|
Το επιχείρημα υπέρ της
μείωσης
Υπέρ της μείωσης του ΦΠΑ
στα βασικά αγαθά
υποστηρίζεται ότι
πρόκειται για έναν άμεσο
τρόπο περιορισμού των
τιμών στο ράφι.
Μελέτη του Γιώργου
Ιωαννίδη, ερευνητή στο
ΚΕΠΕ, η οποία εξετάζει
δεδομένα από 21 χώρες
της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
καταλήγει ότι στις
περισσότερες σχετικές
έρευνες της τελευταίας
πενταετίας η μεταβολή
του ΦΠΑ μετακυλίεται
στις τελικές τιμές σε
ποσοστό από 70%
έως 100%.
Αυτό σημαίνει ότι, υπό
συγκεκριμένες συνθήκες,
μια μείωση του φόρου
μπορεί πράγματι να
οδηγήσει σε αισθητά
χαμηλότερες τιμές.
Παράγοντες όπως ο
έντονος ανταγωνισμός, οι
έλεγχοι και η λειτουργία
των οργανωμένων αλυσίδων
λιανεμπορίου μπορούν να
ενισχύσουν τη μετακύλιση
της μείωσης στον
καταναλωτή.
Το πρόβλημα είναι ότι
αυτό δεν ισχύει
απαραίτητα στον ίδιο
βαθμό σε ολόκληρη την
αγορά.
Στα μικρότερα
καταστήματα, στις λαϊκές
αγορές, στα οπωροπωλεία,
στα κρεοπωλεία και σε
άλλα τμήματα του μη
οργανωμένου
λιανεμπορίου, ο έλεγχος
της μετακύλισης είναι
δυσκολότερος.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη
σημασία για τα τρόφιμα,
όπου ένα σημαντικό τμήμα
των αγορών των ελληνικών
νοικοκυριών
πραγματοποιείται εκτός
των μεγάλων αλυσίδων.
Το μεγάλο ερώτημα είναι
πόσο θα περάσει στις
τιμές
Εδώ βρίσκεται και η
σημαντικότερη διαφωνία
μεταξύ των
οικονομολόγων.
Η Τράπεζα της
Ελλάδος, σε
μελέτη του 2025, εκτιμά
ότι η μετακύλιση μιας
προσωρινής μείωσης του
ΦΠΑ στις τελικές τιμές
μπορεί να είναι μόλις
19%-25%.
Για μια μόνιμη μείωση, η
μετακύλιση είναι
σημαντικά υψηλότερη,
σχεδόν διπλάσια.
Η διαφορά με άλλες
διεθνείς μελέτες δείχνει
ότι η αποτελεσματικότητα
του μέτρου εξαρτάται σε
μεγάλο βαθμό από τις
συνθήκες της αγοράς, το
είδος των προϊόντων και
τη διάρκεια της
φορολογικής παρέμβασης.
Με άλλα λόγια, το
δημοσιονομικό
κόστος είναι δεδομένο,
ενώ το ακριβές όφελος
για τον καταναλωτή δεν
είναι.
Αυτό είναι ίσως και το
ισχυρότερο επιχείρημα
όσων αντιμετωπίζουν με
επιφύλαξη μια οριζόντια
μείωση.
Η Ελλάδα έχει ήδη υψηλό
ΦΠΑ στα τρόφιμα
Η Ελλάδα εξακολουθεί να
διαθέτει έναν από τους
υψηλότερους συντελεστές
ΦΠΑ στην Ευρώπη για
προϊόντα που βρίσκονται
στο καλάθι του
νοικοκυριού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του ΙΕΛΚΑ, ο μέσος
συντελεστής ΦΠΑ στα
προϊόντα των σούπερ
μάρκετ ανέρχεται περίπου
στο 15,6%.
Παράλληλα, η ελληνική
φορολογική δομή
χαρακτηρίζεται από
ιδιαίτερα υψηλή
συμμετοχή των έμμεσων
φόρων στα συνολικά
φορολογικά έσοδα.
Μια οριζόντια μείωση του
ΦΠΑ θα είχε επομένως
διπλή επίπτωση: από τη
μία θα μπορούσε να
μειώσει το κόστος για
τους καταναλωτές, από
την άλλη θα περιόριζε
μια σταθερή και
σχετικά προβλέψιμη πηγή
δημοσίων εσόδων.
Και αυτό αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία η
δημοσιονομική πολιτική
στηρίζεται σε υψηλά
πρωτογενή πλεονάσματα
και ταυτόχρονα επιχειρεί
να συνεχίσει τη μείωση
του δημόσιου χρέους.
Ποιοι θα ωφεληθούν
περισσότερο;
Ένα ακόμη επιχείρημα
κατά μιας οριζόντιας
μείωσης είναι ότι το
απόλυτο όφελος δεν θα
κατανέμεται αναγκαστικά
υπέρ των χαμηλότερων
εισοδημάτων.
Τα νοικοκυριά με
υψηλότερα εισοδήματα
καταναλώνουν σε απόλυτες
τιμές περισσότερα
προϊόντα. Επομένως,
ακόμη και αν τα βασικά
αγαθά αποτελούν
μικρότερο ποσοστό του
εισοδήματός τους, η
συνολική φορολογική
ελάφρυνση μπορεί να
είναι μεγαλύτερη σε
ευρώ.
Υπάρχει και μία ακόμη
παράμετρος: ο τουρισμός.
Ένα μέρος των εσόδων από
ΦΠΑ προέρχεται από την
κατανάλωση ξένων
επισκεπτών. Κατά
συνέπεια, μια οριζόντια
μείωση του φόρου δεν θα
κατευθυνόταν
αποκλειστικά στα
ελληνικά νοικοκυριά.
Μείωση ΦΠΑ ή στοχευμένες
φορολογικές ελαφρύνσεις;
Εδώ βρίσκεται η ουσία
της σημερινής
κυβερνητικής
προσέγγισης.
Αντί για μια οριζόντια
μείωση του ΦΠΑ, η
οικονομική πολιτική
δίνει μεγαλύτερο βάρος
στις μειώσεις
της άμεσης φορολογίας
και στις στοχευμένες
ενισχύσεις εισοδήματος.
Η λογική είναι ότι
εφόσον ο βασικός στόχος
είναι η ενίσχυση της
αγοραστικής δύναμης,
είναι αποτελεσματικότερο
να αυξηθεί το διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών
παρά να μειωθεί ένας
φόρος κατανάλωσης για
όλους.
Υπάρχει όμως και η
αντίθετη άποψη.
Σε μια οικονομία όπου οι
τιμές των βασικών αγαθών
έχουν αυξηθεί σημαντικά
τα προηγούμενα χρόνια,
μια μείωση του ΦΠΑ θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως άμεση
παρέμβαση στο κόστος
ζωής, ιδιαίτερα
εάν συνοδευόταν από
αποτελεσματικούς
ελέγχους για τη
μετακύλιση της μείωσης.
Το δημοσιονομικό δίλημμα
Το πραγματικό δίλημμα
για την Ελλάδα δεν είναι
επομένως αν «υπάρχουν
χρήματα».
Είναι πού
αποδίδεται μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα σε
κάθε ευρώ δημοσιονομικού
κόστους.
Μια μείωση ΦΠΑ έχει το
πλεονέκτημα ότι είναι
άμεση και εύκολα
αντιληπτή από τον
καταναλωτή. Έχει όμως
υψηλό δημοσιονομικό
κόστος και δεν εγγυάται
ότι ολόκληρη η μείωση θα
φτάσει στο ράφι.
Οι στοχευμένες μειώσεις
φόρων εισοδήματος και οι
μεταβιβάσεις μπορούν να
κατευθυνθούν σε
συγκεκριμένες κατηγορίες
πολιτών, αλλά δεν
μειώνουν άμεσα την τιμή
των προϊόντων.
Και υπάρχει ένας ακόμη
παράγοντας: η
ακρίβεια δεν
αντιμετωπίζεται μόνο με
φορολογία.
Αν οι τιμές αυξάνονται
λόγω υψηλού κόστους
παραγωγής, ενέργειας,
μεταφορών, ενοικίων ή
περιορισμένου
ανταγωνισμού, η μείωση
του ΦΠΑ μπορεί να
λειτουργήσει μόνο ως
μερική και όχι ως μόνιμη
λύση.
Η ουσία για τα
νοικοκυριά
Η Ελλάδα βρίσκεται
σήμερα σε πολύ
διαφορετική
δημοσιονομική θέση από
ό,τι πριν από μία
δεκαετία. Η οικονομία
αναπτύσσεται, το δημόσιο
χρέος μειώνεται ως
ποσοστό του ΑΕΠ και τα
δημοσιονομικά
αποτελέσματα έχουν
βελτιωθεί.
Αυτό δημιουργεί
μεγαλύτερο περιθώριο για
παρεμβάσεις.
Δεν σημαίνει όμως ότι
κάθε φορολογική
ελάφρυνση έχει την ίδια
αποτελεσματικότητα.
Η συζήτηση για τον ΦΠΑ
στα βασικά αγαθά θα
μπορούσε επομένως να
μετακινηθεί από το
δίλημμα «μείωση
ή όχι» σε ένα
πιο σύνθετο ερώτημα:
Ποιος συνδυασμός
χαμηλότερης φορολογίας,
υψηλότερων εισοδημάτων
και αποτελεσματικότερου
ανταγωνισμού μπορεί να
μετατρέψει τη
δημοσιονομική βελτίωση
σε πραγματική αύξηση της
αγοραστικής δύναμης;
Γιατί τελικά ο στόχος
δεν είναι απλώς ένας
χαμηλότερος φορολογικός
συντελεστής.
Είναι
περισσότερα ευρώ στην
τσέπη και μεγαλύτερη
αγοραστική δύναμη για το
ελληνικό νοικοκυριό.
|