|
Για να
βρεθεί ιστορικό ανάλογο
τέτοιας κλίμακας
φιλοδοξιών, θα πρέπει να
ανατρέξει κανείς
τουλάχιστον στη φούσκα
των τηλεπικοινωνιών της
δεκαετίας του 1990, ή
ακόμη παλαιότερα: στην
ανάπτυξη των
σιδηροδρόμων τον 19ο
αιώνα, στις
μεταπολεμικές επενδύσεις
στους διαπολιτειακούς
αυτοκινητοδρόμους ή στα
μεγάλα προγράμματα του
New Deal. Συνολικά, οι
δαπάνες αυτές
αντιστοιχούν σε αύξηση
περίπου 60% σε σχέση με
πριν από έναν χρόνο,
επιταχύνοντας περαιτέρω
το παγκόσμιο κύμα
κατασκευής data centers.
Η
κλιμάκωση αυτή δεν είναι
χωρίς παρενέργειες. Η
έντονη ζήτηση εγείρει
ανησυχίες για αυξημένο
κόστος σε άλλους
χρήστες, για ανταγωνισμό
στην πρόσβαση σε
ηλεκτρική ενέργεια και
νερό, αλλά και για τον
κίνδυνο στρέβλωσης των
μακροοικονομικών
στοιχείων, καθώς οι
επενδύσεις προέρχονται
από έναν περιορισμένο
αριθμό εξαιρετικά
ισχυρών εταιρειών με ήδη
δυσανάλογο βάρος στην
αμερικανική οικονομία.
Όπως
σημειώνει ο Gil Luria
της DA Davidson, οι
τέσσερις όμιλοι
αντιμετωπίζουν την
κούρσα για την παροχή
υπολογιστικής ισχύος ΑΙ
ως ένα παιχνίδι «ο
νικητής τα παίρνει όλα –
ή σχεδόν όλα». Και
κανείς δεν δείχνει
διατεθειμένος να μείνει
πίσω.
Οι
πρόσφατες ανακοινώσεις
είναι ενδεικτικές της
έντασης του
ανταγωνισμού. Η Meta
εκτίμησε ότι οι φετινές
κεφαλαιουχικές δαπάνες
μπορεί να φτάσουν τα 135
δισ. δολάρια,
καταγράφοντας πιθανή
αύξηση έως 87%. Την ίδια
στιγμή, η Microsoft
ανακοίνωσε άλμα 66% στις
δαπάνες του δεύτερου
τριμήνου, με τις
προβλέψεις να τη φέρνουν
κοντά στα 105 δισ.
δολάρια για το
οικονομικό έτος που
λήγει τον Ιούνιο –
ανακοίνωση που
συνοδεύτηκε από μία από
τις μεγαλύτερες
ημερήσιες απώλειες
κεφαλαιοποίησης στην
ιστορία της μετοχής.
Η
Alphabet αιφνιδίασε
επίσης την αγορά,
προβλέποντας
κεφαλαιουχικές δαπάνες
έως και 185 δισ.
δολάρια, υπερβαίνοντας
όχι μόνο τις εκτιμήσεις
των αναλυτών αλλά και
τις επενδύσεις μεγάλου
μέρους της αμερικανικής
βιομηχανίας. Λίγες
ημέρες αργότερα, η
Amazon ξεπέρασε ακόμη
και αυτό το επίπεδο,
ανακοινώνοντας σχέδια
για 200 δισ. δολάρια το
2026, προκαλώντας και
εκείνη πιέσεις στη
μετοχή της.
Η
σύγκριση με άλλους
κλάδους είναι
αποκαλυπτική: 21 μεγάλες
αμερικανικές εταιρείες
από την
αυτοκινητοβιομηχανία, τα
μηχανήματα έργων, τους
σιδηροδρόμους, την άμυνα
και τις τηλεπικοινωνίες,
έως την Exxon Mobil, τη
Walmart και την Intel,
αναμένεται να δαπανήσουν
συνολικά περίπου 180
δισ. δολάρια το 2026 –
λιγότερα από όσα
προβλέπει μόνη της η
Amazon.
Παρά τις
διαφορετικές στρατηγικές
ανάκτησης των
επενδύσεων, η κοινή
παραδοχή είναι ότι τα
εργαλεία γενετικής ΑΙ,
όπως το ChatGPT και οι
ανταγωνιστικές
πλατφόρμες, θα
διαδραματίζουν ολοένα
και πιο κεντρικό ρόλο
τόσο στην εργασία όσο
και στην καθημερινότητα.
Ωστόσο, η ανάπτυξη των
σχετικών μοντέλων
απαιτεί τη διασύνδεση
χιλιάδων πανάκριβων
τσιπ, οδηγώντας σε
τεράστιους λογαριασμούς
με την προσδοκία
εκθετικά υψηλότερων
μελλοντικών εσόδων.
Η στροφή
αυτή μεταμορφώνει
εταιρείες που μέχρι
πρόσφατα είχαν
περιορισμένο φυσικό
αποτύπωμα. Η Meta, για
παράδειγμα, δαπάνησε
πέρυσι περισσότερα σε
κεφαλαιουχικά έργα απ’
ό,τι σε έρευνα και
ανάπτυξη για πρώτη φορά
μετά από έξι χρόνια, ενώ
τα περιουσιακά της
στοιχεία σε ακίνητα και
εξοπλισμό έφτασαν τα 176
δισ. δολάρια – σχεδόν
πέντε φορές περισσότερα
σε σχέση με το 2019.
Παρά τα
ισχυρά ταμειακά
διαθέσιμα των
τεχνολογικών κολοσσών,
παραμένουν ανοιχτά
ερωτήματα: αν όλοι θα
μπορέσουν να υλοποιήσουν
τις φιλοδοξίες τους, αν
θα υπάρξουν σοβαρά
σημεία συμφόρησης σε
εργατικό δυναμικό,
πρώτες ύλες και κρίσιμα
εξαρτήματα, αλλά και πώς
θα αντιδράσουν οι
επενδυτές όσο
δοκιμάζονται τόσο τα
διαθέσιμα όσο και η
υπομονή τους.
|