|
Παράλληλα, όσοι
ενταχθούν στο πρόγραμμα
θα αναλάβουν
συγκεκριμένες δεσμεύσεις
ως προς τη μίσθωση του
ακινήτου. Προβλέπεται
υποχρεωτική τριετής
μακροχρόνια μίσθωση με
σταθερό ενοίκιο, ενώ
ακόμη και σε περίπτωση
πρόωρης αποχώρησης του
ενοικιαστή, ο ιδιοκτήτης
θα πρέπει να συνεχίσει
τη μίσθωση με ίσο ή
χαμηλότερο μίσθωμα για
το υπόλοιπο διάστημα.
Ουσιαστικά, η κυβέρνηση
επιχειρεί να συνδυάσει
την αύξηση της προσφοράς
κατοικιών με έναν έμμεσο
μηχανισμό συγκράτησης
των ενοικίων.
Η εμπειρία από το
πρόγραμμα «Ανακαινίζω –
Νοικιάζω», που
εφαρμόζεται από το 2024,
δείχνει πάντως ότι η
αγορά δεν ανταποκρίθηκε
δυναμικά. Παρά τις
περισσότερες από 10.000
εγγραφές, οι οριστικά
εγκεκριμένες αιτήσεις
ήταν περιορισμένες, ενώ
αρκετοί δικαιούχοι
αποχώρησαν ακόμη και
μετά τη λήψη
προκαταβολών. Δύο χρόνια
μετά την έναρξη του
προγράμματος, δεν έχει
απορροφηθεί ούτε το μισό
του διαθέσιμου
προϋπολογισμού.
Το νέο πρόγραμμα
προσφέρει σαφώς πιο
γενναία χρηματοδότηση.
Θα αφορά ακίνητα έως 120
τ.μ., με οικοδομική
άδεια έως το τέλος του
1990, ενώ τα ποσοστά
επιδότησης μπορούν να
φτάσουν ακόμη και το
90%-95%, ανάλογα με τα
εισοδηματικά και
οικογενειακά κριτήρια.
Παράλληλα, τα ακίνητα θα
πρέπει να παραμένουν
κλειστά τουλάχιστον τρία
χρόνια, κάτι που θα
αποδεικνύεται από τις
καταναλώσεις ρεύματος.
Το βασικό ζήτημα,
ωστόσο, παραμένει
βαθύτερο: γιατί
εκατοντάδες χιλιάδες
κατοικίες παραμένουν
εκτός αγοράς. Σε
ορισμένες περιπτώσεις το
πρόβλημα είναι πράγματι
οικονομικό και συνδέεται
με το υψηλό κόστος
ανακαίνισης. Σε άλλες
όμως σχετίζεται με
πολυϊδιοκτησία,
κληρονομικές
εκκρεμότητες, φόβο
κακοπληρωτών ή χαμηλές
προσδοκώμενες αποδόσεις
σε σχέση με το ρίσκο.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις, από την
αγορά λείπουν σήμερα
περίπου 250.000 έως
300.000 κατοικίες. Τα
προγράμματα «Σπίτι μου Ι
και ΙΙ» κάλυψαν
στεγαστικές ανάγκες
περίπου 23.000 πολιτών,
ενώ μέσω του
«Ανακαινίζω» επιδιώκεται
να προστεθούν ακόμη
περίπου 15.000 κατοικίες
προς ενοικίαση. Παρότι
οι παρεμβάσεις αυτές
συνεπάγονται δημόσιους
πόρους άνω των 3 δισ.
ευρώ, γίνεται σαφές ότι
η αντιμετώπιση της
στεγαστικής κρίσης
απαιτεί πολύ μεγαλύτερη
κλίμακα παρεμβάσεων,
αλλά και σημαντικό χρόνο
μέχρι να υπάρξει
ουσιαστική εξισορρόπηση
της αγοράς κατοικίας.
|