|
Σύμφωνα με ανάλυση της
«Wall Street Journal», η
έκθεση του fund Blue Owl
Credit Income Corp. στο
λογισμικό ήταν σχεδόν
διπλάσια από ό,τι
ανέφερε, ενώ οι
αποκλίσεις για τα άλλα
funds ήταν μικρότερες.
Κατά μέσο όρο, τα
τέσσερα funds ανέφεραν
ότι οι επενδύσεις τους
στην κατηγορία του
λογισμικού
αντιστοιχούσαν περίπου
στο 19% του συνόλου, ενώ
η «WSJ» διαπίστωσε ότι η
πραγματική μέση έκθεσή
τους σε λογισμικό
ανερχόταν σε ποσοστό
περίπου 25%.
Η
μεθοδολογία
Τα
funds ιδιωτικής πίστης
κάθε τρίμηνο δίνουν την
ανάλυση των εταιρικών
δανείων τους ανά κλάδο.
Οι εταιρείες λογισμικού
αποτελούν τη μεγαλύτερη
κατηγορία στα
περισσότερα από αυτά.
Ωστόσο, η μεθοδολογία
κατηγοριοποίησης των
δανείων ποικίλλει. Η
Ares, σε επίσημη αναφορά
της, ανέφερε ότι τηρεί
το ανεξάρτητο Παγκόσμιο
Πρότυπο Ταξινόμησης
Κλάδων (GICS), ενώ άλλα
funds χρησιμοποιούν
διαφορετικές μεθόδους.
«Ο
τρόπος με τον οποίο [τα
κεφάλαια ιδιωτικής
πίστης] ταξινομούν την
έκθεσή τους ανά κλάδο
δεν είναι ομοιόμορφος»
ανέφεραν οι αναλυτές της
Barclays σε έκθεση που
δημοσιεύτηκε προ ημερών
και αφορούσε τις πιέσεις
στην αγορά της ιδιωτικής
πίστης. «Αυτό το
“μαγείρεμα” προκαλεί
ανησυχία στην επενδυτική
κοινότητα και καθιστά
δύσκολη την αξιολόγηση
του βαθμού πραγματικής
διαφοροποίησης στα
χαρτοφυλάκια των funds».
Κατηγοριοποίηση
Από
την πλευρά τους, τα
funds ιδιωτικής πίστης
υποστηρίζουν ότι οι
εταιρείες λογισμικού που
εξυπηρετούν άλλους
κλάδους – όπως για
παράδειγμα τον κλάδο
υγειονομικής περίθαλψης
– θα πρέπει να
εντάσσονται στις
αντίστοιχες κατηγορίες
των συγκεκριμένων
κλάδων, λόγω της
εξάρτησής τους από
αυτούς. Η
κατηγοριοποίηση αυτή
προϋπήρχε της πρόσφατης
ανησυχίας των επενδυτών
γύρω από το λογισμικό.
Η
«Wall Street Journal»
εξέτασε την ανάλυση
χαρτοφυλακίου τεσσάρων
από τα μεγαλύτερα funds
ιδιωτικής πίστης, τα
οποία χορηγούν εταιρικά
δάνεια με υψηλό
επιτόκιο. Η «WSJ»
χρησιμοποίησε την
κατηγοριοποίηση των
κλάδων της γνωστής
πλατφόρμας παροχής
δεδομένων PitchBook,
καθώς και τη δική της
ανάλυση, προκειμένου να
εντοπίσει στα
χαρτοφυλάκια ιδιωτικής
πίστης εταιρείες που
δραστηριοποιούνται
κυρίως στον χώρο του
λογισμικού. Παρουσίασε
σε κάθε διαχειριστή fund
μια λίστα με δάνεια προς
εταιρείες τις οποίες η
εφημερίδα αναγνώρισε ως
εταιρείες λογισμικού,
αλλά τα funds δεν τις
είχαν καταχωρίσει ως
τέτοιες.
Οι
εξαγορές
Η
«WSJ» διαπίστωσε ότι τα
δύο funds της υπό
εξέταση ομάδας που είχαν
αναπτυχθεί ταχύτερα –
της Blackstone και της
Blue Owl – είχαν
μεγαλύτερη έκθεση σε
εταιρείες λογισμικού οι
οποίες είχαν ενταχθεί σε
άλλες κλαδικές
κατηγορίες. Ορισμένοι
στον κλάδο ανησυχούν ότι
η ραγδαία ανάπτυξη των
funds θα μπορούσε να
πλήξει την ποιότητα των
χαρτοφυλακίων τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι
οι διαχειριστές των
funds ιδιωτικής πίστης
βασίζονται σε μεγάλο
βαθμό στην προσφορά
δανείων που
δημιουργείται από τις
εξαγορές εκ μέρους
εταιρειών ιδιωτικών
κεφαλαίων. Οι εξαγορές
αυτές τα τελευταία πέντε
χρόνια αφορούν κατ’
εξοχήν εταιρείες
λογισμικού.
Η
ανάλυση της «WSJ»
διαπίστωσε ότι, καθώς η
ανησυχία για την
αντικατάσταση των
εργαζομένων από την
τεχνητή νοημοσύνη
κατακρήμνισε τις μετοχές
των εισηγμένων εταιρειών
λογισμικού τους
τελευταίους μήνες,
ορισμένοι διαχειριστές
funds υποβάθμισαν τη
μεγάλη έκθεσή τους στον
κλάδο ή φρόντισαν να
στρέψουν την προσοχή
στους ανταγωνιστές τους.
Σύμφωνα με πρόσφατη
ανάλυση της Morgan
Stanley, οι εταιρείες
λογισμικού που
εμφανίζονται στα
χαρτοφυλάκια ιδιωτικής
πίστης έχουν, κατά μέσο
όρο, υψηλότερο δείκτη
χρέους προς κέρδη έναντι
των εταιρειών
οποιουδήποτε άλλου
κλάδου.
«Αν
κοιτάξετε τα deals
ιδιωτικής πίστης που δεν
έχουν εξελιχθεί καλά,
[θα παρατηρήσετε ότι]
στην πλειονότητά τους
αφορούν κάποιο στοιχείο
λογισμικού» σχολιάζει
ο Αλεξ Τσάλοφ,
επικεφαλής επενδύσεων
στην Bernstein Private
Wealth Management.
Σιγουριά
Πολλοί διαχειριστές fund
ιδιωτικής πίστης
δηλώνουν πως πιστεύουν
ότι οι φόβοι για τα
δάνεια στον κλάδο του
λογισμικού είναι
υπερβολικοί και ότι
νιώθουν σίγουροι για την
ποιότητα των
χαρτοφυλακίων τους.
Η
Blue Owl διαφήμιζε για
χρόνια τις επιδόσεις της
στις τεχνολογικές
επενδύσεις και ήταν από
τους πρωτοπόρους στον
τομέα του δανεισμού
ιδιωτικής πίστης προς
εταιρείες SaaS, δηλαδή
σε εταιρείες παροχής
λογισμικού ως υπηρεσία.
Αφότου όμως χτύπησε τις
αγορές τον Ιανουάριο ο
φόβος για ύφεση στον
χώρο των υπηρεσιών
λογισμικού λόγω της
τεχνητής νοημοσύνης (η
λεγόμενη SaaSpocalypse),
το αφήγημα φάνηκε να
αλλάζει.
«Δεν είμαστε καθόλου
αρνητικοί απέναντι στο
λογισμικό» δήλωσε ο
Co-CEO της Blue Owl,
Μαρκ Λίπσουλτς, σε
αναλυτές κατά τη
διάρκεια τηλεδιάσκεψης
στις αρχές Φεβρουαρίου,
προτού ωστόσο επισημάνει
ότι όσον αφορά το Credit
Income fund, «στην
πραγματικότητα, μεταξύ
των ανταγωνιστών μας,
έχουμε τη χαμηλότερη
έκθεση στο λογισμικό».
Ορισμένοι fund managers
έχουν αλλάξει τα
κριτήρια βάσει των
οποίων εντάσσουν
εταιρείες στη
συγκεκριμένη κατηγορία.
Μία από τις μεγαλύτερες
επενδύσεις στο fund της
Apollo είναι ένα δάνειο
ύψους 239 εκατομμυρίων
δολαρίων προς την
Anaplan, η οποία
αυτοχαρακτηρίζεται ως
πάροχος SaaS. Ωστόσο, το
fund κατέγραφε το δάνειο
ως επένδυση Πληροφορικής
(IT) για σχεδόν τρία
χρόνια, προτού το
μεταφέρει στην κατηγορία
του λογισμικού τον
Μάρτιο του 2025. Το ίδιο
fund μετέφερε
τουλάχιστον δύο ακόμα
δάνεια στον κλάδο του
λογισμικού το τέταρτο
τρίμηνο του 2025.
Πηγή: The Wall Street
Journal
|