|
Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα
έχει λάβει 24,7 δισ.
ευρώ, εκ των οποίων
περίπου 13 δισ. ευρώ
αφορούν επιχορηγήσεις
και 11,7 δισ. ευρώ
δάνεια. Από το υπόλοιπο
πακέτο προβλέπονται
ακόμη 5,3 δισ. ευρώ σε
επιχορηγήσεις και
περίπου 6 δισ. ευρώ σε
δανειακούς πόρους.
Ωστόσο, το πραγματικό
στοίχημα δεν είναι πλέον
μόνο η απορρόφηση των
τελευταίων χρημάτων.
Είναι το κατά πόσο η
επενδυτική ώθηση που
δημιούργησε το Ταμείο θα
συνεχίσει να αποδίδει
και μετά το τέλος των
εκταμιεύσεων.
Πού κατευθύνθηκαν τα
κεφάλαια
Περισσότερα από 10 δισ.
ευρώ από τα ποσά που
έχουν ήδη εκταμιευθεί
συνδέονται με δράσεις
βιώσιμης ανάπτυξης και
κοινωνικής συνοχής.
Περίπου 3,9 δισ. ευρώ
έχουν δοθεί ως
επιχορηγήσεις και 6,1
δισ. ευρώ μέσω δανείων.
Η πράσινη μετάβαση
αποτελεί έναν από τους
μεγαλύτερους αποδέκτες,
με περίπου 5,4 δισ. ευρώ
να έχουν κατευθυνθεί
στον συγκεκριμένο τομέα.
Σημαντικές είναι και οι
επενδύσεις στην ψηφιακή
μετάβαση, όπου έχουν
διοχετευθεί περισσότερα
από 3,2 δισ. ευρώ, εκ
των οποίων περίπου 1,2
δισ. ευρώ σε
επιχορηγήσεις και 2 δισ.
ευρώ σε δάνεια.
Στον τομέα της υγείας
έχουν κατευθυνθεί επίσης
πάνω από 3,2 δισ. ευρώ,
με τη συντριπτική
πλειονότητα των πόρων να
αφορά επιχορηγήσεις.
Το συνολικό αποτύπωμα
του προγράμματος
αποκαλύπτει έτσι τρεις
βασικές προτεραιότητες:
ενεργειακές υποδομές και
πράσινη μετάβαση,
ψηφιοποίηση του κράτους
και της οικονομίας και
χρηματοδότηση
επιχειρηματικών
επενδύσεων.
Η ενέργεια στο επίκεντρο
Ιδιαίτερα έντονο είναι
το αποτύπωμα του Ταμείου
στον ενεργειακό τομέα. Η
συμμετοχή των
Ανανεώσιμων Πηγών
Ενέργειας στην
ηλεκτροπαραγωγή έχει
πλέον ξεπεράσει σταθερά
το 50%, επίπεδο
υψηλότερο από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Δεν είναι τυχαίο ότι
μεταξύ των
σημαντικότερων αποδεκτών
χρηματοδότησης
βρίσκονται ο ΑΔΜΗΕ, ο
ΔΕΔΔΗΕ, η ΔΕΗ και ο
ΔΕΣΦΑ.
Παράλληλα, περισσότερα
από 2 δισ. ευρώ έχουν
κατευθυνθεί στο
υπουργείο Περιβάλλοντος
και Ενέργειας,
καθιστώντας το έναν από
τους μεγαλύτερους
υπουργικούς αποδέκτες
πόρων του προγράμματος.
Η ταχεία αύξηση της
συμμετοχής των ΑΠΕ,
πάντως, δημιουργεί πλέον
και μια νέα ανάγκη:
περισσότερες επενδύσεις
στην αποθήκευση
ενέργειας. Η δυνατότητα
αποθήκευσης είναι
κρίσιμη προκειμένου να
περιοριστούν οι
περικοπές παραγωγής από
ανανεώσιμες πηγές και να
αξιοποιείται μεγαλύτερο
μέρος της πράσινης
ηλεκτρικής ενέργειας.
Το γεγονός ότι ορισμένα
ενεργειακά έργα, μεταξύ
των οποίων και
παρεμβάσεις αποθήκευσης,
απεντάχθηκαν από το
Ταμείο αναδεικνύει
ακριβώς αυτή την
πρόκληση.
Η μεγάλη αδυναμία
παραμένει η
παραγωγικότητα
Παρά τις επενδύσεις, το
μεγάλο ερώτημα για την
ελληνική οικονομία
παραμένει η
παραγωγικότητα.
Το 2025 η παραγωγικότητα
ανά ώρα εργασίας στην
Ελλάδα αντιστοιχούσε
μόλις στο 54,6% του
μέσου όρου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη
χώρα να κατατάσσεται
στην τελευταία θέση της
σχετικής ευρωπαϊκής
κατάταξης.
Εδώ βρίσκεται και το
πραγματικό τεστ του
Ταμείου Ανάκαμψης.
Οι επενδύσεις σε
υποδομές, ψηφιακά
συστήματα, ενέργεια και
επιχειρήσεις θα πρέπει
να μεταφραστούν σε
υψηλότερη
παραγωγικότητα,
μεγαλύτερη
ανταγωνιστικότητα και
ισχυρότερη παραγωγική
βάση. Διαφορετικά,
υπάρχει ο κίνδυνος ένα
σημαντικό μέρος της
θετικής επίδρασης να
αποδειχθεί προσωρινό και
να συνδέεται κυρίως με
την περίοδο κατασκευής
και υλοποίησης των
έργων.
Τι έρχεται μετά το
Ταμείο
Η ολοκλήρωση του Ταμείου
Ανάκαμψης δεν σημαίνει
ότι η Ελλάδα θα μείνει
χωρίς ευρωπαϊκούς και
δημόσιους επενδυτικούς
πόρους.
Το επόμενο κύμα
χρηματοδότησης θα
στηριχθεί στο ΕΣΠΑ
2021-2027, ενώ ιδιαίτερη
σημασία θα αποκτήσει και
το νέο Πολυετές
Δημοσιονομικό Πλαίσιο
2028-2034, από το οποίο
η Ελλάδα εκτιμάται ότι
μπορεί να εξασφαλίσει
περισσότερα από 49 δισ.
ευρώ.
Στο διαθέσιμο
χρηματοδοτικό οπλοστάσιο
προστίθενται ακόμη το
Ταμείο Εκσυγχρονισμού
και το Κοινωνικό
Κλιματικό Ταμείο, ενώ το
Εθνικό Πρόγραμμα
Ανάπτυξης 2026-2030
προβλέπει επενδύσεις
περίπου 23 δισ. ευρώ.
Έτσι, η πρόκληση για την
Ελλάδα αλλάζει
χαρακτήρα.
Τα επόμενα χρόνια δεν θα
κριθούν τόσο από το εάν
η χώρα μπορεί να
απορροφήσει κοινοτικούς
πόρους, αλλά από το εάν
μπορεί να τους
μετατρέψει σε μόνιμη
αύξηση της παραγωγικής
της δυναμικότητας.
Τα τελευταία 11,3 δισ.
ευρώ του Ταμείου είναι η
τελική πράξη ενός
μεγάλου χρηματοδοτικού
κύκλου. Το σημαντικότερο
κεφάλαιο, όμως, θα είναι
αυτό που θα ακολουθήσει:
εάν οι επενδύσεις που
πραγματοποιήθηκαν θα
καταφέρουν να αλλάξουν
διαρκώς την
παραγωγικότητα, την
ανταγωνιστικότητα και τη
δομή της ελληνικής
οικονομίας.
|