|
Και οι δύο πλευρές
συμφωνούν στο εξής, το
οποίο, όμως, μόνο
ικανοποίηση και κυρίως
αισιοδοξία δεν μπορεί να
προκαλεί στον
καταναλωτή: ότι οι τιμές
βρίσκονται ήδη σε υψηλά
επίπεδα –κατά καιρούς
άλλωστε εκπρόσωποι των
σούπερ μάρκετ και της
βιομηχανίας είχαν
εκτιμήσει ότι οι τιμές
δεν θα πέσουν ποτέ στα
προ του 2022 επίπεδα–
και εάν συνεχισθεί για
αρκετό καιρό ακόμη ο
πόλεμος στη Μέση Ανατολή
περαιτέρω ανατιμήσεις
είναι σίγουρες.
Το βασικό μέσο για τον
περιορισμό της έντασης
των ανατιμήσεων που
υιοθετεί η κυβέρνηση ήδη
από το 2020, όταν
ξέσπασε η πανδημία,
είναι το πλαφόν στο
περιθώριο μεικτού
κέρδους. Το μέτρο που
εφαρμόστηκε για πρώτη
φορά τον Μάρτιο του 2020
σε αντισηπτικά, μάσκες
και άλλα παρόμοια είδη
προστασίας, διευρύνθηκε
το 2022 με την
ενεργειακή –
πληθωριστική κρίση που
προκάλεσε η εισβολή της
Ρωσίας στην Ουκρανία και
διατηρήθηκε μέχρι τις 30
Ιουνίου 2025. Πρόσφατα
«επιστρατεύτηκε» ξανά
από την κυβέρνηση με
ισχύ κατ’ αρχάς μέχρι
τις 30 Ιουνίου 2026,
αλλά με πολύ ισχυρό το
ενδεχόμενο παράτασής
του.
Ηταν τελικά τόσο
αποτελεσματικό το μέτρο
του πλαφόν τα
προηγούμενα χρόνια και
για αυτό η κυβέρνηση το
επανέφερε στη νέα κρίση;
Με βάση τα στοιχεία της
Eurostat,
η Ελλάδα το 2020 κατείχε
τον δεύτερο χαμηλότερο
δείκτη τιμών καταναλωτή
στα τρόφιμα μεταξύ των
χωρών-μελών της Ε.Ε. Το
2022 ανέβηκε από την 26η
θέση στην 24η θέση και
το 2025 έφτασε στην 22η
θέση. Στη διάρκεια δε
των ετών 2020-2025 ο
δείκτης τιμών καταναλωτή
στα τρόφιμα αυξήθηκε
στην Ελλάδα κατά 33,4%,
αύξηση που είναι η 14η
υψηλότερη μεταξύ των
χωρών της Ε.Ε. Μεταξύ
των 20 χωρών της
Ευρωζώνης (η Βουλγαρία
μπήκε φέτος), στην
Ελλάδα καταγράφηκε η 9η
μεγαλύτερη αύξηση του
πληθωρισμού τροφίμων στη
διάρκεια της εξαετίας
2020-2025. Στις
τελευταίες θέσεις της
σχετικής κατάταξης
βρίσκονται χώρες όπως η
Κύπρος –μία ακόμη πιο
μικρή σε σύγκριση με την
Ελλάδα και απομακρυσμένη
από τα δίκτυα αγορά–, η
Φινλανδία, η Γαλλία, η
Ιταλία, χώρες, πάντως,
που δεν εφάρμοσαν μέτρα
όπως το πλαφόν.
Τι υποστηρίζει το
υπουργείο Ανάπτυξης; Οτι
στην Ελλάδα χάρις στα
μέτρα είχαμε αρνητικό
πληθωρισμό τροφίμων για
πέντε μήνες το 2025, ενώ
αρμόδια στελέχη
υποστηρίζουν ότι οι
ανατιμήσεις σε 11.500
κωδικούς το τελευταίο
τρίμηνο του 2025
σχετίζονται σε μεγάλο
βαθμό και με την άρση
του πλαφόν στο περιθώριο
κέρδους. «Θεωρούμαστε
όλοι εκ προοιμίου ένοχοι
από την κυβέρνηση η
οποία με τα περιοριστικά
μέτρα φορτώνει τις
επιχειρήσεις με τεράστιο
διοικητικό κόστος. Οταν
προσθέτεις κόστη με
κάποιο τρόπο αργά ή
γρήγορα αυτά θα φτάσουν
στην τιμή», είναι ο
αντίλογος από την πλευρά
του λιανεμπορίου, όπως
αποτυπώνεται στα λόγια
του Αριστοτέλη
Παντελιάδη, προέδρου της
Ενωσης Σούπερ Μάρκετ
Ελλάδας (ΕΣΕ).
Το ζήτημα, βεβαίως, εδώ
είναι ότι στην
πραγματικότητα, όπως
όλοι παραδέχονται,
πολέμιοι ή οπαδοί του
πλαφόν, οι τιμές
βρίσκονταν και θα
βρίσκονται εφεξής
σταθερά σε υψηλά
επίπεδα. Βασικός
παράγοντας είναι η
κλιματική αλλαγή με τις
επιπτώσεις της να
αποτυπώνονται τα
τελευταία χρόνια στις
τιμές του καφέ και του
κακάο.
Επιπλέον, η ελληνική
αγορά είναι πιο ευάλωτη
σε έκτακτα γεγονότα
–είτε πρόκειται για
κλιματική κρίση είτε για
πολεμική σύρραξη– διότι
εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό από τις εισαγωγές
σε πρώτες και δεύτερες
ύλες. «Η ελληνική
αγροτική παραγωγή
καλύπτει μόνο ένα μικρό
τμήμα των αναγκών της
εγχώριας βιομηχανίας
τροφίμων, με συνέπεια
αυτή να μη βρίσκεται
κοντά σε φθηνή πρώτη
ύλη. Ενα φορτηγό με
ντομάτες από την
Ολλανδία έχει αξία
20.000 ευρώ και
μεταφορικό κόστος άλλες
5.000 ευρώ. Επίσης, για
να φέρεις ένα φορτηγό με
γάλα από την Κεντρική
Ευρώπη, πρέπει να
πληρώσεις 6.000 ευρώ
μεταφορικά. Το προϊόν εκ
των προτέρων ξεκινάει
ακριβότερο κατά περίπου
30% στην Ελλάδα»,
υποστήριξε στο 16ο
Food
Retail
Conference
ο πρόεδρος του ΣΕΒ
Σπύρος Θεοδωρόπουλος. Τι
συμβαίνει τις τελευταίες
εβδομάδες με τη
γενικευμένη κρίση στη
Μέση Ανατολή; Το κόστος
των υλικών συσκευασίας,
όπως μεταφέρουν στην
«Καθημερινή» εκπρόσωποι
της μεταποίησης, έχει
ήδη αυξηθεί κατά 30%.
Βιομηχανία τυποποίησης
οσπρίων τη δεύτερη
εβδομάδα του πολέμου
έλαβε επιστολή από τη
μεταφορική εταιρεία με
την οποία συνεργάζεται
για αύξηση κατά 15% των
χρεώσεων για την οδική
μεταφορά των προϊόντων
της εντός Ελλάδας.
Αλλος παράγοντας είναι η
συνήθης εμπορική
πρακτική προμηθευτών και
λιανεμπόρων στην Ελλάδα.
Μέχρι την εφαρμογή του
Κώδικα Δεοντολογίας για
τις Προσφορές,
προμηθευτές και
λιανέμποροι δούλευαν
πάρα πολύ με αυτές, με
συνέπεια να κρατούν
σκόπιμα τις ονομαστικές
τιμές ψηλά για να
εμφανίζονται με μειωμένη
τιμή στο ράφι τον μισό
χρόνο. Με την εφαρμογή
του Κώδικα έχει ήδη
επέλθει σχετική
«διόρθωση» και πλέον
καταγράφεται μείωση
τιμών στις κατηγορίες
όπου μειώθηκε η
προωθητική ένταση, όπως
είναι τα απορρυπαντικά
και τα είδη ατομικής
υγιεινής και φροντίδας.
Περιοριστικό του
ανταγωνισμού στις τιμές
θεωρείται επίσης το πολύ
μεγάλο μερίδιο αγοράς
που εξακολουθούν να
έχουν στην Ελλάδα τα
επώνυμα προϊόντα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της PLMA
(Private
Label
Manufacturers)
το μερίδιο των προϊόντων
ιδιωτικής ετικέτας στην
Ελλάδα το 2025 ήταν
23,9%, όταν για
παράδειγμα στην Ισπανία,
την Ολλανδία, την
Πορτογαλία ξεπερνάει το
45%. Στις χώρες αυτές το
οργανωμένο λιανεμπόριο
τροφίμων στην ουσία
ελέγχεται από τις
εκπτωτικές αλυσίδες (discounters),
εντείνοντας τον
ανταγωνισμό μεταξύ των
αλυσίδων, αλλά και
συμπαρασύροντας προς τα
κάτω τις τιμές των
επώνυμων προϊόντων.
Η αγορά, βεβαίως, σε
κάθε κρίση επαναφέρει
και το θέμα των υψηλών
συντελεστών ΦΠΑ. Τι
έκαναν το 2022 οι χώρες
που είχαν τη μικρότερη
αύξηση πληθωρισμού
τροφίμων; Η Κύπρος
ακολούθησε την πρακτική
του μηδενικού ΦΠΑ σε
βασικά τρόφιμα και το
ίδιο πράττει και τώρα, η
Γαλλία προχώρησε σε
«συμφωνίες κυρίων», ενώ
έχει μόνιμα χαμηλό
συντελεστή ΦΠΑ (5,5%)
στα περισσότερα
συσκευασμένα τρόφιμα. Με
ΦΠΑ μόλις 4%
επιβαρύνονται τα βασικά
τρόφιμα στην Ιταλία, ενώ
η Φινλανδία για να
αντιμετωπίσει την
ενεργειακή –
πληθωριστική κρίση των
ετών 2022-2023 μείωσε
τον ΦΠΑ στο ηλεκτρικό
ρεύμα στο 10%.
Στην Ελλάδα, όπως και το
2022 έτσι και τώρα η
κυβέρνηση κλείνει, πριν
καν ξεκινήσει, κάθε
συζήτηση για μείωση των
συντελεστών ΦΠΑ έστω για
ορισμένη περίοδο σε
βασικά προϊόντα, με
βασικά επιχειρήματα ότι
δεν υπάρχει
δημοσιονομικός χώρος και
κυρίως ότι η αγορά δεν
θα περάσει τη μείωση στη
λιανική τιμή. Με άλλα
λόγια, υπάρχει η διόλου
τιμητική παραδοχή ή
υπόθεση, πρώτον, ότι οι
έμμεσοι φόροι είναι μια
πολύ καλή πηγή εσόδων
για το κράτος, δεύτερον,
ότι οι επιχειρηματίες
είναι εκ προοιμίου
«κλέφτες» και, τρίτον,
ότι ο ελεγκτικός
μηχανισμός αδυνατεί να
ελέγξει την εφαρμογή του
νόμου.
Υπάρχει, τέλος, κι άλλος
ένας παράγοντας για τον
επίμονο πληθωρισμό στην
Ελλάδα τα τελευταία
χρόνια: ο λόγος για την
υπερβάλλουσα ζήτηση,
πάνω από τις παραγωγικές
ικανότητες της χώρας. Κι
εδώ, μάλλον, φτάσαμε
στην ευθύνη των ίδιων
των καταναλωτών ή,
αλλιώς, στο ότι τελικά
φταίει κι ο Χατζηπετρής.
Πηγή: Money
Review
|