|
Ωστόσο, η ιρανική πλευρά
διευκρινίζει ότι η
επανεκκίνηση της
ναυσιπλοΐας θα γίνει υπό
προϋποθέσεις, με έλεγχο
από τις ένοπλες δυνάμεις
και τεχνικούς
περιορισμούς, γεγονός
που διατηρεί την
αβεβαιότητα.
Η εμπιστοσύνη των
πλοιοκτητών παραμένει
εύθραυστη, ιδιαίτερα
καθώς υπάρχουν ενδείξεις
νέας έντασης στην
περιοχή, με το Ισραήλ να
εντείνει τις
στρατιωτικές του
επιχειρήσεις στον
Λίβανο. Την ίδια στιγμή,
αρκετά πλοία συνεχίζουν
να ακολουθούν
εναλλακτικές πορείες,
όπως δυτικά του νησιού
Λαράκ.
Σύμφωνα με τη
MarineTraffic,
εκατοντάδες
δεξαμενόπλοια φορτωμένα
με πετρέλαιο, καθώς και
πλοία μεταφοράς
LNG
και LPG,
παραμένουν σε αναμονή
εκτός Περσικού Κόλπου. Η
πραγματική εικόνα ίσως
είναι ακόμη πιο σύνθετη,
καθώς αρκετά πλοία
απενεργοποιούν τα
συστήματα εντοπισμού
τους για λόγους
ασφαλείας.
Παράλληλα, η
Windward
επισημαίνει ότι η
έλλειψη σαφών όρων
σχετικά με τα τέλη
διέλευσης, το νομικό
καθεστώς και τις
εγγυήσεις ασφάλειας
λειτουργεί αποτρεπτικά
για την επιστροφή της
ναυσιπλοΐας. Οι πρώτες
48 ώρες εφαρμογής της
εκεχειρίας θεωρούνται
κρίσιμες για τη στάση
των πλοιοκτητών.
Στην πράξη, τα Στενά του
Ορμούζ παραμένουν
ουσιαστικά εκτός
κανονικής λειτουργίας.
Όπως σημειώνει ο
Nils
Haupt
της Hapag-Lloyd,
η πλήρης αποκατάσταση
της ναυτιλιακής
δραστηριότητας ενδέχεται
να απαιτήσει εβδομάδες ή
και μήνες, καθώς
εκκρεμεί η μεταφορά
τεράστιων όγκων
εμπορευμάτων που έχουν
συσσωρευτεί σε λιμάνια
της περιοχής.
Ανάλογη στάση τηρεί και
η Maersk,
η οποία τονίζει ότι,
παρότι η εκεχειρία
δημιουργεί προοπτικές,
δεν διασφαλίζει ακόμη
πλήρως την ασφάλεια των
θαλάσσιων μεταφορών.
Οι αναλυτές συγκρίνουν
την κατάσταση με την
κρίση στην Ερυθρά
Θάλασσα, όπου, παρά τη
συμφωνία κατάπαυσης του
πυρός με τους Χούθι, η
ναυσιπλοΐα δεν έχει
επανέλθει στα
προηγούμενα επίπεδα.
Όπως επισημαίνει ο Νίκος
Πετρακάκος, η ύπαρξη και
μόνο του κινδύνου αρκεί
για να αποτρέψει τη
διέλευση πλοίων.
Ωστόσο, σε αντίθεση με
την Ερυθρά Θάλασσα, τα
Στενά του Ορμούζ
διαθέτουν περιορισμένες
εναλλακτικές διαδρομές,
γεγονός που ενδέχεται να
επιταχύνει την επιστροφή
της δραστηριότητας όταν
βελτιωθούν οι συνθήκες.
Στο μεταξύ, οι τιμές του
πετρελαίου έχουν
υποχωρήσει από τα υψηλά
των 110 δολαρίων στα
περίπου 97 δολάρια ανά
βαρέλι, χωρίς όμως να
επιστρέφουν στα προ
κρίσης επίπεδα. Οι
αγορές συνεχίζουν να
ενσωματώνουν ένα
«ασφάλιστρο κινδύνου»,
καθώς οι διαταραχές στην
εφοδιαστική αλυσίδα και
οι γεωπολιτικές εντάσεις
παραμένουν.
Όπως επισημαίνει ο
Ray
Sharma-Ong
της Aberdeen
Investments,
οι επιπτώσεις δεν
περιορίζονται στο
κόστος, αλλά αφορούν και
τη λειτουργία της
εφοδιαστικής αλυσίδας.
Τα αυξημένα ασφάλιστρα
πολεμικού κινδύνου, τα
υψηλότερα ναύλα και η
ανάγκη δημιουργίας
αποθεμάτων εντείνουν την
πίεση.
Τελικά, πέρα από τα
οικονομικά δεδομένα,
καθοριστικός παράγοντας
είναι η ανθρώπινη
διάσταση: οι πλοίαρχοι
καλούνται να αποφασίσουν
αν θα αναλάβουν τον
κίνδυνο. Προς το παρόν,
πολλοί επιλέγουν την
αποχή, θεωρώντας ότι
κανένα οικονομικό
κίνητρο δεν
αντισταθμίζει τον
κίνδυνο για τη ζωή τους.
|