλιμάκωση προς πιο
«κανονικούς» ρυθμούς
είναι συχνά ένδειξη
ωρίμανσης της αγοράς και
όχι επιβράδυνσης της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Ταυτόχρονα, η επιστροφή
των νοικοκυριών σε
θετικό δανεισμό, ύστερα
από περίπου μία
δεκαπενταετία συνεχούς
απομόχλευσης, αποτελεί
από μόνη της σημαντική
εξέλιξη. Δείχνει
αυξημένη εμπιστοσύνη
τόσο από την πλευρά των
τραπεζών όσο και από την
πλευρά των καταναλωτών,
και συνδέεται στενά με
τη σταθεροποίηση της
αγοράς ακινήτων και τη
σταδιακή βελτίωση των
εισοδημάτων.
Το κρίσιμο ερώτημα για
το υπόλοιπο του έτους
είναι αν ο ρυθμός
χρηματοδότησης των
επιχειρήσεων θα
σταθεροποιηθεί σε πιο
βιώσιμα επίπεδα ή αν θα
συνεχίσει να
αποκλιμακώνεται, καθώς η
στήριξη από τα ευρωπαϊκά
προγράμματα —ιδίως το
RRF—
αρχίζει σταδιακά να
«σβήνει» μπροστά στο
ορίζοντα λήξης του
Ταμείου Ανάκαμψης.
|