|
Επιτάχυνση της απόσβεσης
του DTC
Μέχρι πριν από δύο
χρόνια, ο αναβαλλόμενος
φόρος αποτελούσε το
μεγαλύτερο μέρος των
εποπτικών κεφαλαίων των
ελληνικών τραπεζών, σε
αντίθεση με τις
υπόλοιπες ευρωπαϊκές
αγορές όπου αντίστοιχα
ποσοστά παρέμεναν
μονοψήφια. Το γεγονός
αυτό αποτελούσε
διαχρονική πηγή
προβληματισμού τόσο για
τις αγορές όσο και για
τις εποπτικές αρχές.
Υπό αυτή την πίεση, οι
ελληνικές τράπεζες
συμφώνησαν να
επιταχύνουν τη μείωσή
του, διαθέτοντας ποσό
ίσο με το 29% των
διανεμόμενων μερισμάτων
για την απόσβεση του
DTC.
Όσο υψηλότερα είναι τα
μερίσματα, τόσο
μεγαλύτερο ποσό θα
πρέπει να κατευθύνεται
στη σταδιακή εξάλειψη
του αναβαλλόμενου φόρου.
Η διαδικασία αυτή
ξεκίνησε το 2025 και
εκτιμάται ότι θα
οδηγήσει στην πλήρη
απόσβεσή του περίπου
οκτώ έως δέκα χρόνια
νωρίτερα σε σχέση με το
αρχικό χρονοδιάγραμμα,
όχι όμως πριν από το
2031.
Η άνοδος των επιτοκίων
εκτόξευσε την κερδοφορία
Η θεαματική βελτίωση της
κερδοφορίας μετά το 2023
δεν προήλθε μόνο από την
εξυγίανση των
ισολογισμών, αλλά και
από το ιδιαίτερα ευνοϊκό
επιτοκιακό περιβάλλον.
Η αύξηση των επιτοκίων
από την Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα
ενίσχυσε σημαντικά τα
καθαρά έσοδα από τόκους,
καθώς τα δάνεια
ανατιμολογήθηκαν γρήγορα
ενώ το κόστος των
καταθέσεων αυξήθηκε με
πολύ πιο αργό ρυθμό.
Έτσι, οι ελληνικές
τράπεζες διατήρησαν επί
περίπου δύο χρόνια
επιτοκιακά περιθώρια σε
επίπεδα υπερδιπλάσια σε
σχέση με αρκετές
ευρωπαϊκές αγορές,
γεγονός που εξηγεί σε
μεγάλο βαθμό την
εκτίναξη της
κερδοφορίας.
Πλέον όμως το περιβάλλον
αυτό αρχίζει να αλλάζει.
Η σταδιακή αποκλιμάκωση
των επιτοκίων και ο
αυξανόμενος ανταγωνισμός
στις χορηγήσεις και στις
καταθέσεις πιέζουν το
καθαρό επιτοκιακό
περιθώριο, δηλαδή τη
βασική πηγή τραπεζικής
κερδοφορίας.
Με βάση στοιχεία του
SSM,
το μέσο καθαρό
επιτοκιακό περιθώριο των
τεσσάρων συστημικών
τραπεζών διαμορφώθηκε
στο 2,69% το τέταρτο
τρίμηνο του 2025, έναντι
3,04% το 2024. Παρά την
υποχώρηση, παραμένει
υψηλότερο από πολλές
αγορές της Κεντρικής
Ευρώπης, όπου αντίστοιχα
επίπεδα βρίσκονται κοντά
στο 1%.
Ο ρόλος του «Ηρακλή»
στην εξυγίανση
Καθοριστική υπήρξε η
συμβολή του προγράμματος
«Ηρακλής», μέσω κρατικών
εγγυήσεων ύψους 19 δισ.
ευρώ, στην εξυγίανση των
τραπεζικών ισολογισμών.
Τα μη εξυπηρετούμενα
δάνεια, που κάποτε
ξεπερνούσαν το 50% των
χαρτοφυλακίων, έχουν
πλέον περιοριστεί κοντά
στον ευρωπαϊκό μέσο όρο,
ενώ η οργανική
κερδοφορία ενισχύθηκε
σημαντικά από το 2023
και μετά.
Η εξυγίανση αυτή
συνοδεύτηκε και από
δυναμική επιστροφή στην
πιστωτική επέκταση,
κυρίως προς τις
επιχειρήσεις, με τη
στήριξη των πόρων του
Ταμείου Ανάκαμψης και
άλλων ευρωπαϊκών
προγραμμάτων.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα, την περίοδο
2022-2025 η Ελλάδα
κατέγραψε μέσο ετήσιο
ρυθμό πιστωτικής
επέκτασης προς τις μη
χρηματοπιστωτικές
επιχειρήσεις 10,9%, μία
από τις υψηλότερες
επιδόσεις στην Ευρωζώνη.
Από την επιβίωση στις
εξαγορές
Η ισχυρή κερδοφορία των
τελευταίων ετών ενίσχυσε
σημαντικά τα κεφάλαια
των τραπεζών και οδήγησε
σε αποδόσεις ιδίων
κεφαλαίων που σε αρκετές
περιπτώσεις πλησιάζουν ή
και ξεπερνούν το 15%.
Η βελτίωση αυτή επέτρεψε
στις ελληνικές τράπεζες
να περάσουν από τη φάση
της επιβίωσης σε
στρατηγικές εξαγορών,
συνεργασιών και
επέκτασης δραστηριοτήτων
σε νέους τομείς.
Παρόλα αυτά, το 74% των
οργανικών εσόδων
εξακολουθεί να
προέρχεται από
επιτοκιακά έσοδα, έναντι
περίπου 57% στις
ευρωπαϊκές συστημικές
τράπεζες. Αντίστοιχα, τα
έσοδα από προμήθειες
παραμένουν χαμηλότερα
από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο.
Για τον λόγο αυτό, οι
διοικήσεις δίνουν πλέον
ιδιαίτερη έμφαση στην
ανάπτυξη δραστηριοτήτων
όπως το asset
management,
οι ασφαλιστικές
εργασίες, το
wealth
management
και οι υπηρεσίες
πληρωμών, επιδιώκοντας
πιο σταθερές και
επαναλαμβανόμενες πηγές
εσόδων.
Η επόμενη πρόκληση
Παρά τη θεαματική
βελτίωση της εικόνας του
κλάδου, οι προκλήσεις
παραμένουν σημαντικές.
Το βασικό ζητούμενο
πλέον δεν είναι η
επιβίωση του τραπεζικού
συστήματος, αλλά η
δυνατότητα διατήρησης
της υψηλής κερδοφορίας
σε ένα περιβάλλον
χαμηλότερων επιτοκίων,
επιβράδυνσης της
ανάπτυξης και αυξημένης
γεωπολιτικής
αβεβαιότητας.
Οι διεθνείς εμπορικές
εντάσεις, οι
γεωπολιτικοί κίνδυνοι
από την Ουκρανία έως τη
Μέση Ανατολή και η
αβεβαιότητα στις αγορές
ενδέχεται να επηρεάσουν
την επενδυτική
δραστηριότητα, την
πιστωτική επέκταση αλλά
και την ποιότητα του
ενεργητικού των
τραπεζών.
Ο κύκλος της κρίσης
φαίνεται σε μεγάλο βαθμό
να έχει κλείσει για το
ελληνικό τραπεζικό
σύστημα. Η επόμενη
δοκιμασία, ωστόσο, θα
είναι να αποδείξει ότι
μπορεί να διατηρήσει ένα
βιώσιμο μοντέλο
ανάπτυξης και οργανικής
κεφαλαιακής ενίσχυσης
μέσα σε ένα διεθνές
περιβάλλον που
χαρακτηρίζεται από
διαρκείς αναταράξεις,
χαμηλότερα επιτόκια και
αυξημένους γεωπολιτικούς
κινδύνους.
|