|
Το στίγμα έδωσε ο
κυβερνητικός εκπρόσωπος
Π. Μαρινάκης, ο οποίος
ανέφερε ότι τα τεκμήρια
δεν είναι στόχος να
παραμείνουν επ'
αόριστον. Όπως σημείωσε,
όσο τα μέτρα κατά της
φοροδιαφυγής αποδίδουν,
τόσο θα πρέπει σταδιακά
να περιορίζεται η ανάγκη
χρήσης τους.
Η παρέμβαση, σύμφωνα με
τον σχεδιασμό, δεν θα
είναι οριζόντια. Θα
βασίζεται σε
συγκεκριμένους δείκτες
και έναν ειδικό
αλγόριθμο, ο οποίος θα
αξιολογεί τη φορολογική
συμπεριφορά τόσο
μεμονωμένων
επαγγελματιών όσο και
ολόκληρων κλάδων.
Όσοι παρουσιάζουν
σταθερά υψηλό επίπεδο
συμμόρφωσης θα μπορούν
να βλέπουν το τεκμαρτό
εισόδημά τους να
μειώνεται σταδιακά. Σε
περιπτώσεις όπου η
συνέπεια είναι
αποδεδειγμένη και
διαχρονική, δεν
αποκλείεται να
καταργείται πλήρως ο
τεκμαρτός προσδιορισμός.
Στα κριτήρια που
βρίσκονται υπό εξέταση
περιλαμβάνονται:
Η εμπρόθεσμη πληρωμή
φόρων και ασφαλιστικών
εισφορών.
Η πλήρης και συνεπής
χρήση του myDATA.
Η χρήση POS
και η διεύρυνση των
ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Ο περιορισμός των
συναλλαγών με μετρητά.
Η έγκαιρη και ορθή
διαβίβαση ηλεκτρονικών
τιμολογίων.
Η εφαρμογή των ψηφιακών
δελτίων αποστολής.
Η συνέπεια στην
εξυπηρέτηση ρυθμισμένων
οφειλών.
Με αυτόν τον τρόπο, το
τεκμήριο θα μπορούσε να
μετατραπεί από ένα
οριζόντιο εργαλείο
φορολόγησης σε έναν
μηχανισμό που θα
υποχωρεί όσο ενισχύεται
η αποδεδειγμένη
φορολογική συνέπεια.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει το
μοντέλο φορολόγησης
Κλειδί για τη νέα
προσέγγιση είναι η
ολοένα μεγαλύτερη
ψηφιοποίηση των
συναλλαγών. Τα
ηλεκτρονικά βιβλία
myDATA,
η διασύνδεση POS
και ταμειακών
συστημάτων, η
ηλεκτρονική διαβίβαση
στοιχείων στην ΑΑΔΕ, το
IRIS,
τα ψηφιακά δελτία
αποστολής και η
ηλεκτρονική τιμολόγηση
δημιουργούν ένα πολύ πιο
ολοκληρωμένο αποτύπωμα
της οικονομικής
δραστηριότητας.
Όσο μεγαλύτερο μέρος των
συναλλαγών καταγράφεται
ηλεκτρονικά σε
πραγματικό χρόνο, τόσο
περιορίζονται τα
περιθώρια απόκρυψης
εσόδων ή τεχνητής
διόγκωσης δαπανών. Κατά
συνέπεια, μειώνεται και
η ανάγκη του κράτους να
προσδιορίζει
εξωλογιστικά το εισόδημα
μέσω τεκμηρίων.
Το γεγονός αυτό μπορεί
να επιτρέψει στην
κυβέρνηση να προχωρήσει
σε ένα περισσότερο
«ανταποδοτικό» μοντέλο:
ο επαγγελματίας που
αποδεικνύει ότι
λειτουργεί με συνέπεια
θα αντιμετωπίζεται
διαφορετικά από εκείνον
που εμφανίζει
συστηματικά
καθυστερήσεις,
παραβάσεις ή μεγάλες
αποκλίσεις μεταξύ
πραγματικής και
δηλωμένης
δραστηριότητας.
Γιατί διατηρήθηκαν τα
τεκμήρια
Η ανάγκη για το
υφιστάμενο σύστημα έγινε
ιδιαίτερα εμφανής από τα
στοιχεία των τελευταίων
φορολογικών δηλώσεων.
Το μέσο ετήσιο δηλωθέν
εισόδημα των ελεύθερων
επαγγελματιών
διαμορφώθηκε μόλις στα
3.665 ευρώ,
δηλαδή περίπου
305 ευρώ τον μήνα.
Από τους συνολικά
714.465
φορολογουμένους,
τα τεκμήρια
ενεργοποιήθηκαν για
387.532.
Για αυτούς το εισόδημα
προσδιορίστηκε τεκμαρτά
κατά μέσο όρο στα
13.107 ευρώ,
ενώ ο μέσος φόρος ανήλθε
σε 1.815 ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά
ενίσχυσαν την άποψη ότι
η κατάργηση των
τεκμηρίων χωρίς
προηγουμένως να έχει
δημιουργηθεί ένα
αποτελεσματικό ψηφιακό
σύστημα ελέγχου θα
μπορούσε να δημιουργήσει
σημαντικά περιθώρια
φοροδιαφυγής.
Το ζητούμενο πλέον είναι
εάν τα νέα ψηφιακά
εργαλεία μπορούν να
επιτρέψουν μια πιο
στοχευμένη προσέγγιση,
στην οποία οι συνεπείς
επαγγελματίες θα
απαλλάσσονται σταδιακά
από την επιβάρυνση των
τεκμηρίων, χωρίς να
δημιουργούνται νέα
παράθυρα απόκρυψης
εισοδήματος.
Οι κλάδοι με τις
μεγαλύτερες αποκλίσεις
Τα περυσινά στοιχεία της
ΑΑΔΕ δείχνουν ότι σε
αρκετούς επαγγελματικούς
κλάδους η εικόνα των
δηλωμένων εισοδημάτων
παραμένει ιδιαίτερα
χαμηλή.
Στα μπαρ,
μόλις το 32%
των ιδιοκτητών δήλωσε
κέρδη, με το μέσο
μηνιαίο δηλωθέν εισόδημα
να διαμορφώνεται στα
801 ευρώ
ή 9.616 ευρώ
ετησίως.
Στην εστίαση,
το 53%
δήλωσε ζημίες ή μηδενικά
αποτελέσματα, ενώ το
μέσο δηλωθέν εισόδημα
έφθασε τα 18.002
ευρώ τον χρόνο,
περίπου 1.500
ευρώ τον μήνα.
Στα κομμωτήρια,
μόλις το 41%
των ιδιοκτητών εμφάνισε
κέρδη. Το μέσο εισόδημα
διαμορφώθηκε στα μόλις
409 ευρώ τον
μήνα, ή
4.918 ευρώ ετησίως.
Στα συνεργεία
αυτοκινήτων, το
50%
δήλωσε κέρδη, με μέσο
μηνιαίο εισόδημα
755 ευρώ και
ετήσιο 9.060
ευρώ.
Τέλος, στους
υδραυλικούς, το
ποσοστό όσων δήλωσαν
κέρδη έφθασε το
67%, ενώ το
μέσο εισόδημα
διαμορφώθηκε στα
941 ευρώ τον μήνα
ή 11.295 ευρώ
τον χρόνο.
Η εικόνα αυτή αποτελεί
και το βασικό επιχείρημα
υπέρ της διατήρησης ενός
μηχανισμού τεκμαρτού
προσδιορισμού, καθώς
είναι δύσκολο να
διαπιστωθεί μόνο από τις
φορολογικές δηλώσεις εάν
τα πολύ χαμηλά
εισοδήματα αντανακλούν
πραγματική οικονομική
αδυναμία ή μη πλήρη
καταγραφή της
δραστηριότητας.
Από το «τεκμήριο για
όλους» στο «μπόνους
στους συνεπείς»
Η ουσία της αλλαγής που
εξετάζεται είναι ότι το
τεκμήριο δεν θα
αντιμετωπίζεται πλέον
απαραίτητα ως μόνιμη
φορολογική επιβάρυνση
για κάθε ελεύθερο
επαγγελματία.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να
δημιουργήσει ένα σύστημα
στο οποίο η φορολογική
συμπεριφορά θα έχει
άμεση επίπτωση στον
τρόπο υπολογισμού του
εισοδήματος. Η συνεπής
πληρωμή φόρων και
εισφορών, η ηλεκτρονική
καταγραφή των συναλλαγών
και η απουσία σημαντικών
αποκλίσεων θα μπορούν να
λειτουργούν ως
«διαβατήριο» για
χαμηλότερο τεκμαρτό
εισόδημα.
Έτσι, η επόμενη ημέρα
των τεκμηρίων μπορεί να
μην είναι η απότομη
κατάργησή τους, αλλά η
σταδιακή
αποδυνάμωσή τους για
όσους αποδεικνύουν ότι
δεν τους χρειάζονται.
Το τελικό ζητούμενο
είναι να επιτευχθεί η
δύσκολη ισορροπία: να
επιβραβεύεται η
φορολογική συνέπεια,
χωρίς παράλληλα να
χαλαρώσουν οι δικλίδες
που περιορίζουν τη
φοροδιαφυγή.
|