|
Δεύτερη αιτία αποτελεί η
χαμηλή αξιοποίηση του
υφιστάμενου αποθέματος
κατοικιών και η
αναποτελεσματική
κατανομή του. Η Ελλάδα
εμφανίζει από τα
υψηλότερα ποσοστά
κατοικιών ανά κάτοικο
στην ΕΕ, ωστόσο περίπου
το 35% των ακινήτων δεν
χρησιμοποιούνται ως
κύριες κατοικίες, με
σημαντικό μέρος να
παραμένει κενό. Το
Ταμείο επισημαίνει ότι
μεγάλο ποσοστό αυτών των
ακινήτων είναι παλαιά,
χαμηλής ενεργειακής
απόδοσης και όχι άμεσα
κατοικήσιμα, ενώ αρκετά
παραμένουν εκτός αγοράς
λόγω νομικών και
πολεοδομικών
εκκρεμοτήτων. Επιπλέον,
καταγράφεται
αναντιστοιχία μεταξύ
προσφοράς και ζήτησης,
καθώς πολλά διαθέσιμα
ακίνητα είτε έχουν
υψηλές τιμές είτε δεν
ανταποκρίνονται στις
σύγχρονες ανάγκες,
ιδιαίτερα σε Αθήνα και
Θεσσαλονίκη.
Τρίτος παράγοντας είναι
η έντονη ανάπτυξη των
βραχυχρόνιων μισθώσεων,
που τα τελευταία χρόνια
έχουν ενισχύσει
σημαντικά τον τουριστικό
τομέα. Σύμφωνα με το
ΔΝΤ, σε περιοχές με
υψηλή συγκέντρωση
τέτοιων καταλυμάτων και
χαμηλή ιδιοκατοίκηση, οι
τιμές τόσο πώλησης όσο
και ενοικίασης
εμφανίζονται υψηλότερες,
γεγονός που επιβαρύνει
περαιτέρω την
προσιτότητα της στέγης.
Τέταρτη αιτία αποτελεί η
περιορισμένη νέα
προσφορά κατοικιών.
Παρότι ο κατασκευαστικός
κλάδος έχει ανακάμψει,
εξακολουθούν να υπάρχουν
σημαντικά εμπόδια, όπως
η έλλειψη εργατικού
δυναμικού, η γήρανση του
ανθρώπινου δυναμικού και
η χαμηλή συμμετοχή νέων.
Το ΔΝΤ επισημαίνει
επίσης τη χαμηλή
παραγωγικότητα, τον
κατακερματισμό του
κλάδου με κυριαρχία
μικρών επιχειρήσεων και
τις δυσκολίες
χρηματοδότησης,
παράγοντες που
συγκρατούν την αύξηση
της κατασκευαστικής
δραστηριότητας και
διατηρούν υψηλό το
κόστος.
Σε επίπεδο πολιτικής, το
ΔΝΤ προτείνει ένα
συνδυαστικό πλαίσιο
παρεμβάσεων για την
εξισορρόπηση της αγοράς
κατοικίας. Μεταξύ άλλων,
εισηγείται την καλύτερη
αξιοποίηση των κενών
ακινήτων μέσω
στοχευμένων κινήτρων
ανακαίνισης, την επιβολή
φόρων σε αδρανή ακίνητα
και την άρση νομικών
εμποδίων. Παράλληλα,
προτείνει την ενίσχυση
της μακροχρόνιας
μίσθωσης, την αύξηση της
προσφοράς νέων κατοικιών
μέσω μείωσης του
κατασκευαστικού κόστους,
καθώς και την
αντιμετώπιση
διαρθρωτικών προβλημάτων
στον κλάδο των
κατασκευών.
Επιπλέον, το Ταμείο
εισηγείται την ενίσχυση
της κοινωνικής και
προσιτής κατοικίας, την
επανεξέταση πολιτικών
που αυξάνουν τη ζήτηση
και τροφοδοτούν τις
τιμές, καθώς και τον
καλύτερο συντονισμό της
στεγαστικής πολιτικής,
με στόχο μια πιο
ισορροπημένη και βιώσιμη
αγορά κατοικίας στην
Ελλάδα.
|