|
Αναλυτικότερα, σύμφωνα
με τα στοιχεία του
ΙΕΛΚΑ, της
NielsenΙQ
και της ΕΣΕ, η
καταναλωτική δαπάνη στα
σούπερ μάρκετ,
συμπεριλαμβανομένου του
ΦΠΑ, εκτιμάται ότι θα
ανέλθει το 2025 στα 16,2
δισ. ευρώ, από 15,15
δισ. ευρώ το 2024 και
14,515 δισ. ευρώ το
2023.
Η αύξηση της δαπάνης,
ωστόσο, συνοδεύεται από
ακόμη εντονότερη πίεση
στην τελική γραμμή των
επιχειρήσεων. Οι
πωλήσεις των σούπερ
μάρκετ, μετά την
αφαίρεση του ΦΠΑ,
εκτιμώνται για το 2025
στα 13,967 δισ. ευρώ,
έναντι 13,061 δισ. ευρώ
το 2024 και 12,512 δισ.
ευρώ το 2023. Δηλαδή,
μέσα σε δύο χρόνια η
αγορά προσθέτει περίπου
1,5 δισ. ευρώ σε
πωλήσεις.
Το μεγαλύτερο μέρος
αυτών των εσόδων, όμως,
κατευθύνεται στους
προμηθευτές. Οι σχετικές
δαπάνες αυξάνονται από
9,162 δισ. ευρώ το 2023
σε 9,556 δισ. ευρώ το
2024 και σε 10,220 δισ.
ευρώ το 2025. Ως ποσοστό
των πωλήσεων παραμένουν
στο 73,2%. Το μικτό
περιθώριο διαμορφώνεται
έτσι στα 3,747 δισ. ευρώ
το 2025, από 3,505 δισ.
ευρώ το 2024 και 3,350
δισ. ευρώ το 2023, με το
ποσοστό του να παραμένει
στο 26,8%.
Την ίδια στιγμή, τα
έξοδα λειτουργίας
ανέρχονται σε 3,55 δισ.
ευρώ το 2025, από 3,29
δισ. ευρώ το 2024 και
3,12 δισ. ευρώ το 2023.
Ως ποσοστό των πωλήσεων,
αυξάνονται από 24,9% σε
25,2% και τελικά σε
25,4%.
Στην κορυφή των
λειτουργικών δαπανών
βρίσκεται η μισθοδοσία.
Το σχετικό κόστος
εκτιμάται στα 2,222 δισ.
ευρώ το 2025, έναντι
2,060 δισ. ευρώ το 2024
και 1,953 δισ. ευρώ το
2023. Ακολουθούν η
ενέργεια, με 241 εκατ.
ευρώ το 2025, τα ενοίκια
με 227 εκατ. ευρώ και τα
logistics
με 202 εκατ. ευρώ. Οι
τόκοι των τραπεζών
ανέρχονται σε 160 εκατ.
ευρώ, ενώ οι προμήθειες
καρτών σε 61 εκατ. ευρώ.
Ιδιαίτερα αισθητή είναι
η αύξηση των δημοτικών
τελών, από 14 εκατ. ευρώ
το 2023 σε 22 εκατ. ευρώ
το 2024 και 31 εκατ.
ευρώ το 2025. Τα λοιπά
έξοδα ανέρχονται σε 405
εκατ. ευρώ, από 380
εκατ. ευρώ το 2024 και
369 εκατ. ευρώ το 2023.
Η εξέλιξη αυτή
αποτυπώνεται καθαρά στην
κερδοφορία.Το αποτέλεσμα
προ φόρου εισοδήματος
υποχωρεί στα 197 εκατ.
ευρώ το 2025, από 215
εκατ. ευρώ το 2024 και
230 εκατ. ευρώ το 2023.
Το αντίστοιχο περιθώριο
περιορίζεται από 1,84%
το 2023 σε 1,65% το 2024
και μόλις 1,41% το 2025.
Μετά την αφαίρεση του
φόρου εισοδήματος, το
τελικό αποτέλεσμα της
αγοράς εκτιμάται σε 154
εκατ. ευρώ το 2025,
έναντι 168 εκατ. ευρώ το
2024 και 179 εκατ. ευρώ
το 2023. Το τελικό
περιθώριο συρρικνώνεται
έτσι στο 1,10% των
πωλήσεων, από 1,28% το
2024 και 1,43% το 2023.
Παρά την υποχώρηση της
κερδοφορίας, οι
επιχειρήσεις του κλάδου
συνεχίζουν να επενδύουν.
Οι επενδύσεις εκτιμώνται
στα 450 εκατ. ευρώ το
2025, έναντι 400 εκατ.
ευρώ το 2024 και 592
εκατ. ευρώ το 2023. Οι
δόσεις δανείων
παραμένουν σταθερές στα
150 εκατ. ευρώ ετησίως,
ενώ δεν καταγράφονται
μερίσματα για καμία από
τις τρεις χρονιές.
Σύμφωνα με τον κ.
Πεταλά, οι επιχειρήσεις
του κλάδου προκειμένου
να προχωρήσουν σε
αναγκαίες επενδύσεις που
αφορούν, μεταξύ άλλων,
το δίκτυο καταστημάτων,
την πράσινη μετάβαση τις
νέες τεχνολογίες, τα
logistics
κ.ά, καταφεύγουν στον
δανεισμό. Στο πλαίσιο
αυτό, αυξάνουν συνεχώς
τον δανεισμό τους, με
στόχο την ολοκλήρωση
σημαντικών επενδύσεων.
«Είναι γεγονός ότι οι
αλυσίδες χρηματοδοτούν
τις επενδύσεις τους μέσω
δανεισμού καθώς δεν
έχουν επαρκή κερδοφορία
για να το κάνουν»
αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι τζίροι των «Big
5» το 2025
Τον βασικό κορμό της
οργανωμένης λιανικής
στην Ελλάδα αποτελούν οι
πέντε μεγαλύτερες
αλυσίδες σούπερ μάρκετ
διαμορφώνοντας σε
σημαντικό βαθμό τον
ανταγωνισμό, τις τιμές
και τις καταναλωτικές
τάσεις. Η θέση τους στην
αγορά αποτυπώνεται όχι
μόνο στο δίκτυο και την
παρουσία τους, αλλά και
στα οικονομικά μεγέθη
τους που αναδεικνύουν τη
δυναμική κάθε ομίλου.
Θετικό ρυθμό ανάπτυξης
κατέγραψε το 2025 ο
όμιλος Σκλαβενίτης
(Ελληνικές Υπεραγορές
Σκλαβενίτης, Σκλαβενίτης
Κύπρου, Χαλκιαδάκης,
The
Mart).
Ο κύκλος εργασιών του
ομίλου ανήλθε σε 6,13
δισ. ευρώ (έναντι 5,56
δισ. ευρώ το 2024), τα
κέρδη μετά φόρων ανήλθαν
στα 99,5 εκατ. ευρώ,
ήτοι ποσοστό 1,6% επί
του συνολικού κύκλου
εργασιών. Στα τέλη του
2025 ο όμιλος
Σκλαβενίτης αριθμούσε
542 καταστήματα έναντι
539 το 2024, ενώ ο
ημερήσιος μέσος όρος
πελατών ανήλθε σε
776.000 από 712.000
πελάτες το 2024. Στις
31/12/2025 οι
εργαζόμενοι του ομίλου
ήταν 42.415 έναντι
39.835 εργαζομένων το
2024.
Ο κύκλος εργασιών της
εταιρείας Ελληνικές
Υπεραγορές Σκλαβενίτης
ανήλθε στα 5,1 δισ. ευρώ
το 2025 από 4,65 δισ.
ευρώ το 2024. Τα κέρδη
μετά φόρων ανήλθαν στα
95,9 εκατ. ευρώ, ήτοι
ποσοστό 1,9% επί του
συνολικού κύκλου
εργασιών. Ο αριθμός των
καταστημάτων ήταν 460
έναντι 457 το 2024, ενώ
ο ημερήσιος μέσος όρος
πελατών ήταν 683.000,
έναντι 638.000 πελατών
το 2024. Στις 31/12/2025
οι εργαζόμενοι ήταν
35.965 έναντι 33.957
εργαζομένων το 2024.
Η
Lidl
Ελλάς, λόγω της
εταιρικής της μορφής,
δεν δημοσιεύει στην
Ελλάδα οικονομικές
καταστάσεις, ωστόσο η
αλυσίδα, σύμφωνα με τη
διοίκηση, αποτελεί τον
δεύτερο μεγαλύτερο
«παίκτη» της αγοράς του
οργανωμένου λιανεμπορίου
τροφίμων βάσει τζίρου.
Η ΑΒ Βασιλόπουλος,
θυγατρική της
Ahold
Delhaize
στην Ελλάδα, κατέγραψε
το 2025 κύκλο εργασιών
ύψους 2 δισ. ευρώ έναντι
πωλήσεων 1,94 δισ. ευρώ
στη χρήση 2024 αλλά και
καθαρές ζημίες κοντά στα
25 εκατ. ευρώ. Το
περιθώριο μεικτού
κέρδους διαμορφώθηκε στο
24,6% υποχωρώντας κατά
0,7%, ενώ η
προσαρμοσμένη
λειτουργική κερδοφορία
αυξήθηκε στα 27,3 εκατ.
ευρώ, ενισχυμένη κατά
2%. Τα ταμειακά
διαθέσιμα της ΑΒ
Βασιλόπουλος
διαμορφώθηκαν στα 59
εκατ. ευρώ, μειωμένα
κατά 14,8%. Το 2025 η ΑΒ
Βασιλόπουλος διέθετε 659
καταστήματα και δη 240
εταιρικά, 405
franchise
και 14 καταστήματα του
δικτύου χονδρικής ΕΝΑ. Η
εταιρεία διαθέτει 715
σημεία πώλησης, με 230
εταιρικά καταστήματα και
471
franchise,
ενώ ο στόχος έως το
τέλος του 2006 είναι τα
καταστήματα
franchise
να έχουν γίνει 500.
Το 2025 οι ενοποιημένες
καθαρές πωλήσεις του
ομίλου
Metro
ΑΕΒΕ που αναπτύσσει το
δίκτυο
My
Market
στη λιανική και τα
Metro
Cash
&
Carry
στη χονδρική έφτασαν στα
1,67 δισ. ευρώ,
αυξημένες κατά 3% σε
σχέση με το 2024.
Τα κέρδη προ φόρων,
αποσβέσεων και τόκων (EBITDA)
διαμορφώθηκαν σε 70,1
εκατ. ευρώ έναντι 73,9
εκατ. ευρώ το 2024, σε
μια μείωση της τάξης του
5,1%. Τα κέρδη προ φόρων
διαμορφώθηκαν σε 26,5
εκατ. ευρώ έναντι 23,1
εκατ. ευρώ το
προηγούμενο έτος, ήτοι
αύξηση κατά 14,7%, ενώ
τα κέρδη προ φόρων
αντιστοιχούν στο 1,56%
των καθαρών πωλήσεων. Ο
όμιλος απασχολεί
περισσότερους από 11.000
εργαζομένους και το ύψος
των αμοιβών και παροχών
για το 2025 ανήλθε σε
242,3 εκατ. ευρώ,
αυξημένο σε σχέση με την
προηγούμενη χρονιά.
Η βορειοελλαδίτικη
αλυσίδα Δ. Μασούτης
εμφάνισε το 2025 τζίρο
ύψους 1,202 δισ. ευρώ
αυξημένο κατά 5,41%
έναντι της προηγούμενης
χρήσης όταν και είχε
διαμορφωθεί στα επίπεδα
των 1,140 δισ. ευρώ. Τα
μικτά κέρδη αυξήθηκαν
κατά 7,20% από 287.515
χιλ. ευρώ το 2024 σε
308.212 χιλ. ευρώ το
2025, ενώ τα λειτουργικά
κέρδη (EBIT)
του ομίλου διαμορφώθηκαν
σε 25.596 χιλ. ευρώ
έναντι 27.338 χιλ. ευρώ
της χρήσεως 2024,
παρουσιάζοντας μείωση
έναντι της προηγούμενης
χρήσης κατά 6,37%. Το
χρηματοοικονομικό κόστος
παρουσίασε μείωση κατά
19% (από 18.274 χιλ.
ευρώ το 2024 ανήλθε σε
14.803 χιλ. ευρώ το
2025). Τα κέρδη προ
φόρων, χρηματοδοτικών,
επενδυτικών
αποτελεσμάτων και
αποσβέσεων (EBITDA)
στη χρήση 2025
διαμορφώθηκαν σε 72.389
χιλ. ευρώ για τον όμιλο
έναντι κερδών ύψους
72.222 χιλ. ευρώ το
2024, σημειώνοντας
αύξηση κατά 0,23%.
Αντίστοιχα το
EBITDA
της εταιρείας ανήλθε σε
71.849 χιλ. ευρώ έναντι
71.728 χιλ. ευρώ την
προηγούμενη χρήση,
σημειώνοντας αύξηση
0,17%. Η τελική
κερδοφορία ενισχύθηκε,
με τα κέρδη προ φόρων να
αυξάνονται κατά 19,1%
στα 10,8 εκατ. ευρώ και
τα καθαρά κέρδη κατά
16,7% στα 7 εκατ. ευρώ.
Την 31 Δεκεμβρίου 2025 η
Δ. Μασούτης είχε σε
λειτουργία 382
καταστήματα και πιο
συγκεκριμένα, 346
καταστήματα λιανικής
πώλησης, 15 καταστήματα
κατηγορίας
Grand,
καθώς και 21 καταστήματα
Cash
&
Carry.
|