|
Παρά την εφαρμογή του
πλαφόν από το 2020 –και
την ενίσχυσή του το
2022– ο πληθωρισμός στα
τρόφιμα στην Ελλάδα
αυξήθηκε κατά 33,4% την
περίοδο 2020-2025,
υψηλότερα από το 30,8%
που καταγράφηκε στην
Ευρωζώνη. Επιπλέον, το
μέτρο δεν καλύπτει το
σύνολο των προϊόντων,
αλλά περιορίζεται σε 59
κατηγορίες, εκ των
οποίων οι 46 αφορούν
τρόφιμα, αφήνοντας εκτός
αρκετές υποκατηγορίες
ακόμη και μέσα στην ίδια
βασική ομάδα προϊόντων.
Ένα
ακόμη εύρημα με
ιδιαίτερο ενδιαφέρον
είναι η αυξημένη
συχνότητα μεταβολών των
τιμών. Όπως σημειώνει η
Τράπεζα της Ελλάδος, από
τα τέλη του 2024
παρατηρείται ταυτόχρονη
αύξηση τόσο στις
ανατιμήσεις όσο και στις
μειώσεις τιμών – ένα
φαινόμενο ασυνήθιστο για
τις αγορές. Συνήθως, οι
οικονομικές πιέσεις
ωθούν τις τιμές προς μία
κατεύθυνση, όχι και προς
τις δύο. Η παράλληλη
αυτή κίνηση αποδίδεται
στην υψηλή αβεβαιότητα,
που δυσκολεύει τις
επιχειρήσεις να
καθορίσουν τη βέλτιστη
τιμολόγηση, ενισχύοντας
τη συνολική
μεταβλητότητα.
Αντίστοιχα συμπεράσματα
προκύπτουν και από
μελέτη της Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα για τη
συμπεριφορά των τιμών
στην Ευρωζώνη κατά την
περίοδο έντονου
πληθωρισμού. Η έρευνα
δείχνει ότι αυξήθηκε
σημαντικά η συχνότητα
αναπροσαρμογών στις
τιμές καταναλωτή, με το
ποσοστό των προϊόντων
που άλλαζαν τιμή κάθε
μήνα να φτάνει το 15,7%
το 2023, έναντι μόλις
8,2% πριν το 2020.
Στην Ελλάδα, η τάση αυτή
ήταν ακόμη πιο έντονη:
το 2022, η συχνότητα
μεταβολής των τιμών ήταν
αυξημένη κατά σχεδόν 6
ποσοστιαίες μονάδες σε
σχέση με το 2019, ενώ
παρέμεινε υψηλή και τα
επόμενα χρόνια. Μάλιστα,
σε πάνω από το 58% των
προϊόντων οι αλλαγές
τιμών έγιναν πιο συχνές,
με την πλειονότητα αυτών
να αφορά αυξήσεις.
Ιδιαίτερα στις υπηρεσίες
–που το 2025 αποτέλεσαν
βασικό μοχλό
πληθωρισμού– η συχνότητα
των ανατιμήσεων έχει
σχεδόν τριπλασιαστεί σε
σχέση με την περίοδο
2012-2020.
Ο
επίμονος πληθωρισμός,
ειδικά στα τρόφιμα,
επιβαρύνει κυρίως τα
χαμηλότερα εισοδήματα,
καθώς το φτωχότερο 20%
του πληθυσμού δαπανά
περίπου το ένα τρίτο των
συνολικών εξόδων του για
βασικά είδη διατροφής.
Ωστόσο, η πίεση δεν
περιορίζεται μόνο σε
αυτές τις ομάδες. Όπως
δείχνει πρόσφατη έρευνα
του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 62,1%
των νοικοκυριών δηλώνει
ότι το εισόδημά του δεν
επαρκεί για να καλύψει
τις ανάγκες ολόκληρου
του μήνα, αναδεικνύοντας
το εύρος του
προβλήματος.
|