|
Οι εκκρεμότητες ανά
κατηγορία δανείων
Από τα διμερή διακρατικά
δάνεια (GLF)
συνολικού ύψους 52,9
δισ. ευρώ που είχαν
χορηγηθεί στην Ελλάδα
από χώρες της Ευρωζώνης,
το ανεξόφλητο κεφάλαιο
ανέρχεται σήμερα σε
περίπου 26,3 δισ. ευρώ.
Με βάση τον υφιστάμενο
σχεδιασμό, στο τέλος του
2026 εκτιμάται ότι θα
απομένουν περίπου 19
δισ. ευρώ, τα οποία
προβλέπεται να
αποπληρωθούν πρόωρα μέσω
ετήσιων καταβολών
περίπου 5 δισ. ευρώ για
την επόμενη τετραετία,
με τελική ημερομηνία
εξόφλησης το 2031.
Από τα δάνεια του
Ευρωπαϊκού Ταμείου
Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας (EFSF),
συνολικού ύψους 141,8
δισ. ευρώ, το ανεξόφλητο
ποσό παραμένει περίπου
στα 125,7 δισ. ευρώ.
Η αποπληρωμή αυτών των
δανείων έχει ήδη
ξεκινήσει από το 2023
και, σύμφωνα με το
ισχύον χρονοδιάγραμμα,
θα συνεχιστεί μέχρι το
2070.
Παράλληλα, τα 58,8 δισ.
ευρώ που έλαβε η χώρα
μέσω του Ευρωπαϊκού
Μηχανισμού Σταθερότητας
(ESM)
στο πλαίσιο του τρίτου
προγράμματος στήριξης
αναμένεται να
αποπληρωθούν σταδιακά
από το 2034 έως το 2060.
Πρόσθετες υποχρεώσεις
άνω των 23 δισ. ευρώ
Στο συνολικό βάρος των
μελλοντικών αποπληρωμών
θα πρέπει να προστεθούν
και άλλες δανειακές
υποχρεώσεις.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται δάνεια
από την Ευρωπαϊκή
Τράπεζα Επενδύσεων (EIB),
καθώς και χρηματοδότηση
μέσω του ευρωπαϊκού
προγράμματος για την
αντιμετώπιση των
επιπτώσεων της ανεργίας
σε έκτακτες συνθήκες, με
συνολικό ανεξόφλητο
υπόλοιπο περίπου 11,6
δισ. ευρώ.
Επιπλέον, υπάρχουν
δάνεια ύψους 11,4 δισ.
ευρώ από τον Μηχανισμό
Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας (RRF),
η αποπληρωμή των οποίων
αναμένεται να ξεκινήσει
το 2032.
Εφόσον συνυπολογιστούν
όλες αυτές οι
υποχρεώσεις, το συνολικό
ποσό που θα πρέπει να
εξυπηρετήσει η Ελλάδα
μέχρι το 2070 ξεπερνά τα
230 δισ. ευρώ.
Μειώνεται το χρέος, αλλά
παραμένει το υψηλότερο
στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η αποκλιμάκωση του
χρέους ως ποσοστό του
ΑΕΠ συνεχίζεται, παρά το
γεγονός ότι το
ονομαστικό ύψος των
υποχρεώσεων παραμένει
ιδιαίτερα μεγάλο.
Σύμφωνα με το ΕΔΣ, στο
τέλος του 2025 η Ελλάδα
εξακολουθούσε να οφείλει
περίπου 220 δισ. ευρώ σε
ευρωπαϊκούς θεσμούς,
ποσό που αντιστοιχεί
περίπου στο 88% του ΑΕΠ
και περίπου στο 55% του
συνολικού χρέους της
κεντρικής διοίκησης.
Το δημόσιο χρέος της
χώρας διαμορφώθηκε στο
τέλος του 2025 στο
146,1% του ΑΕΠ, μειωμένο
κατά 8 ποσοστιαίες
μονάδες σε σχέση με το
2024.
Η πτωτική πορεία
αναμένεται να συνεχιστεί
και το 2026, με το χρέος
να υποχωρεί κατά
επιπλέον 9,3 ποσοστιαίες
μονάδες, φτάνοντας στο
136,8% του ΑΕΠ. Εφόσον
επιβεβαιωθούν οι
προβλέψεις, η Ελλάδα θα
περάσει κάτω από το
επίπεδο του 140% του
ΑΕΠ, ένα σημαντικό
συμβολικό και
δημοσιονομικό ορόσημο.
Η αποκλιμάκωση εκτιμάται
ότι θα συνεχιστεί έως το
2029, όταν το χρέος
αναμένεται να υποχωρήσει
κάτω από το 120% του
ΑΕΠ.
Η βελτίωση αυτή
αποδίδεται κυρίως στη
δυναμική αύξηση του
ονομαστικού ΑΕΠ και στη
διατήρηση υψηλών
πρωτογενών πλεονασμάτων.
Με βάση τα στοιχεία για
τη δυναμική του χρέους,
η συμβολή των πρωτογενών
πλεονασμάτων στη μείωση
του λόγου χρέους προς
ΑΕΠ ανήλθε σε 4,9
ποσοστιαίες μονάδες το
2025, ενώ για το 2026
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθεί στις 3,2
ποσοστιαίες μονάδες.
Η ανάγκη για πρωτογενή
πλεονάσματα για
δεκαετίες
Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι η
εξυπηρέτηση του
ελληνικού χρέους θα
απαιτήσει τη διατήρηση
σταθερών πρωτογενών
δημοσιονομικών
πλεονασμάτων για πολλές
δεκαετίες, ακόμη και
στην περίπτωση που η
σχέση μεταξύ ανάπτυξης
και κόστους δανεισμού
παραμείνει ευνοϊκή.
Με βάση τις συστάσεις
της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, η Ελλάδα θα
πρέπει να επιτυγχάνει
κατά μέσο όρο ετήσια
πρωτογενή πλεονάσματα
περίπου 2% του ΑΕΠ σε
βραχυπρόθεσμο και
μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ωστόσο, η διατήρηση
τέτοιων επιδόσεων για
τόσο μεγάλο χρονικό
διάστημα αποτελεί
σημαντική πρόκληση για
την ελληνική οικονομία,
ιδιαίτερα αν ληφθούν
υπόψη οι ιστορικές
επιδόσεις της χώρας σε
περιόδους φυσιολογικών
οικονομικών συνθηκών.
Παράλληλα, το
Δημοσιονομικό Συμβούλιο
υπογραμμίζει ότι οι
εκτιμήσεις για τα
απαιτούμενα πρωτογενή
πλεονάσματα δεν μπορούν
να βασίζονται μόνο σε
μαθηματικούς
υπολογισμούς, καθώς
εξαρτώνται από πολλούς
παράγοντες, όπως η
μελλοντική πορεία των
επιτοκίων, οι ρυθμοί
ανάπτυξης, τα φορολογικά
έσοδα, αλλά και η
εξέλιξη του νέου
δημόσιου χρέους που
αποκτάται από ιδιώτες
επενδυτές μέσω των
διεθνών αγορών.
Η Ελλάδα έχει πλέον
περάσει σε μια φάση
σταδιακής μείωσης του
χρέους, όμως η πλήρης
εξάλειψη των υποχρεώσεων
που δημιουργήθηκαν κατά
την περίοδο των
μνημονίων θα παραμείνει
μια μακροχρόνια
δημοσιονομική δέσμευση
για τις επόμενες γενιές.
|