|
«Τα κρυπτονομίσματα δεν
εξυπηρετούν τίποτα»
Ο διοικητής της ΤτΕ δεν
περιορίστηκε στους
κινδύνους που συνδέονται
με απάτες και
παραπλάνηση επενδυτών.
«Εμείς τα
κρυπτονομίσματα δεν τα
θέλουμε. [...] Τα
κρυπτονομίσματα είναι
βλαβερά», ανέφερε,
υποστηρίζοντας ότι δεν
εξυπηρετούν ουσιαστική
οικονομική λειτουργία
και αποτελούν κυρίως
εργαλεία κερδοσκοπίας.
Η θέση του συνδέεται με
μια ευρύτερη συζήτηση
που βρίσκεται σε εξέλιξη
διεθνώς σχετικά με το
εάν και σε ποιο βαθμό
ιδιωτικές μορφές
ψηφιακού χρήματος
μπορούν να
υποκαταστήσουν ή να
ανταγωνιστούν το χρήμα
των κεντρικών τραπεζών.
Ο κ. Στουρνάρας τάχθηκε
ξεκάθαρα κατά μιας
τέτοιας εξέλιξης,
δηλώνοντας «κάθετα
αντίθετος» στην
ιδιωτικοποίηση του
χρήματος.
Η τεχνολογία των
crypto,
χωρίς τα crypto
Η αντίθεση στα
κρυπτονομίσματα δεν
σημαίνει, ωστόσο,
απόρριψη της τεχνολογίας
που αναπτύχθηκε γύρω από
αυτά.
Όπως σημείωσε ο
διοικητής της ΤτΕ, οι
κεντρικές τράπεζες
αξιοποιούν τεχνολογίες
όπως το
DLT
(Distributed
Ledger
Technology)
και το
tokenization,
προκειμένου να
εκσυγχρονίσουν τις
υποδομές του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος και να
ενισχύσουν τον ρόλο του
χρήματος της κεντρικής
τράπεζας.
Με άλλα λόγια, η
προσέγγιση των κεντρικών
τραπεζών είναι να
αξιοποιήσουν την
τεχνολογική καινοτομία
που προέκυψε από την
ανάπτυξη των
crypto,
χωρίς να υιοθετήσουν το
μοντέλο του ιδιωτικού
χρήματος.
Ελλάδα: Κάθε 1% στο
κόστος δανεισμού
αντιστοιχεί σε 3,4 δισ.
ευρώ
Στο επίκεντρο της
συνέντευξης βρέθηκε και
η δημοσιονομική
κατάσταση της Ελλάδας,
με τον κ. Στουρνάρα να
αναδεικνύει το
οικονομικό όφελος που
έχει προκύψει από την
αναβάθμιση της
πιστοληπτικής ικανότητας
της χώρας.
Όπως ανέφερε, από την
είσοδο της Ελλάδας στην
επενδυτική βαθμίδα η
διαφορά απόδοσης των
ελληνικών κρατικών
ομολόγων έναντι των
γερμανικών έχει
περιοριστεί κατά σχεδόν
1 ποσοστιαία
μονάδα.
Με δημόσιο χρέος περίπου
340 δισ. ευρώ,
η μεταβολή αυτή έχει
ιδιαίτερα μεγάλη
δημοσιονομική σημασία.
Η απλή αριθμητική είναι
χαρακτηριστική:
κάθε 1 ποσοστιαία μονάδα
στο κόστος δανεισμού
αντιστοιχεί θεωρητικά σε
περίπου 3,4 δισ. ευρώ
επί του συγκεκριμένου
ύψους χρέους.
Δεν πρόκειται για άμεση
ετήσια δημοσιονομική
επιβάρυνση, καθώς το
συνολικό κόστος
εξυπηρέτησης εξαρτάται
από τη διάρκεια και τη
σύνθεση του χρέους.
Ωστόσο, το μέγεθος
δείχνει πόσο σημαντικό
είναι για την Ελλάδα να
διατηρεί χαμηλό κόστος
χρηματοδότησης.
Ο επόμενος στόχος είναι
η κατηγορία Α
Επόμενος στόχος για την
Ελλάδα, σύμφωνα με τον
διοικητή της ΤτΕ, είναι
η περαιτέρω αναβάθμιση
στην κατηγορία Α.
Για να επιτευχθεί αυτό,
απαιτείται συνέχιση της
υπεύθυνης δημοσιονομικής
πολιτικής και επιτάχυνση
των μεταρρυθμίσεων,
ιδιαίτερα στον θεσμικό
τομέα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε
στη δικαιοσύνη
και την ασφάλεια δικαίου,
καθώς αποτελούν
παράγοντες που
επηρεάζουν άμεσα την
εμπιστοσύνη των ξένων
επενδυτών και, κατ’
επέκταση, τις επενδύσεις
και το κόστος
χρηματοδότησης της
οικονομίας.
Η διατήρηση της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας παραμένει,
επομένως, κρίσιμη. Όπως
προειδοποίησε ο κ.
Στουρνάρας, μια
επιστροφή σε
δημοσιονομική χαλάρωση
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε υψηλότερα επιτόκια,
απώλεια των σημερινών
αναβαθμίσεων και
ενδεχόμενες
υποβαθμίσεις.
Πιο σύνθετος ο
πληθωρισμός στην Ελλάδα
Ο διοικητής της ΤτΕ
στάθηκε επίσης στις
ιδιαιτερότητες του
πληθωρισμού στην
ελληνική οικονομία.
Όπως ανέφερε, το
σημερινό περιβάλλον
είναι «αρκετά
πολύπλοκο», καθώς οι
πληθωριστικές πιέσεις
δεν προέρχονται
αποκλειστικά από την
ενεργειακή κρίση και τις
γεωπολιτικές
συγκρούσεις.
Σημαντικό ρόλο
διαδραματίζει και η
ισχυρή εγχώρια
ζήτηση, η οποία
συνδέεται με τους
υψηλότερους ρυθμούς
ανάπτυξης της ελληνικής
οικονομίας σε σχέση με
τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης.
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί ένα
διαφορετικό μείγμα
πιέσεων: από τη μία
πλευρά οι εξωτερικοί
παράγοντες, όπως η
ενέργεια και οι
γεωπολιτικές κρίσεις,
και από την άλλη η
ισχυρή εγχώρια ζήτηση
που διατηρεί υψηλότερες
τις πληθωριστικές
πιέσεις.
Για την Ελλάδα, το
στοίχημα της επόμενης
περιόδου είναι συνεπώς
διπλό: να διατηρήσει την
αναπτυξιακή δυναμική της
χωρίς να επιτρέψει την
επιστροφή δημοσιονομικών
και πληθωριστικών
πιέσεων που θα μπορούσαν
να υπονομεύσουν τα οφέλη
της τελευταίας περιόδου.
Και όπως προκύπτει από
την παρέμβαση του
Στουρνάρα, το χαμηλότερο
κόστος χρήματος και η
ενίσχυση της αξιοπιστίας
της χώρας παραμένουν δύο
από τα σημαντικότερα
περιουσιακά στοιχεία της
ελληνικής οικονομίας.
|