|
Αντίθετα, στελέχη του
χρηματοοικονομικού
κλάδου επισημαίνουν ότι
η τοκοχρεολυτική
εξόφληση προβλέπεται
ρητά από τον ίδιο τον
νόμο Κατσέλη.
Ειδικότερα, στο άρθρο 9
παρ. 2 του Ν. 3869/2010
αναφέρεται ότι για τον
καθορισμό της διάρκειας
αποπληρωμής λαμβάνονται
υπόψη το συνολικό ύψος
της οφειλής και η
οικονομική δυνατότητα
του οφειλέτη. Όπως
υπογραμμίζουν, ο
υπολογισμός των τόκων
μόνο επί της δόσης
ισοδυναμεί πρακτικά με
άτοκη εξόφληση των
δανείων.
Παρότι
το θέμα αφορά μια
συγκεκριμένη κατηγορία
δανειοληπτών – όσους
εντάχθηκαν στον νόμο
Κατσέλη και διέσωσαν την
πρώτη κατοικία τους κατά
την περίοδο της κρίσης,
συχνά με σημαντικές
απώλειες περιουσίας –
παράγοντες της αγοράς
προειδοποιούν ότι
ενδεχόμενη αλλαγή του
τρόπου υπολογισμού των
τόκων μπορεί να έχει
ευρύτερες επιπτώσεις για
το χρηματοπιστωτικό
σύστημα και την
οικονομία.
Σε άμεσο
οικονομικό επίπεδο, η
ζημιά εκτιμάται ότι θα
μπορούσε να υπερβεί το 1
δισ. ευρώ, καθώς τα
συγκεκριμένα δάνεια
έχουν ενταχθεί σε
τιτλοποιήσεις του
προγράμματος «Ηρακλής».
Τα επιχειρησιακά σχέδια
των τιτλοποιήσεων
βασίστηκαν στην παραδοχή
της τοκοχρεολυτικής
αποπληρωμής, όπως
προβλέπει ο νόμος. Τυχόν
απόκλιση από αυτό το
πλαίσιο ενδέχεται να
θέσει σε κίνδυνο την
υλοποίηση των
business
plans,
με πιθανή επιβάρυνση του
Ελληνικού Δημοσίου λόγω
των κρατικών εγγυήσεων.
Ωστόσο,
η μεγαλύτερη ανησυχία,
σύμφωνα με τραπεζικούς
κύκλους, αφορά το
προηγούμενο που θα
μπορούσε να
δημιουργηθεί. Μια
διαφορετική αντιμετώπιση
των τόκων για τους
δανειολήπτες του νόμου
Κατσέλη θα μπορούσε να
ανοίξει τον δρόμο ώστε
και άλλοι οφειλέτες μη
εξυπηρετούμενων δανείων,
που προχώρησαν σε
ρυθμίσεις μέσω
εξωδικαστικού μηχανισμού
ή διμερών συμφωνιών, να
αξιώσουν ανάλογο τρόπο
υπολογισμού.
Παράλληλα,
επισημαίνονται δύο ακόμη
κίνδυνοι. Πρώτον, η
ουσιαστικά άτοκη
αποπληρωμή δανείων θα
μπορούσε να υπονομεύσει
την κουλτούρα πληρωμών,
αποθαρρύνοντας συνεπείς
δανειολήπτες που
καταβάλλουν προσπάθεια
να ανταποκριθούν στις
υποχρεώσεις τους.
Δεύτερον, οι πιθανές
επιπτώσεις στα υγιή
χαρτοφυλάκια και στους
ισολογισμούς των
τραπεζών είναι δύσκολο
να εκτιμηθούν, ιδίως σε
βάθος χρόνου.
Ιδιαίτερη ανησυχία
εκφράζεται και για τα
στεγαστικά δάνεια, καθώς
μια ενδεχόμενη μετατροπή
τους σε σχεδόν «άτοκα»
όταν καταστούν μη
εξυπηρετούμενα θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
αυστηρότερα κριτήρια
χορηγήσεων, λιγότερα
διαθέσιμα δάνεια και
υψηλότερο κόστος
χρηματοδότησης για τους
μελλοντικούς
δανειολήπτες.
Σε κάθε
περίπτωση, το εύρος και
η ένταση των συνεπειών
θα εξαρτηθούν τελικά από
το σκεπτικό και τα όρια
της απόφασης που θα
εκδώσει η Ολομέλεια του
Αρείου Πάγου.
|