|
Το νέο ενεργειακό όπλο
της Τεχεράνης
Μετά την έναρξη των
αμερικανικών και
ισραηλινών επιθέσεων
στις 28 Φεβρουαρίου, το
Ιράν κινήθηκε σχεδόν
άμεσα προς τον
περιορισμό της διέλευσης
από τα Στενά του Ορμούζ,
προκαλώντας μία από τις
σοβαρότερες κρίσεις
εφοδιασμού πετρελαίου
των τελευταίων
δεκαετιών.
Έκτοτε, η Τεχεράνη
επιχειρεί να αξιοποιήσει
τον έλεγχο της
συγκεκριμένης θαλάσσιας
οδού ως ένα νέο
οικονομικό και
γεωπολιτικό όπλο.
Τα πλοία που θέλουν να
περάσουν από το Ορμούζ
καλούνται να
συντονιστούν με τη
νεοσύστατη Αρχή
των Στενών του Περσικού
Κόλπου (PGSA),
διαδικασία που μπορεί να
συνεπάγεται σημαντικές
χρεώσεις, ενώ όσα δεν
συμμορφώνονται
διατρέχουν τον κίνδυνο
να βρεθούν αντιμέτωπα με
τις ιρανικές ένοπλες
δυνάμεις και τους
Φρουρούς της
Επανάστασης.
Η προσωρινή αναστολή των
τελών μετά το Μνημόνιο
Συνεργασίας διάρκειας 60
ημερών που υπέγραψαν
Ιράν και ΗΠΑ στις 18
Ιουνίου δεν σήμανε και
την εγκατάλειψη του
ελέγχου των διελεύσεων
από την Τεχεράνη.
Αντίθετα, το Ιράν
αξιοποίησε τη διατύπωση
του Μνημονίου που καλεί
την Τεχεράνη να λάβει
μέτρα για την ασφαλή
διέλευση των εμπορικών
πλοίων, προκειμένου να
ενισχύσει τον ρόλο της
PGSA.
Η ιρανική πλευρά
υποστηρίζει ότι
περισσότερα από
200 πλοία ξένης σημαίας
συντονίστηκαν με την
PGSA
κατά τις τρεις πρώτες
εβδομάδες μετά την
υπογραφή της συμφωνίας.
Η Ουάσιγκτον, ωστόσο,
ερμήνευσε διαφορετικά τη
συγκεκριμένη πρόβλεψη,
θεωρώντας ότι τα
εμπορικά πλοία θα
μπορούσαν να κινούνται
ελεύθερα από τα Στενά
κατά τη διάρκεια της
60ήμερης περιόδου.
Οι διελεύσεις πράγματι
αυξήθηκαν, φτάνοντας
περίπου τα 70
πλοία ημερησίως
στην περίοδο αιχμής μετά
τη συμφωνία. Ωστόσο, ο
αριθμός αυτός
αντιστοιχούσε μόλις στο
μισό περίπου της
φυσιολογικής κίνησης
πριν από την έναρξη του
πολέμου.
Με την αναζωπύρωση της
έντασης, οι διελεύσεις
περιορίστηκαν ακόμη
περισσότερο, σε λίγο
πάνω από 10
πλοία την ημέρα.
Το αμερικανικό «διόδιο»
και το παράδοξο του
Ορμούζ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
προκαλεί και η
αμερικανική στάση.
Ο Donald
Trump
απείλησε για σύντομο
χρονικό διάστημα ότι οι
ΗΠΑ θα επιβάλουν
τέλος 20% στα
εμπορικά πλοία που
χρησιμοποιούν το Ορμούζ,
ως αποζημίωση για τις
προσπάθειες της
Ουάσιγκτον να
προστατεύσει τη θαλάσσια
οδό.
Η απειλή αποσύρθηκε
λιγότερο από 24 ώρες
αργότερα, όμως το μήνυμα
είχε ήδη σταλεί.
Το κόστος μιας τέτοιας
επιβάρυνσης θα ήταν
τεράστιο. Σύμφωνα με τη
ναυτιλιακή ένωση
BIMCO,
ένα τέλος 20% θα
μπορούσε να αντιστοιχεί
σε περίπου 27
εκατ. δολάρια ανά ταξίδι
για ένα πολύ μεγάλο
πετρελαιοφόρο.
Το παράδοξο είναι ότι
μια τέτοια αμερικανική
απειλή έδωσε
επιχειρήματα στην
Τεχεράνη να υποστηρίξει
ότι η επιβολή τελών για
τη διέλευση από το
Ορμούζ δεν αποτελεί
αποκλειστικά ιρανική
πρακτική.
Το ίδιο το Ιράν,
μάλιστα, έσπευσε να
σχολιάσει ότι το ποσοστό
20% είναι υπερβολικό, με
τον Ιρανό υπουργό
Εξωτερικών Abbas
Araghchi
να υποστηρίζει ότι η
Τεχεράνη θα κινηθεί
«δίκαια».
Το πραγματικό πρόβλημα
δεν είναι μόνο το κόστος
Τα πιθανά διόδια
αποτελούν σημαντική
οικονομική επιβάρυνση,
όμως το μεγαλύτερο
πρόβλημα βρίσκεται
αλλού.
Σύμφωνα με πληροφορίες,
το Ιράν είχε χρεώσει
πετρελαιοφόρα περίπου
1 έως 2 δολάρια
ανά βαρέλι,
ποσό που μπορούσε να
μεταφραστεί σε περίπου
2 εκατ. δολάρια
για κάθε
VLCC.
Για τις ναυτιλιακές
εταιρείες, ωστόσο, το
βασικό ζήτημα δεν είναι
εάν μπορούν να
πληρώσουν. Είναι εάν
μπορούν να ασφαλίσουν το
ταξίδι.
Οι ασφαλιστικές
εταιρείες ενδέχεται να
αρνηθούν να καλύψουν
πλοία που καταβάλλουν
χρήματα σε ιρανικές
οντότητες οι οποίες
υπόκεινται σε κυρώσεις.
Έτσι, ένα σχετικά
περιορισμένο κόστος
διέλευσης μπορεί να
μετατραπεί σε πολύ
μεγαλύτερο πρόβλημα εάν
οι ασφαλιστές αποσύρουν
την κάλυψη.
Και χωρίς ασφαλιστική
κάλυψη, ένα μεγάλο μέρος
της διεθνούς ναυτιλίας
δεν θα μπορεί πρακτικά
να χρησιμοποιήσει τη
συγκεκριμένη διαδρομή,
ανεξάρτητα από το ύψος
των διοδίων.
Το διεθνές δίκαιο στο
επίκεντρο
Το ζήτημα περιπλέκεται
ακόμη περισσότερο από το
διεθνές ναυτικό δίκαιο.
Ακόμη και στην περίπτωση
που μια τρίτη χώρα, όπως
το Ομάν, αναλάμβανε την
είσπραξη των τελών, μια
τέτοια πρακτική θα
μπορούσε να προσκρούσει
στις αρχές της διεθνούς
ναυσιπλοΐας και στις
προβλέψεις της
Σύμβασης των Ηνωμένων
Εθνών για το Δίκαιο της
Θάλασσας (UNCLOS).
Αυτό θα έδινε στις
ασφαλιστικές εταιρείες
ακόμη μεγαλύτερο
περιθώριο να απορρίψουν
συγκεκριμένα ταξίδια ή
να περιορίσουν την
ασφαλιστική κάλυψη.
Και κάπου εδώ βρίσκεται
ο πραγματικός κίνδυνος:
το Ορμούζ δεν
είναι απλώς ένας στενός
θαλάσσιος διάδρομος.
Είναι ένα κρίσιμο σημείο
του παγκόσμιου εμπορίου.
Το επικίνδυνο
προηγούμενο
Η μεγαλύτερη ανησυχία
αφορά το προηγούμενο που
θα μπορούσε να
δημιουργηθεί.
Εάν το Ορμούζ μετατραπεί
σε έναν εμπορικά
ελεγχόμενο θαλάσσιο
διάδρομο, άλλες χώρες
που ελέγχουν στρατηγικά
περάσματα θα μπορούσαν
να επιχειρήσουν να
αξιοποιήσουν τη
γεωγραφική τους θέση για
να αποκτήσουν πρόσθετα
έσοδα ή γεωπολιτική
ισχύ.
Ανάλογες πιέσεις θα
μπορούσαν θεωρητικά να
εμφανιστούν σε περιοχές
όπως η Μαλάκκα,
το Γιβραλτάρ, το Ντόβερ
ή η περιοχή της Ταϊβάν,
δημιουργώντας μια νέα
πραγματικότητα για το
διεθνές εμπόριο.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
της Rystad
Energy,
εάν εφαρμοζόταν ένα
σύστημα τελών σε μόλις
10 σημαντικά
στρατηγικά σημεία του
πλανήτη, τα
δυνητικά ετήσια έσοδα θα
μπορούσαν να ξεπεράσουν
τα 136 δισ.
δολάρια.
Το ποσό είναι αρκετό για
να εξηγήσει γιατί η
συζήτηση για το Ορμούζ
δεν αφορά μόνο το Ιράν
και τις ΗΠΑ. Αφορά τη
δομή ολόκληρου του
παγκόσμιου εμπορίου.
Από την παγκοσμιοποίηση
σε έναν πιο
κατακερματισμένο κόσμο
Η εμπορευματοποίηση των
στρατηγικών θαλάσσιων
περασμάτων θα μπορούσε
να έχει πολύ ευρύτερες
οικονομικές συνέπειες.
Περισσότερα τέλη,
υψηλότερα ασφάλιστρα,
μεγαλύτεροι χρόνοι
μεταφοράς, αυξημένο
κόστος καυσίμων και
ανάγκη για εναλλακτικές
διαδρομές θα αύξαναν το
κόστος των παγκόσμιων
εφοδιαστικών αλυσίδων.
Το τελικό αποτέλεσμα θα
μπορούσε να είναι ένας
κόσμος με
υψηλότερο πληθωρισμό,
μεγαλύτερο εμπορικό
κατακερματισμό και
εντονότερη
στρατιωτικοποίηση των
θαλάσσιων οδών.
Και
αυτή είναι ίσως η
σημαντικότερη διάσταση
της κρίσης στο Ορμούζ.
Η
σύγκρουση δεν αφορά
πλέον μόνο το πυρηνικό
πρόγραμμα του Ιράν ή την
ασφάλεια της Μέσης
Ανατολής. Αφορά το εάν
οι στρατηγικές θαλάσσιες
αρτηρίες θα συνεχίσουν
να λειτουργούν ως
κοινόχρηστες υποδομές
του παγκόσμιου εμπορίου
ή εάν θα μετατραπούν
σταδιακά σε
γεωπολιτικά εργαλεία και
πηγές εσόδων για τις
χώρες που τις ελέγχουν.
Εάν
επικρατήσει το δεύτερο
σενάριο, η κρίση στο
Ορμούζ θα μπορούσε να
αποδειχθεί πολύ
περισσότερο από μία
ακόμη ενεργειακή
αναταραχή. Θα μπορούσε
να σηματοδοτήσει την
έναρξη μιας νέας εποχής
για το παγκόσμιο
εμπόριο.
|