|
Η ένσταση του SSM
δεν περιορίστηκε στη
σκοπιμότητα του μέτρου.
Σύμφωνα με την εποπτική
προσέγγιση που
υιοθετήθηκε, τα δάνεια
που θα εντάσσονταν σε
αυτή τη ρύθμιση θα
έπρεπε να
αντιμετωπιστούν ως
χρηματοδοτήσεις με
αυξημένο πιστωτικό
κίνδυνο και πιθανότητα
αθέτησης. Μια τέτοια
ταξινόμηση θα είχε ως
συνέπεια την επιβάρυνση
των δεικτών ποιότητας
ενεργητικού των τραπεζών
και την αύξηση του
αποθέματος των μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων.
Με αυτά τα δεδομένα, οι
τράπεζες αποφάσισαν να
μην προχωρήσουν στην
εφαρμογή του σχεδίου,
παρά το γεγονός ότι
στόχος του ήταν να
προσφέρει ένα επιπλέον
δίχτυ προστασίας στους
οικογενειακούς
προϋπολογισμούς, σε μια
περίοδο κατά την οποία
το κόστος διαβίωσης και
οι διεθνείς οικονομικές
αβεβαιότητες
εξακολουθούν να πιέζουν
τα νοικοκυριά.
Η στάση του επόπτη
προκαλεί προβληματισμό
στα τραπεζικά επιτελεία,
καθώς δεν πρόκειται για
μια εντελώς νέα
πρακτική. Την άνοιξη του
2023, όταν η ΕΚΤ
βρισκόταν σε κύκλο
διαδοχικών αυξήσεων
επιτοκίων, οι
περισσότερες ελληνικές
τράπεζες είχαν εφαρμόσει
αντίστοιχο πρόγραμμα.
Τότε είχαν αποφασίσει να
διατηρήσουν για διάστημα
12 μηνών αμετάβλητο το
επιτόκιο των
κυμαινόμενων στεγαστικών
δανείων για τους
συνεπείς πελάτες τους,
με τη σύμφωνη γνώμη του
SSM.
Η διαφορετική
αντιμετώπιση της
σημερινής πρωτοβουλίας
αποδίδεται από
τραπεζικές πηγές σε ένα
πιο σύνθετο και
απαιτητικό περιβάλλον
για την ευρωπαϊκή
οικονομία. Οι
γεωπολιτικές εντάσεις,
οι διεθνείς οικονομικοί
κίνδυνοι και η
αβεβαιότητα για την
πορεία της ανάπτυξης
φαίνεται να οδηγούν τον
ευρωπαϊκό εποπτικό
μηχανισμό σε πιο αυστηρή
αξιολόγηση των κινδύνων
που αναλαμβάνουν οι
τράπεζες.
Αυστηρότερη εποπτεία και
αναταξινόμηση
στεγαστικών δανείων
Η πιο συντηρητική
προσέγγιση του
SSM
δεν περιορίζεται μόνο
στις προτάσεις για την
ελάφρυνση των
δανειοληπτών. Έχει
επηρεάσει ευρύτερα τον
τρόπο με τον οποίο
αξιολογούνται τα
στεγαστικά χαρτοφυλάκια,
με μεγαλύτερη έμφαση στη
μακροχρόνια δυνατότητα
αποπληρωμής και όχι
αποκλειστικά στην
τρέχουσα συνέπεια των
πελατών.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μη
εξυπηρετούμενα
στεγαστικά δάνεια
αυξήθηκαν κατά 14,6%
κατά το πρώτο εξάμηνο
του 2026. Τραπεζικές
πηγές αποδίδουν σε
σημαντικό βαθμό αυτή την
εξέλιξη στην αυστηρότερη
εποπτική αξιολόγηση και
στις αλλαγές στην
ταξινόμηση ορισμένων
δανείων, υποστηρίζοντας
ότι δεν αντανακλά κατ'
ανάγκη αντίστοιχη
επιδείνωση της
πραγματικής οικονομικής
κατάστασης των
νοικοκυριών.
Ιδιαίτερη προσοχή
συγκεντρώνουν δύο
κατηγορίες
χρηματοδοτήσεων: τα
στεγαστικά δάνεια σε
ελβετικό φράγκο και
εκείνα που έχουν υπαχθεί
σε προγράμματα ρύθμισης
με αρχικά χαμηλότερες
δόσεις, οι οποίες
αυξάνονται σταδιακά με
την πάροδο του χρόνου.
Πρόκειται για τα
λεγόμενα προγράμματα
step-up,
τα οποία έχουν
σχεδιαστεί ώστε να
διευκολύνουν τον
δανειολήπτη κατά τα
πρώτα στάδια της
ρύθμισης.
Η εποπτική προσέγγιση
αντιμετωπίζει πλέον με
μεγαλύτερη αυστηρότητα
τις αλλαγές στους
αρχικούς συμβατικούς
όρους ενός δανείου.
Ακόμη και όταν ο πελάτης
συνεχίζει να καταβάλλει
κανονικά τις δόσεις του,
η τροποποίηση της
συμφωνίας μπορεί να
θεωρηθεί ένδειξη πιθανής
οικονομικής δυσχέρειας
και να οδηγήσει σε
διαφορετική
κατηγοριοποίηση της
χρηματοδότησης.
Αυτό σημαίνει ότι η
εικόνα των μη
εξυπηρετούμενων δανείων
μπορεί να επηρεάζεται
όχι μόνο από την
πραγματική αδυναμία των
δανειοληπτών να
πληρώσουν, αλλά και από
τον τρόπο με τον οποίο
οι εποπτικές αρχές
αξιολογούν τις ρυθμίσεις
και τις μεταβολές των
δανειακών συμβάσεων.
Η αυστηρότερη αυτή
πρακτική έχει διπλή
επίδραση. Από τη μία
πλευρά, επιτρέπει την
έγκαιρη αναγνώριση
πιθανών κινδύνων και
περιορίζει το ενδεχόμενο
να υποεκτιμηθούν οι
μελλοντικές ζημίες στους
τραπεζικούς
ισολογισμούς. Από την
άλλη, περιορίζει τα
περιθώρια των τραπεζών
να σχεδιάζουν
προγράμματα
διευκόλυνσης, καθώς
ακόμη και μια παρέμβαση
που μειώνει προσωρινά το
βάρος για τον
δανειολήπτη μπορεί να
έχει αρνητικές συνέπειες
στην εποπτική αξιολόγηση
του δανείου.
Η αύξηση των μη
εξυπηρετούμενων
στεγαστικών, επομένως,
χρειάζεται προσεκτική
ερμηνεία. Δεν αποτελεί
αυτομάτως απόδειξη ότι
τα ελληνικά νοικοκυριά
αδυνατούν πλέον σε
ευρεία κλίμακα να
εξυπηρετήσουν τα δάνειά
τους. Αναδεικνύει,
ωστόσο, την αυξημένη
σημασία που αποδίδουν οι
εποπτικές αρχές στην
ποιότητα των
χαρτοφυλακίων και στην
έγκαιρη καταγραφή
ενδεχόμενων πιστωτικών
κινδύνων.
Για τις ελληνικές
τράπεζες, το ζήτημα
είναι πλέον να
ισορροπήσουν ανάμεσα
στην προστασία της
ποιότητας του
ενεργητικού τους, στις
αυξημένες εποπτικές
απαιτήσεις και στην
ανάγκη να διατηρήσουν
ουσιαστική στήριξη προς
τους συνεπείς
δανειολήπτες. Η
εγκατάλειψη του σχεδίου
για το πάγωμα των
επιτοκίων δείχνει ότι,
τουλάχιστον υπό τις
σημερινές συνθήκες, ο
SSM
δεν είναι διατεθειμένος
να επιτρέψει παρεμβάσεις
που θα μπορούσαν να
επηρεάσουν την επίσημη
αποτύπωση του πιστωτικού
κινδύνου, ακόμη και όταν
αυτές έχουν ως βασικό
στόχο την ανακούφιση των
νοικοκυριών.
|