|
«Είναι μια μεγάλη αύξηση
και σημαίνει ότι οι
μηνιαίες πληρωμές
τριπλασιάζονται»,
δήλωσε, εκτιμώντας ότι
πολλά νοικοκυριά θα
αναγκαστούν να
περιορίσουν σημαντικά
τις δαπάνες τους.
Τα
βρετανικά ομόλογα
στέλνουν νέο σοκ στα
στεγαστικά
Η απόδοση του βρετανικού
30ετούς κρατικού
ομολόγου ξεπέρασε το
6%, για
πρώτη φορά από το 1998,
πριν υποχωρήσει οριακά
κάτω από αυτό το
επίπεδο.
Η άνοδος αυτή
μεταφέρεται σταδιακά στο
κόστος των στεγαστικών,
καθώς οι τράπεζες
αντιμετωπίζουν υψηλότερο
κόστος άντλησης
κεφαλαίων και το
μετακυλίουν στους
δανειολήπτες.
Στη Βρετανία τα
στεγαστικά σταθερού
επιτοκίου δεν
τιμολογούνται συνήθως με
βάση τις μακροπρόθεσμες
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων, όπως συμβαίνει
σε σημαντικό βαθμό σε
άλλες αγορές, αλλά
κυρίως με βάση τα
επιτόκια ανταλλαγής
διάρκειας δύο και πέντε
ετών.
Και αυτά όμως έχουν ήδη
αρχίσει να αυξάνονται.
Το διετές επιτόκιο
Sonia
swap
αυξήθηκε κατά 27
μονάδες βάσης μέσα σε
έναν μήνα,
φθάνοντας στο 4,68%.
Σύμφωνα με τον
Nicholas
Mendes
της John
Charcol,
η μεταβολή αυτή
προσθέτει περίπου
0,33 ποσοστιαίες
μονάδες στο
κόστος χρηματοδότησης
ενός στεγαστικού
σταθερού επιτοκίου.
Πάνω από 5 εκατ.
νοικοκυριά αντιμέτωπα με
αυξήσεις
Η Τράπεζα της Αγγλίας
είχε εκτιμήσει τον
Ιούλιο ότι περισσότερα
από 5
εκατομμύρια νοικοκυριά
θα δουν τις δόσεις των
στεγαστικών τους να
αυξάνονται έως το τέλος
του 2028.
Ο αριθμός αυτός είναι
ήδη πάνω από 1
εκατομμύριο μεγαλύτερος
από την προηγούμενη
εκτίμηση, πριν ξεκινήσει
η νέα γεωπολιτική κρίση
στον Κόλπο.
Για τον μέσο ιδιοκτήτη
κατοικίας, η αύξηση της
μηνιαίας δόσης εκτιμάται
σε περίπου 45
λίρες, ποσό
σχετικά διαχειρίσιμο.
Υπάρχει όμως μια
κατηγορία δανειοληπτών
που βρίσκεται σε πολύ
δυσκολότερη θέση.
Περίπου 750.000
νοικοκυριά
είχαν κλειδώσει
στεγαστικά επιτόκια πριν
από την έναρξη του
κύκλου αυξήσεων του 2022
και τα συμβόλαιά τους
λήγουν μέσα στο 2026.
Για αυτά τα νοικοκυριά,
η μέση αύξηση της
μηνιαίας δόσης εκτιμάται
στις 170 λίρες.
Η εικόνα είναι
ενδεικτική του λεγόμενου
«στεγαστικού
σοκ», καθώς τα
εξαιρετικά χαμηλά
επιτόκια της περιόδου
της πανδημίας
αντικαθίστανται σταδιακά
από πολύ υψηλότερο
κόστος δανεισμού.
Το
πρόβλημα δεν αφορά μόνο
τη Βρετανία
Η άνοδος του κόστους
στεγαστικής
χρηματοδότησης
εξελίσσεται σε παγκόσμιο
φαινόμενο.
Στις ΗΠΑ, το επιτόκιο
για 30ετές στεγαστικό
σταθερού επιτοκίου
εκτοξεύθηκε στο
7,28%, στο
υψηλότερο επίπεδο σχεδόν
τριών ετών.
Από την έναρξη του
πολέμου έχει αυξηθεί
περισσότερο από
100 μονάδες βάσης,
ενώ μόνο μέσα σε μία
εβδομάδα σημείωσε μία
από τις μεγαλύτερες
αυξήσεις των τελευταίων
ετών.
Η εξέλιξη αποτελεί
σημαντικό πλήγμα κυρίως
για τους αγοραστές
πρώτης κατοικίας, καθώς
αυξάνει δραματικά το
απαιτούμενο εισόδημα για
την εξυπηρέτηση ενός
νέου δανείου.
Στην ευρωζώνη, τα
στεγαστικά με αρχική
περίοδο σταθερού
επιτοκίου τουλάχιστον 10
ετών αυξήθηκαν τον
Αύγουστο κατά 8
μονάδες βάσης,
στο 3,43%.
Με τις αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων της
ευρωζώνης να κινούνται
ακόμη υψηλότερα τις
τελευταίες εβδομάδες, η
πίεση στα στεγαστικά
επιτόκια αναμένεται να
συνεχιστεί.
Οι
κατοικίες αρχίζουν να
αντιδρούν
Η αύξηση του κόστους
χρηματοδότησης έχει ήδη
αρχίσει να επηρεάζει την
αγορά κατοικίας.
Στην Αυστραλία, οι τιμές
των κατοικιών υποχώρησαν
για έκτο
συνεχόμενο μήνα
τον Σεπτέμβριο, με την
αγορά να κατευθύνεται
προς τη χειρότερη πτώση
των τελευταίων τριών
δεκαετιών.
Στη Βρετανία, η ετήσια
αύξηση των τιμών των
κατοικιών τον Σεπτέμβριο
ήταν η ασθενέστερη από
τον Δεκέμβριο του 2025.
Παράλληλα, τα στοιχεία
για τις εγκρίσεις
στεγαστικών δανείων
έδειξαν ότι ο αριθμός
τους υποχώρησε στο
χαμηλότερο
επίπεδο από τα τέλη του
2023.
Πρόκειται για ακόμη μία
ένδειξη ότι η άνοδος του
κόστους δανεισμού
περιορίζει τη ζήτηση.
Ο
φαύλος κύκλος των υψηλών
αποδόσεων
Το ιδιαίτερο
χαρακτηριστικό της
σημερινής συγκυρίας
είναι ότι το πρόβλημα
ξεκινά από την αγορά
ομολόγων και μπορεί να
μεταφερθεί σταδιακά σε
ολόκληρη την οικονομία.
Υψηλότερες αποδόσεις
κρατικών ομολόγων
σημαίνουν υψηλότερο
κόστος χρηματοδότησης
για τις τράπεζες. Αυτό
μεταφέρεται στα
στεγαστικά και στα
επιχειρηματικά δάνεια,
περιορίζοντας την
κατανάλωση και τις
επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, οι
υψηλότερες δόσεις
περιορίζουν το διαθέσιμο
εισόδημα των
νοικοκυριών. Όσο
περισσότερα χρήματα
κατευθύνονται στην
εξυπηρέτηση του
στεγαστικού, τόσο
λιγότερα απομένουν για
κατανάλωση.
Έτσι, η αναταραχή στην
αγορά ομολόγων μπορεί να
λειτουργήσει ως ένας
μηχανισμός μετάδοσης της
νομισματικής και
δημοσιονομικής πίεσης
στην πραγματική
οικονομία.
Το
μεγάλο ερώτημα για το
2027
Παρά τις πιέσεις,
υπάρχουν και εκτιμήσεις
ότι η βρετανική αγορά
κατοικίας μπορεί να
παρουσιάσει
ανθεκτικότητα λόγω της
περιορισμένης προσφοράς
κατοικιών.
Ο Ashley
Webb
της Capital
Economics
εξακολουθεί να προβλέπει
αύξηση των τιμών των
βρετανικών κατοικιών
κατά 2,5% το
2027.
Ωστόσο, μια νέα αύξηση
του κρατικού δανεισμού
στον προϋπολογισμό της
28ης Οκτωβρίου θα
μπορούσε να ασκήσει
ακόμη μεγαλύτερη πίεση
στο κόστος
χρηματοδότησης και να
περιορίσει την ανάκαμψη
της αγοράς κατοικίας.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον
είναι αν η νέα άνοδος
των αποδόσεων των
ομολόγων θα αποδειχθεί
προσωρινή ή αν
σηματοδοτεί μια
παρατεταμένη περίοδο
υψηλότερου κόστους
χρήματος.
Για εκατομμύρια
νοικοκυριά σε Βρετανία,
ΗΠΑ και Ευρώπη, η
απάντηση δεν θα
αποτυπωθεί απλώς στις
αγορές ομολόγων.
Θα φανεί απευθείας
στη μηνιαία δόση
του στεγαστικού τους.
Πηγή: Reuters
|