|
Ισχυρή δημοσιονομική
θέση και συνεχιζόμενη
αποκλιμάκωση του χρέους
Η Τράπεζα της Ελλάδος
επισημαίνει ότι η χώρα
εξακολουθεί να εμφανίζει
αξιοσημείωτη
δημοσιονομική
ανθεκτικότητα. Το
δημόσιο χρέος
προβλέπεται να μειωθεί
στο 146,1% του ΑΕΠ το
2025, από 154,2% το
2024, καταγράφοντας τη
μεγαλύτερη υποχώρηση
μεταξύ των κρατών-μελών
της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η
εξέλιξη αυτή αποδίδεται
κυρίως στα υψηλά
πρωτογενή πλεονάσματα
και στη συνεχιζόμενη
αύξηση του ονομαστικού
ΑΕΠ.
Παρά τις δυσμενέστερες
διεθνείς
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες, τα ελληνικά
κρατικά ομόλογα και η
εγχώρια κεφαλαιαγορά
εξακολουθούν να
απολαμβάνουν την
εμπιστοσύνη των
επενδυτών, ενώ το
τραπεζικό σύστημα
εμφανίζει ισχυρά
θεμελιώδη μεγέθη και
αυξημένη ανθεκτικότητα.
Οι αδυναμίες που
εξακολουθούν να
περιορίζουν την
οικονομία
Παρά τη σημαντική πρόοδο
των τελευταίων ετών, η
Τράπεζα της Ελλάδος
υπογραμμίζει ότι η χώρα
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει σοβαρές
διαρθρωτικές προκλήσεις.
Μεταξύ αυτών
συγκαταλέγονται η χαμηλή
παραγωγικότητα, η αργή
αναβάθμιση του
παραγωγικού μοντέλου, οι
δημογραφικές πιέσεις, οι
ελλείψεις σε δεξιότητες
και εργατικό δυναμικό,
καθώς και η περιορισμένη
διάχυση της καινοτομίας
στην οικονομία.
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται στη χαμηλή
αγοραστική δύναμη των
νοικοκυριών και στο οξύ
στεγαστικό πρόβλημα, το
οποίο δυσκολεύει την
πρόσβαση σε προσιτή
κατοικία. Παράλληλα,
παραμένουν προκλήσεις
όπως το υψηλό έλλειμμα
στο ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών, η ενεργειακή
εξάρτηση, οι επιπτώσεις
της κλιματικής αλλαγής,
καθώς και χρόνιες
αδυναμίες στη δημόσια
διοίκηση και τη
δικαιοσύνη.
Μεταρρυθμίσεις και
επενδύσεις στο επίκεντρο
των προτάσεων
Η Τράπεζα της Ελλάδος
τονίζει ότι η επόμενη
φάση ανάπτυξης θα πρέπει
να βασιστεί σε ένα πιο
παραγωγικό, εξωστρεφές,
καινοτόμο και ανθεκτικό
οικονομικό μοντέλο. Για
τον σκοπό αυτό προτείνει
την επιτάχυνση
μεταρρυθμίσεων που
βελτιώνουν το
επιχειρηματικό
περιβάλλον, όπως η
ταχύτερη απονομή
δικαιοσύνης, η μείωση
της γραφειοκρατίας, η
πλήρης ψηφιοποίηση των
διοικητικών διαδικασιών
και η σταθερότητα του
φορολογικού πλαισίου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
αποδίδεται στην
κατεύθυνση των
επενδύσεων προς κλάδους
που ενισχύουν διαχρονικά
το παραγωγικό δυναμικό
της χώρας, όπως η
βιομηχανία, η έρευνα και
ανάπτυξη, οι ενεργειακές
υποδομές, τα
logistics,
η αγροδιατροφή, η
φαρμακοβιομηχανία, οι
εξωστρεφείς υπηρεσίες
και οι τεχνολογίες
αιχμής. Σημαντικός
θεωρείται επίσης ο ρόλος
της τεχνητής νοημοσύνης,
των ψηφιακών εφαρμογών
και της καινοτομίας.
Παράλληλα, η έκθεση
δίνει έμφαση στην ανάγκη
αξιοποίησης των νέων
ευρωπαϊκών
χρηματοδοτικών εργαλείων
μετά το Ταμείο
Ανάκαμψης, καθώς και στη
βελτίωση της πρόσβασης
των επιχειρήσεων σε
χρηματοδότηση μέσω
αναπτυξιακών και
επενδυτικών σχημάτων.
Στεγαστικό, αγορά
εργασίας και ενεργειακή
μετάβαση
Η αντιμετώπιση του
στεγαστικού προβλήματος
θεωρείται μία από τις
βασικές προτεραιότητες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος
προτείνει αύξηση της
προσφοράς κατοικιών μέσω
ταχύτερων αδειοδοτήσεων,
αξιοποίησης ανενεργών
ακινήτων, νέων
επενδύσεων στην κατοικία
και ανάπτυξης πολιτικών
κοινωνικής και προσιτής
στέγασης.
Στην αγορά εργασίας,
προτείνεται η ενίσχυση
της συμμετοχής γυναικών,
νέων και μεγαλύτερων
ηλικιακά εργαζομένων,
καθώς και η αναβάθμιση
των δεξιοτήτων μέσω
εκπαίδευσης και
επαγγελματικής
κατάρτισης.
Στον ενεργειακό τομέα,
δίνεται έμφαση στην
επιτάχυνση επενδύσεων σε
ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας, δίκτυα,
αποθήκευση και
διασυνδέσεις, με στόχο
την ενίσχυση της
ενεργειακής ασφάλειας
και της ανθεκτικότητας
της οικονομίας.
Η πολιτική σταθερότητα
ως προϋπόθεση για τη
συνέχεια
Η έκθεση καταλήγει ότι η
Ελλάδα βρίσκεται σήμερα
σε σαφώς ισχυρότερη θέση
σε σχέση με το παρελθόν,
έχοντας βελτιώσει
σημαντικά την αξιοπιστία
της οικονομικής
πολιτικής, τη
δημοσιονομική
σταθερότητα και την
επενδυτική της εικόνα.
Σύμφωνα με την Τράπεζα
της Ελλάδος, η πολιτική
σταθερότητα υπήρξε
καθοριστικός παράγοντας
αυτής της προόδου, καθώς
διευκόλυνε την εφαρμογή
μεταρρυθμίσεων και
ενίσχυσε την εμπιστοσύνη
επενδυτών και αγορών.
Η διατήρηση της
πολιτικής και
οικονομικής
σταθερότητας, σε
συνδυασμό με τη συνέχιση
των μεταρρυθμίσεων και
την αποτελεσματική
αξιοποίηση των
ευρωπαϊκών πόρων,
θεωρείται κρίσιμη
προϋπόθεση για τη
μετάβαση της χώρας σε
ένα πιο ανταγωνιστικό
και βιώσιμο αναπτυξιακό
πρότυπο.
|