|
Η ουσία της
αντιπαράθεσης βρίσκεται
στο ότι, παρότι το
Ανώτατο Δικαστήριο των
ΗΠΑ έχει αποφανθεί από
το 2018 πως οι διωκτικές
αρχές οφείλουν να
εξασφαλίζουν ένταλμα
όταν επιδιώκουν να
λάβουν δεδομένα
τοποθεσίας κινητών
τηλεφώνων απευθείας από
τηλεπικοινωνιακούς
παρόχους, το ίδιο
επίπεδο προστασίας δεν
εφαρμόζεται με τον ίδιο
σαφή τρόπο όταν τα
δεδομένα αποκτώνται μέσω
data
brokers.
Αυτό έχει δημιουργήσει
ένα νομικό κενό, ένα
είδος «παραθύρου», το
οποίο δίνει στις αρχές
τη δυνατότητα να
αποκτούν πρόσβαση σε
ευαίσθητες πληροφορίες
μετακίνησης πολιτών μέσω
τρίτων εταιρειών, χωρίς
να περνούν από τη
διαδικασία δικαστικής
έγκρισης. Έτσι, εκείνο
που θεωρητικά
απαγορεύεται να ληφθεί
απευθείας χωρίς ένταλμα,
μπορεί ουσιαστικά να
αγοραστεί στην αγορά
δεδομένων.
Ακριβώς αυτό το σημείο
έχει προκαλέσει οξύτατες
αντιδράσεις από
υπερασπιστές των
πολιτικών ελευθεριών και
μέλη του Κογκρέσου, που
θεωρούν ότι πρόκειται
για ευθεία υπονόμευση
των συνταγματικών
εγγυήσεων προστασίας από
αδικαιολόγητες έρευνες
και παρακολουθήσεις. Ο
γερουσιαστής Ron
Wyden
κατήγγειλε τη
συγκεκριμένη πρακτική ως
μια απαράδεκτη υπεκφυγή
απέναντι στην Τέταρτη
Τροπολογία,
επισημαίνοντας ότι το
πρόβλημα γίνεται ακόμη
σοβαρότερο λόγω της
σύγχρονης τεχνολογίας.
Όπως υπογράμμισε, η
μαζική συγκέντρωση
δεδομένων σε συνδυασμό
με εργαλεία τεχνητής
νοημοσύνης καθιστά πολύ
ευκολότερη την ανάλυση
τεράστιων ποσοτήτων
προσωπικών πληροφοριών,
αυξάνοντας έτσι τον
κίνδυνο πολύ πιο
εκτεταμένης και σε βάθος
επιτήρησης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα,
επανέρχεται στο
προσκήνιο η προσπάθεια
για νομοθετική
παρέμβαση. Ο
Wyden,
μαζί με διακομματική
ομάδα βουλευτών και
γερουσιαστών, προωθεί το
Government
Surveillance
Reform
Act,
ένα νομοσχέδιο που
αποσκοπεί στο να κλείσει
αυτό το νομικό
loophole.
Η βασική του στόχευση
είναι να μην μπορούν οι
κρατικές αρχές να
παρακάμπτουν την ανάγκη
δικαστικής εποπτείας
αγοράζοντας από
εμπορικούς μεσάζοντες
δεδομένα που, αν
ζητούνταν με άλλο τρόπο,
θα απαιτούσαν ένταλμα ή
άλλη επίσημη δικαστική
άδεια. Με άλλα λόγια,
επιχειρείται να
επεκταθεί η ίδια λογική
προστασίας της
ιδιωτικότητας ανεξάρτητα
από το ποιος κατέχει τα
δεδομένα και μέσω ποιου
καναλιού τα αποκτά το
κράτος.
Η υπόθεση αυτή
αναδεικνύει ευρύτερα ένα
βαθύτερο πρόβλημα: ότι η
τεχνολογική
πραγματικότητα έχει
προχωρήσει πολύ πιο
γρήγορα από το ισχύον
νομικό πλαίσιο. Η
ραγδαία ανάπτυξη της
αγοράς προσωπικών
δεδομένων, η δυνατότητα
εμπορικής μεταπώλησης
πληροφοριών εξαιρετικά
ευαίσθητων, αλλά και η
αξιοποίηση προηγμένων
συστημάτων ανάλυσης,
έχουν δημιουργήσει ένα
πεδίο όπου οι παλιές
ασφαλιστικές δικλίδες
δεν επαρκούν πλέον. Η
συζήτηση δεν αφορά μόνο
την καταπολέμηση του
εγκλήματος ή τις
επιχειρησιακές ανάγκες
των υπηρεσιών ασφαλείας,
αλλά και το αν οι
πολίτες μπορούν πράγματι
να θεωρούν ότι οι
συνταγματικές τους
ελευθερίες παραμένουν
προστατευμένες σε μια
εποχή όπου η
παρακολούθηση μπορεί να
γίνεται έμμεσα, αθόρυβα
και μαζικά.
Τελικά, το βασικό
διακύβευμα δεν είναι
μόνο αν το FBI
ενεργεί τυπικά εντός
κάποιων υφιστάμενων
νομικών ορίων, αλλά αν
αυτά τα όρια
εξακολουθούν να
ανταποκρίνονται στην
πραγματικότητα της
ψηφιακής εποχής. Οι
επικριτές της πρακτικής
προειδοποιούν ότι όταν η
πρόσβαση του κράτους σε
δεδομένα τοποθεσίας
εξαρτάται από το αν
μπορεί να τα αγοράσει
από ιδιωτικές εταιρείες,
τότε η προστασία της
ιδιωτικότητας γίνεται
εξαιρετικά εύθραυστη.
Και όσο η τεχνητή
νοημοσύνη ενισχύει την
ικανότητα των αρχών να
διασταυρώνουν και να
ερμηνεύουν αυτά τα
δεδομένα, τόσο
εντείνεται η πίεση για
επικαιροποίηση των
κανόνων και πιο αυστηρές
εγγυήσεις ελέγχου.
|