|
Έπειτα από περισσότερους
από έξι μήνες πολέμου,
το βασικό πρόβλημα
παραμένει άλυτο: το Ιράν
δεν έχει τη δυνατότητα
να κλείσει ολοκληρωτικά
τα Στενά, αλλά οι ΗΠΑ
δεν έχουν καταφέρει να
τα καταστήσουν πλήρως
ασφαλή.
«Τα Στενά δεν είναι ούτε
πλήρως κλειστά ούτε
πλήρως ανοιχτά», εκτιμά
ο Γιουτζίν Γκολζ,
αναπληρωτής καθηγητής
Πολιτικών Επιστημών στο
Πανεπιστήμιο
Notre
Dame
και ειδικός στις
συγκρούσεις σε θαλάσσιες
οδούς.
Η αμερικανική επιχείρηση
προστασίας έχει
επιτρέψει να συνεχιστεί
η μεταφορά εκατομμυρίων
βαρελιών πετρελαίου και
έχει περιορίσει τις
πιέσεις στις διεθνείς
αγορές. Ωστόσο, οι
συνεχείς επιθέσεις έχουν
αποτρέψει πολλές
ιδιωτικές ναυτιλιακές
εταιρείες από το να
επιστρέψουν στην
περιοχή.
Η ημερήσια ποσότητα
πετρελαίου που διέρχεται
από τα Στενά έχει
υποχωρήσει στα 6,7 εκατ.
βαρέλια, σχεδόν 60%
χαμηλότερα από τα
επίπεδα πριν από τον
πόλεμο.
Το Ιράν φαίνεται πλέον
να χρησιμοποιεί την
απειλή κατά της
ναυσιπλοΐας όχι μόνο ως
στρατιωτικό εργαλείο,
αλλά και ως μέσο
οικονομικής πίεσης. Στο
τραπέζι βρίσκεται ακόμη
και η επιβολή τελών
διέλευσης στα πλοία που
περνούν από τα Στενά,
ένα ενδεχόμενο στο οποίο
αντιτίθεται
κατηγορηματικά η
Ουάσιγκτον.
Οι ναυτιλιακές δεν
επιστρέφουν
Παρά την αμερικανική
στρατιωτική προστασία,
πολλές ιδιωτικές
ναυτιλιακές εταιρείες
εξακολουθούν να
αποφεύγουν τον Περσικό
Κόλπο.
Το πρόβλημα δεν είναι
μόνο η πιθανότητα
καταστροφής ενός πλοίου.
Είναι και ο κίνδυνος ένα
δεξαμενόπλοιο να υποστεί
επίθεση και να
παραμείνει
ακινητοποιημένο για
εβδομάδες, ενώ παράλληλα
τίθεται σε άμεσο κίνδυνο
η ζωή των πληρωμάτων.
Το κόστος της ασφάλισης
έχει εκτοξευθεί. Σύμφωνα
με τον Ντέιβιντ Σμιθ της
ασφαλιστικής
McGill
and
Partners,
μόνο τις τελευταίες δύο
εβδομάδες η πρόσθετη
ασφάλιση για τη διέλευση
από τα Στενά αντιστοιχεί
σε 4% έως 7% της αξίας
του πλοίου και του
φορτίου πετρελαίου.
Σε ορισμένες
περιπτώσεις, το συνολικό
κόστος της πολεμικής
ασφάλισης μπορεί να
ξεπεράσει τα 10 εκατ.
δολάρια ανά
δεξαμενόπλοιο.
Έτσι, ακόμη και όταν
υπάρχει θεωρητικά
διαθέσιμη θαλάσσια
διαδρομή, η οικονομική
εξίσωση για πολλές
ιδιωτικές εταιρείες δεν
είναι πλέον ελκυστική.
Τα κράτη του Κόλπου
παίρνουν μεγαλύτερο
ρίσκο
Διαφορετική είναι η
στάση των χωρών του
Περσικού Κόλπου, οι
οποίες εξαρτώνται άμεσα
από τις εξαγωγές
πετρελαίου και έχουν
πολύ μεγαλύτερο
οικονομικό κίνητρο να
συνεχίσουν τις
μεταφορές.
Χρησιμοποιούν κρατικά
δεξαμενόπλοια και,
σύμφωνα με τις
διαθέσιμες πληροφορίες,
σε ορισμένες περιπτώσεις
απενεργοποιούν τους
αναμεταδότες των πλοίων
ώστε να περιορίζεται η
δυνατότητα εντοπισμού
τους κατά τη διέλευση
από το Ορμούζ.
Με αυτές τις πρακτικές
καταφέρνουν να εξάγουν
περίπου τα δύο τρίτα των
ποσοτήτων που
διακινούνταν πριν από
τον πόλεμο.
Η μείωση της προσφοράς,
όμως, εξακολουθεί να
έχει έντονο αντίκτυπο
στις διεθνείς αγορές.
Την Παρασκευή, το
Brent
διαμορφώθηκε στα 95,50
δολάρια το βαρέλι,
περισσότερο από 30%
υψηλότερα σε σχέση με τα
επίπεδα πριν από την
έναρξη του πολέμου.
Το Ιράν θέλει να
μετατρέψει το Ορμούζ σε
μόνιμο μοχλό πίεσης
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι
η εκστρατεία του Ιράν
εναντίον των
δεξαμενόπλοιων δεν
πρόκειται να σταματήσει
σύντομα.
Όπως δήλωσε η Νοάμ
Ρέινταν, ερευνήτρια στο
Ινστιτούτο της
Ουάσιγκτον για την
Πολιτική στην Εγγύς
Ανατολή, η Τεχεράνη
θέλει να καταστήσει
σαφές ότι ακόμη και αν
οι χώρες του Κόλπου
βρουν τρόπους να
παρακάμψουν τους
περιορισμούς και να
συνεχίσουν τις εξαγωγές
τους, το Ιράν θα
διατηρεί τη δυνατότητα
να απαντά με επιθέσεις.
Ο στόχος, σύμφωνα με την
ίδια, δεν είναι
απαραίτητα το πλήρες
κλείσιμο των Στενών,
κάτι που θα είχε
τεράστιο κόστος και για
το ίδιο το Ιράν. Αυτό
που επιδιώκει η Τεχεράνη
είναι να αποκτήσει έναν
διαρκή μοχλό πίεσης πάνω
στη ναυσιπλοΐα και, κατ’
επέκταση, στις εξαγωγές
ενέργειας.
Έτσι, το Ορμούζ
μετατρέπεται σε μια
ιδιότυπη «γκρίζα ζώνη»:
η ροή πετρελαίου δεν
έχει σταματήσει, αλλά
ούτε έχει αποκατασταθεί
η κανονικότητα. Τα πλοία
εξακολουθούν να περνούν,
όμως με πολύ υψηλότερο
κόστος, μεγαλύτερο
κίνδυνο και σημαντικά
μικρότερη συμμετοχή των
ιδιωτικών ναυτιλιακών.
Και όσο το Ιράν μπορεί
να διατηρεί αυτή την
κατάσταση, οι διεθνείς
αγορές πετρελαίου θα
παραμένουν ευάλωτες σε
κάθε νέα επίθεση, με το
κόστος να μεταφέρεται
τελικά στις τιμές
καυσίμων, στις μεταφορές
και στην παγκόσμια
οικονομία.
|