|
Η υπόθεση, η οποία
εξετάστηκε από τη
Διεύθυνση Επίλυσης
Διαφορών με την απόφαση
1231/2026, ξεκίνησε το
2022, όταν ο
φορολογούμενος
εντοπίστηκε από το
Τελωνείο Βόλου να
κατέχει και να
κυκλοφορεί στην Ελλάδα
όχημα με γερμανικές
πινακίδες, ενώ ο ίδιος
ήταν φορολογικός
κάτοικος Ελλάδας.
Η υπόθεση διαβιβάστηκε
στη ΔΟΥ Βόλου. Πέρα από
τις τελωνειακές κυρώσεις
που αφορούσαν το
αυτοκίνητο, η φορολογική
αρχή προχώρησε το 2025
σε πλήρη έλεγχο της
φορολογικής εικόνας του
συγκεκριμένου προσώπου
για τις χρήσεις 2019,
2020 και 2021.
Ο φορολογούμενος
δραστηριοποιούνταν ως
μεσίτης αστικών
συμβάσεων και είχε
διακόψει την
επαγγελματική του
δραστηριότητα το 2020.
Αυτό, ωστόσο, δεν
εμπόδισε τη φορολογική
διοίκηση να ελέγξει και
την επόμενη χρήση,
δηλαδή το 2021.
Στο επίκεντρο του
ελέγχου βρέθηκαν οι
τραπεζικές καταθέσεις
του για την τριετία
2019-2021. Συνολικά, οι
πιστώσεις που
εξετάστηκαν ανήλθαν σε
154.039,79 ευρώ, με την
ελεγκτική αρχή να θεωρεί
ότι σημαντικό μέρος
αυτών δεν καλυπτόταν από
τα δηλωμένα εισοδήματα ή
από επαρκώς τεκμηριωμένη
πηγή προέλευσης.
Για το 2019
χαρακτηρίστηκε ως
αδικαιολόγητη προσαύξηση
περιουσίας ποσό
90.973,10 ευρώ, με τους
φόρους και τα πρόστιμα
να φτάνουν τα 56.280,62
ευρώ.
Για το 2020 κρίθηκε
αδικαιολόγητο ποσό
31.751,36 ευρώ και
επιβλήθηκαν φόροι και
πρόστιμα ύψους 15.716,93
ευρώ.
Για το 2021
χαρακτηρίστηκε
αδικαιολόγητο ποσό
17.494,50 ευρώ, με τις
συνολικές επιβαρύνσεις
να ανέρχονται σε
8.659,77 ευρώ.
Έτσι, το συνολικό ποσό
των καταθέσεων που η
εφορία θεώρησε
αδικαιολόγητες ανήλθε σε
140.218,96 ευρώ, ενώ οι
φόροι και τα πρόστιμα
διαμορφώθηκαν συνολικά
σε 80.657,32 ευρώ.
Η ΔΕΔ επισημαίνει ότι
στις περιπτώσεις
προσαύξησης περιουσίας
από άγνωστη πηγή
εφαρμόζεται φορολογικός
συντελεστής 33% από το
πρώτο ευρώ και στη
συνέχεια επιβάλλεται
πρόστιμο ίσο με το 50%
του φόρου που προκύπτει.
Παράλληλα, όπου
προβλέπεται για τη
συγκεκριμένη περίοδο,
μπορεί να επιβληθεί και
εισφορά αλληλεγγύης.
Ο φορολογούμενος
προσέφυγε στη ΔΕΔ
υποστηρίζοντας ότι οι
καταθέσεις δεν μπορούσαν
να θεωρηθούν αυτομάτως
φορολογητέο εισόδημα,
καθώς προέρχονταν από
αποταμιεύσεις
προηγούμενων ετών.
Το επιχείρημα, όμως, δεν
κρίθηκε επαρκές. Η ΔΕΔ
έκρινε ότι δεν
προσκομίστηκαν τα
απαραίτητα
δικαιολογητικά και
στοιχεία που να
αποδεικνύουν την
προέλευση των επίμαχων
ποσών, με αποτέλεσμα να
απορρίψει την προσφυγή
και να επικυρώσει τους
καταλογισμούς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
έχει το σκεπτικό της ΔΕΔ
σχετικά με το πότε μια
τραπεζική πίστωση
θεωρείται πραγματική
«προσαύξηση περιουσίας»
και πότε όχι.
Η ύπαρξη μιας κατάθεσης
στον τραπεζικό
λογαριασμό δεν σημαίνει
από μόνη της ότι
πρόκειται για
αδικαιολόγητο εισόδημα.
Εφόσον η προέλευση των
χρημάτων μπορεί να
αποδειχθεί, για
παράδειγμα μέσω
εισοδήματος από
κεφάλαιο, πώλησης
περιουσιακού στοιχείου,
δανείου ή άλλης
συγκεκριμένης πηγής, δεν
υπάρχει αυτομάτως
προσαύξηση περιουσίας
από άγνωστη πηγή.
Ακόμη και εάν ένα ποσό
που προέρχεται από
γνωστή πηγή δεν είχε
δηλωθεί ενώ υπήρχε
σχετική φορολογική
υποχρέωση, η φορολογική
αντιμετώπιση δεν γίνεται
απαραίτητα μέσω των
διατάξεων περί
προσαύξησης περιουσίας.
Στην περίπτωση αυτή
εφαρμόζονται οι κανόνες
φορολόγησης που ίσχυαν
για το συγκεκριμένο
είδος εισοδήματος κατά
τον χρόνο που προέκυψε.
Αντίθετα, όταν οι
τραπεζικές πιστώσεις δεν
μπορούν να καλυφθούν από
τα δηλωμένα εισοδήματα
του φορολογουμένου ή από
άλλη συγκεκριμένη και
επαρκώς τεκμηριωμένη
πηγή, μπορούν να
θεωρηθούν εισόδημα που
δεν έχει δηλωθεί και να
φορολογηθούν αναλόγως.
Το βάρος της τεκμηρίωσης
αποκτά, επομένως,
ιδιαίτερη σημασία. Όταν
η φορολογική διοίκηση
ζητήσει από τον
φορολογούμενο στοιχεία
για την προέλευση
χρηματικών ποσών που
εμφανίζονται στους
λογαριασμούς του,
εκείνος οφείλει να
προσκομίσει τα
απαραίτητα και εύλογα
δικαιολογητικά που
εξηγούν την προέλευση
και τη διαδρομή των
χρημάτων.
Η απλή επίκληση παλαιών
αποταμιεύσεων, χωρίς
έγγραφα ή άλλα στοιχεία
που να επιτρέπουν την
επαλήθευση του
ισχυρισμού, μπορεί να
μην είναι αρκετή. Η
άρνηση ή η παράλειψη
παροχής στοιχείων, όπως
και η αδυναμία επαρκούς
τεκμηρίωσης,
συνεκτιμάται από τις
ελεγκτικές αρχές κατά
την αξιολόγηση των
στοιχείων του ελέγχου.
Η συγκεκριμένη υπόθεση
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα της
διευρυμένης δυνατότητας
της φορολογικής
διοίκησης να
διασταυρώνει στοιχεία
και να αναζητά
εισοδήματα ή
περιουσιακές μεταβολές
που δεν συμβαδίζουν με
την εικόνα που
εμφανίζουν οι
φορολογικές δηλώσεις.
Η ΑΑΔΕ έχει τη
δυνατότητα να ελέγχει
την εκπλήρωση των
φορολογικών υποχρεώσεων,
να επαληθεύει την
ακρίβεια των δηλώσεων
και να διασταυρώνει τα
στοιχεία που διαθέτει
από διαφορετικές πηγές.
Στο πλαίσιο αυτό μπορεί
να εξετάζει έγγραφα,
λογιστικά αρχεία,
τραπεζικά δεδομένα και
άλλες πληροφορίες, ενώ
μπορεί να ζητά εξηγήσεις
τόσο από τον ίδιο τον
φορολογούμενο όσο και
από τρίτους.
Παράλληλα, η φορολογική
διοίκηση μπορεί, μετά
την ολοκλήρωση του
ελέγχου, να προχωρήσει
σε διορθωτικό
προσδιορισμό φόρου όταν
διαπιστωθεί ότι ο
αρχικός προσδιορισμός
ήταν ανακριβής ή
εσφαλμένος.
Το βασικό μήνυμα της
απόφασης είναι ότι μια
φορολογική ή τελωνειακή
υπόθεση δεν περιορίζεται
κατ’ ανάγκη στην αρχική
παράβαση. Ένας έλεγχος
μπορεί να οδηγήσει σε
διασταυρώσεις
οικονομικών στοιχείων
και τελικά σε έλεγχο
τραπεζικών λογαριασμών,
ιδιαίτερα όταν
προκύπτουν διαφορές
μεταξύ της δηλωμένης
οικονομικής εικόνας και
των πραγματικών
κινήσεων.
Για τον φορολογούμενο,
επομένως, η ύπαρξη
σημαντικών ποσών στους
τραπεζικούς λογαριασμούς
δεν αρκεί να
δικαιολογείται με μια
γενική αναφορά σε
παλαιότερες
αποταμιεύσεις. Η
προέλευση των χρημάτων
πρέπει να μπορεί να
αποδειχθεί με
συγκεκριμένα στοιχεία,
καθώς σε διαφορετική
περίπτωση ο φορολογικός
έλεγχος μπορεί να
οδηγήσει σε ιδιαίτερα
υψηλές επιβαρύνσεις.
Στην προκειμένη
περίπτωση, μια υπόθεση
που ξεκίνησε από την
κυκλοφορία ενός
αυτοκινήτου με ξένες
πινακίδες κατέληξε σε
καταλογισμό άνω των
80.000 ευρώ. Η εξέλιξη
αυτή δείχνει με τον
πλέον χαρακτηριστικό
τρόπο πόσο στενά
συνδέονται πλέον οι
τελωνειακοί έλεγχοι, οι
φορολογικές
διασταυρώσεις και η
εικόνα των τραπεζικών
συναλλαγών στο σύγχρονο
φορολογικό σύστημα.
|