|
Τα 450 δισ. δολάρια
χρέους για την AI
Η ανησυχία της
BoE
συνδέεται κυρίως με το
γεγονός ότι η επενδυτική
έκρηξη στην τεχνητή
νοημοσύνη
χρηματοδοτείται όλο και
περισσότερο με χρέος.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
της
Morgan
Stanley,
η παγκόσμια έκδοση
χρέους που συνδέεται με
επενδύσεις στην
AI
είχε φτάσει περίπου τα
450 δισ. δολάρια
στις αρχές Σεπτεμβρίου,
ποσό υπερδιπλάσιο από το
σύνολο που είχε εκδοθεί
σε ολόκληρο το 2025.
Παράλληλα, αναλυτές της
JPMorgan
εκτιμούν ότι οι
επενδύσεις σε υποδομές
τεχνητής νοημοσύνης που
θα χρηματοδοτηθούν μέσω
δανεισμού μπορεί να
φτάσουν περίπου τα
4,1 τρισ.
δολάρια την περίοδο
2026-2030.
Για την BoE,
η εξέλιξη αυτή αυξάνει
τη σημασία της AI
για τη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα. Όσο
μεγαλύτερη γίνεται η
μόχλευση και όσο πιο
σύνθετες είναι οι
χρηματοδοτικές δομές,
τόσο δυσκολότερο γίνεται
να εντοπιστούν εγκαίρως
οι πραγματικοί κίνδυνοι.
Σε περίπτωση απότομης
αναθεώρησης των
προσδοκιών για την
κερδοφορία της AI,
οι ζημιές θα μπορούσαν
να μεταδοθούν από τις
μετοχές σε ένα ευρύτερο
φάσμα περιουσιακών
στοιχείων.
Το «τεστ» του Ιουλίου
Οι αγορές είχαν ήδη μια
πρώτη ένδειξη για το πώς
μπορεί να λειτουργήσει
αυτός ο μηχανισμός τον
Ιούλιο, όταν οι μετοχές
εταιρειών που συνδέονται
με την τεχνητή νοημοσύνη
και οι ημιαγωγοί
δέχθηκαν ισχυρές
πιέσεις.
Η αυξημένη μεταβλητότητα
ανάγκασε ορισμένους
επενδυτές με υψηλή
μόχλευση να περιορίσουν
τις θέσεις τους,
ενισχύοντας τις πιέσεις
μέσω απομόχλευσης και
αναδιάρθρωσης
χαρτοφυλακίων.
Ωστόσο, το επεισόδιο
παρέμεινε σχετικά
περιορισμένο και δεν
μεταδόθηκε στις βασικές
χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Ακριβώς αυτό είναι που
θέλει να προλάβει τώρα η
BoE:
ένα σοκ μεγαλύτερης
κλίμακας, στο οποίο μια
απότομη υποχώρηση των
προσδοκιών για την
AI
θα προκαλέσει ταυτόχρονα
πτώση των αποτιμήσεων,
αύξηση της
μεταβλητότητας και πίεση
σε επενδυτές που έχουν
χρησιμοποιήσει δανεισμό.
Από τις μετοχές στα
κρατικά ομόλογα
Ο κίνδυνος δεν αφορά
μόνο τις αποτιμήσεις των
τεχνολογικών εταιρειών.
Η BoE
επισημαίνει ότι οι
προσδοκίες για την
τεχνητή νοημοσύνη έχουν
ενσωματωθεί πλέον και
στις προβλέψεις για την
παγκόσμια
οικονομική ανάπτυξη και
την παραγωγικότητα.
Εάν οι προσδοκίες αυτές
αποδειχθούν υπερβολικά
αισιόδοξες, θα μπορούσαν
να αναθεωρηθούν προς τα
κάτω και οι εκτιμήσεις
για τη μελλοντική
ανάπτυξη.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
είχε συνέπειες και για
τις αγορές κρατικού
χρέους, καθώς
χαμηλότερες προσδοκίες
ανάπτυξης επηρεάζουν τις
εκτιμήσεις για τα
δημόσια έσοδα, τη
δημοσιονομική
βιωσιμότητα και το
κόστος δανεισμού.
Την ίδια στιγμή, η
αναζωπύρωση της
σύγκρουσης στη Μέση
Ανατολή έχει αυξήσει την
αβεβαιότητα γύρω από τις
τιμές της ενέργειας και
τον πληθωρισμό. Η άνοδος
των αποδόσεων των
κρατικών ομολόγων μπορεί
να μεταφερθεί στο κόστος
χρηματοδότησης
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
Έτσι, σύμφωνα με τη
BoE,
οι κίνδυνοι στο
παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό σύστημα
γίνονται ολοένα πιο
αλληλένδετοι:
ένα σοκ στην AI
μπορεί να ξεκινήσει από
τις μετοχές, αλλά να
επηρεάσει στη συνέχεια
το χρέος, την πίστωση
και τελικά τις ευρύτερες
συνθήκες χρηματοδότησης.
Bailey:
Πρώτα να κατανοήσουμε
την AI
Τους κινδύνους από την
ταχεία ανάπτυξη των
προηγμένων μοντέλων
τεχνητής νοημοσύνης
ανέδειξε παράλληλα ο
διοικητής της BoE,
Andrew
Bailey.
Σε άρθρο του, ο
Bailey
υπογράμμισε τις
επιπτώσεις της AI
στη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα, δίνοντας
ιδιαίτερη έμφαση στην
ανάγκη αυστηρών δοκιμών
των συστημάτων, μεταξύ
άλλων και σε θέματα
κυβερνοασφάλειας.
Όπως επισημαίνει, μπορεί
στο μέλλον να απαιτηθεί
ένα πιο επίσημο
ρυθμιστικό πλαίσιο.
Ωστόσο, προηγείται η
καλύτερη κατανόηση των
δυνατοτήτων και των
αδυναμιών της
τεχνολογίας, η
συστηματική δοκιμή της
και ο καθορισμός
αξιόπιστων σημείων
παρέμβασης.
Ενδεικτικό της ανησυχίας
είναι ότι στην τελευταία
εξαμηνιαία έρευνα της
BoE
για τους συστημικούς
κινδύνους, αριθμός-ρεκόρ
συμμετεχόντων ανέφερε
την AI
μεταξύ των βασικών πηγών
κινδύνου.
Στο μικροσκόπιο και τα
gilts
Παράλληλα, η BoE
παρακολουθεί στενά τη
μόχλευση των
hedge
funds
στην αγορά των
βρετανικών κρατικών
ομολόγων,
καθώς οι κίνδυνοι
παραμένουν αυξημένοι.
Η κεντρική τράπεζα
θεωρεί ότι η
αντιμετώπιση των
κινδύνων από τη μόχλευση
στην αγορά των
gilts
μπορεί να επιτευχθεί
αποτελεσματικότερα μέσω
αλλαγών στη λειτουργία
της ίδιας της αγοράς,
αντί της αποκλειστικής
προσφυγής στον δείκτη
μόχλευσης των τραπεζών.
Η BoE
αναμένεται να ξεκινήσει
διαβούλευση για
μεταρρυθμίσεις στην
αγορά gilts
στις αρχές του
2027.
Παράλληλα, αφήνει
ανοιχτό το ενδεχόμενο
αύξησης των κεφαλαιακών
«μαξιλαριών» που
συνδέονται με τον δείκτη
μόχλευσης των τραπεζών
κατά 25 μονάδες
βάσης, εφόσον
μεταβληθεί η αξιολόγηση
των κινδύνων.
Υψηλές αποδόσεις,
μεγαλύτερη πίεση
Οι αποδόσεις των
βρετανικών κρατικών
ομολόγων έχουν κινηθεί
υψηλότερα τους
τελευταίους μήνες,
ακολουθώντας την
ευρύτερη τάση στις
διεθνείς αγορές χρέους.
Η άνοδος των τιμών της
ενέργειας έχει ενισχύσει
τις ανησυχίες για τον
πληθωρισμό και
περιορίζει τα περιθώρια
των κεντρικών τραπεζών
για χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής,
ενώ ταυτόχρονα
ενισχύονται οι
εκτιμήσεις για το
ενδεχόμενο διατήρησης
υψηλών επιτοκίων ή νέων
αυξήσεων.
Για τη BoE,
μια παρατεταμένη
περίοδος υψηλών
αποδόσεων στα κρατικά
ομόλογα μπορεί να
επιβαρύνει τις συνθήκες
χρηματοδότησης και να
αυξήσει τη μεταβλητότητα
στις αγορές.
Παρά τους κινδύνους, η
βρετανική κεντρική
τράπεζα εκτιμά ότι τα
νοικοκυριά
παραμένουν ανθεκτικά
απέναντι στο αυξημένο
κόστος εξυπηρέτησης του
χρέους, ενώ το τραπεζικό
σύστημα διαθέτει επαρκή
κεφάλαια και ρευστότητα
ώστε να απορροφήσει
ενδεχόμενα νέα σοκ.
|