|
Το
Ταμείο Ανάκαμψης
θεσπίστηκε εν μέσω
πανδημίας, μετά την
ιστορική κατάρρευση της
οικονομικής
δραστηριότητας, με έναν
εξαιρετικά φιλόδοξο
στόχο: να στηρίξει την
οικονομία της Ε.Ε. μέσω
μεταρρυθμίσεων και
επενδύσεων που θα
επιτάχυναν την ψηφιακή
μετάβαση και τη
βιωσιμότητα. Στην
πορεία, η ανάγκη για
στοχευμένες και
αποτελεσματικές
επενδύσεις ενισχύθηκε
περαιτέρω, λόγω της
αυξανόμενης
ανταγωνιστικής πίεσης
από την Κίνα και της πιο
επιθετικής στάσης των
ΗΠΑ. Το 2021 διατέθηκαν
τουλάχιστον 700 δισ.
ευρώ σε δάνεια και
επιχορηγήσεις, ποσό που
αργότερα περιορίστηκε
στα 577 δισ. ευρώ, καθώς
ορισμένα κράτη επέλεξαν
να μην αξιοποιήσουν
πλήρως το δανειακό
σκέλος.
Πέντε
χρόνια αργότερα, περίπου
182 δισ. ευρώ παραμένουν
αδιάθετα. Παρότι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
διατηρεί επίσημα τη θέση
ότι οι στόχοι του
Ταμείου επιτυγχάνονται,
αξιωματούχοι,
επιχειρηματίες και
αναλυτές εκφράζουν
επιφυλάξεις για το
τελικό αποτέλεσμα.
Υπάρχει πάντως ευρεία
συμφωνία ότι το Ταμείο
λειτούργησε ως
«μαξιλάρι» στην
πανδημική κρίση και ότι
έσπασε το ταμπού του
κοινού δανεισμού, ο
οποίος πλέον αποτελεί
μόνιμο εργαλείο της
ευρωπαϊκής πολιτικής.
Επιπλέον, οι όροι και τα
ορόσημα για την
εκταμίευση των πόρων
ενδέχεται να προσφέρουν
μακροπρόθεσμα ώθηση στην
παραγωγικότητα και την
ανάπτυξη.
Ωστόσο,
η υλοποίηση των
μεταρρυθμίσεων και των
επενδύσεων αποδείχθηκε
πιο αργή από ό,τι είχε
αρχικά εκτιμηθεί,
περιορίζοντας τις
προοπτικές για γρήγορη
αναπτυξιακή ώθηση.
Ο Marco
Leonardi, καθηγητής
Οικονομικών και πρώην
κυβερνητικό στέλεχος
στην Ιταλία πριν από την
κυβέρνηση της Giorgia
Meloni, αποδίδει τις
καθυστερήσεις στις έξι
αναθεωρήσεις του
ιταλικού προγράμματος
ύψους 194 δισ. δολαρίων.
Όπως σημειώνει, η
αναθεώρηση του 2023
υπήρξε καθοριστική,
καθώς αφαιρέθηκαν
κονδύλια από τις τοπικές
αρχές για να
χρηματοδοτηθούν
φοροελαφρύνσεις 6 δισ.
ευρώ προς επιχειρήσεις
που επενδύουν σε
εξοπλισμό εξοικονόμησης
ενέργειας. Στην πράξη
όμως, πολλές εταιρείες
δυσκολεύτηκαν να
επωφεληθούν, λόγω των
πολύπλοκων διοικητικών
διαδικασιών. Ως
αποτέλεσμα, η Ιταλία
αναγκάστηκε να
περιορίσει τους στόχους
που είχε θέσει στο
πλαίσιο του Ταμείου.
Στην
Ισπανία, αν και πάνω από
το 40% των κονδυλίων
κατευθύνθηκε σε
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, οι
πολύπλοκες και
χρονοβόρες διαδικασίες
αποθάρρυναν αρκετούς
επιχειρηματίες από το να
υποβάλουν αιτήσεις,
σύμφωνα με τον Juan
Manuel Martinez,
επικεφαλής της ένωσης
μεταφορών AET.
Παράταση
προθεσμιών και νέες
ισορροπίες
Τα
κράτη-μέλη που
δικαιούνται πόρους από
το Ταμείο οφείλουν έως
τις 31 Αυγούστου να
έχουν υλοποιήσει τις
απαιτούμενες
μεταρρυθμίσεις και έως
τις 30 Σεπτεμβρίου να
υποβάλουν τα τελικά
αιτήματα εκταμίευσης.
Η
Ισπανία ανακοίνωσε
πρόσφατα ότι δεν μπορεί
να εκπληρώσει εγκαίρως
ορισμένες προϋποθέσεις
και απέσυρε κονδύλια
ύψους 60 δισ. ευρώ,
επισημαίνοντας παράλληλα
ότι, λόγω της
βελτιωμένης πρόσβασής
της στις αγορές, δεν
έχει πλέον ισχυρό
κίνητρο να δανειστεί
μέσω της Ε.Ε. Στην
Ιταλία, όπου μέχρι τον
Δεκέμβριο είχαν
δαπανηθεί 110 δισ. ευρώ,
εκφράζονται ανησυχίες
ότι η λήξη των πόρων του
Ταμείου θα οδηγήσει σε
απότομη υποχώρηση των
δημοσίων δαπανών.
Αξίζει
να σημειωθεί ότι η
Ισπανία έλαβε έγκριση να
χρησιμοποιήσει 10,5 δισ.
ευρώ από τα δάνεια του
Ταμείου ως κεφάλαιο για
μόχλευση επιπλέον 60
δισ. ευρώ κρατικής
χρηματοδότησης, με στόχο
την κινητοποίηση
ιδιωτικών επενδύσεων. Με
αυτόν τον τρόπο,
ουσιαστικά επιμήκυνε τον
χρονικό ορίζοντα των
δαπανών της. Αντίστοιχα,
η Ιταλία έχει
εξασφαλίσει άδεια από
την Ε.Ε. να δαπανήσει
23,5 δισ. ευρώ και μετά
το 2026.
Ο
Carsten Brzeski,
οικονομολόγος της ING,
τάσσεται υπέρ τέτοιων
παρατάσεων,
υποστηρίζοντας ότι «ένας
απλός τρόπος να
διασφαλιστεί πως τα
χρήματα θα περάσουν στην
πραγματική οικονομία
είναι η επιμήκυνση των
προγραμμάτων κατά ένα ή
δύο χρόνια». Όπως
προσθέτει, θα μπορούσε
να επιτραπεί μεγαλύτερη
ευελιξία στους
δημοσιονομικούς κανόνες,
εφόσον οι χώρες
υλοποιούν διαρθρωτικές
μεταρρυθμίσεις που
βελτιώνουν τη
δημοσιονομική τους
εικόνα σε βάθος χρόνου.
Πηγή: Reuters
|