| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 

 

Κυριακή, 08/02/2026

                          

 

 

Το ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης της δημοσιονομικής σταθερότητας έθεσε, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην επιστολή που απέστειλε την περασμένη Δευτέρα προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Όπως ανέφερε, η ολοκληρωμένη πρόταση του κόμματος θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο, μετά την ενσωμάτωση των παρατηρήσεων των βουλευτών, ώστε η σχετική κοινοβουλευτική διαδικασία να ξεκινήσει τον Απρίλιο.

Την επόμενη ημέρα, μιλώντας σε εκδήλωση του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης υπογράμμισε ότι η πρόταση για ενσωμάτωση ρήτρας δημοσιονομικής σταθερότητας στο Σύνταγμα συνιστά μια μακροπρόθεσμη εγγύηση υπευθυνότητας απέναντι στις επόμενες γενιές. Όπως σημείωσε, πρόκειται για δέσμευση άσκησης σοβαρής δημοσιονομικής πολιτικής και όχι πολιτικών πρόσκαιρης ευκολίας, που αγνοούν τις μελλοντικές επιπτώσεις. Παράλληλα, αναφέρθηκε στο παράδειγμα της Γερμανίας, διερωτώμενος πώς μια πρόβλεψη που εφαρμόζεται στο Σύνταγμα της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να απορριφθεί από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, προειδοποιώντας ότι η απουσία της θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάληψη των λαθών της προηγούμενης δεκαετίας.

 

Η Γερμανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα συνταγματικής θωράκισης της δημοσιονομικής ισορροπίας. Το 2009 εισήγαγε στο Σύνταγμά της τη ρήτρα των διαρθρωτικά ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, γνωστή ως «φρένο χρέους» (Schuldenbremse), αντικαθιστώντας προηγούμενη διάταξη του 1969 που επέτρεπε τον καθαρό δανεισμό για τη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων. Στόχος της μεταρρύθμισης ήταν ο περιορισμός του δημόσιου χρέους, το οποίο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 είχε εκτιναχθεί στο 80% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας το όριο του 60% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το γερμανικό χρέος βρισκόταν κοντά στο 40% του ΑΕΠ το 1990, πριν αυξηθεί σημαντικά τη δεκαετία που ακολούθησε, κυρίως λόγω του κόστους της επανένωσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 115 του γερμανικού Συντάγματος, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός δεν επιτρέπεται να εμφανίζει διαρθρωτικό έλλειμμα άνω του 0,35% του ΑΕΠ. Η εστίαση στο διαρθρωτικό και όχι στο ονομαστικό έλλειμμα παρέχει αυτόματη ευελιξία στην οικονομική πολιτική, επιτρέποντας μεγαλύτερα ελλείμματα σε περιόδους ύφεσης ή χαμηλής ανάπτυξης και, αντίστροφα, τη δημιουργία πλεονασμάτων σε φάσεις ισχυρής οικονομικής δραστηριότητας.

Παράλληλα, η συνταγματική ρήτρα προβλέπει εξαιρέσεις σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή σοβαρών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης με σημαντικές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά. Η δυνατότητα αυτή ενεργοποιήθηκε κατά την πανδημία του κορονοϊού, όταν η εφαρμογή του φρένου χρέους ανεστάλη το 2020 και επανήλθε το 2023, μετά την αποκατάσταση της οικονομικής ομαλότητας.

Τα τελευταία χρόνια, η σχετική διάταξη τροποποιήθηκε δύο φορές, επιτρέποντας τη δημιουργία ελλειμμάτων για συγκεκριμένους σκοπούς. Το 2022, η κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς εξασφάλισε πλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή για τη δημιουργία ειδικού ταμείου αμυντικών δαπανών ύψους 100 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, μετά τις εκλογές του 2025, εγκρίθηκαν εξαιρέσεις για αμυντικές δαπάνες που υπερβαίνουν το 1% του ΑΕΠ, καθώς και για τη σύσταση ταμείου επενδύσεων σε υποδομές ύψους 500 δισ. ευρώ. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αιτιολόγησε τις παρεμβάσεις επικαλούμενος τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη μεταβολή της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στην ευρωπαϊκή άμυνα.

Το γερμανικό μοντέλο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο αντίστοιχο πλαίσιο που υιοθέτησε η Ελβετία το 2003, ενώ συνδέεται και με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωζώνης, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το Fiscal Compact. Το τελευταίο προβλέπει ότι, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, το διαρθρωτικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 0,5% του ΑΕΠ, εφόσον το δημόσιο χρέος δεν βρίσκεται σαφώς κάτω από το 60%.

Η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας λειτουργεί ως ισχυρός μηχανισμός αξιοπιστίας, περιορίζοντας τις επιπτώσεις του εκλογικού κύκλου στη δημοσιονομική πολιτική και αποτρέποντας ανεξέλεγκτες επεκτατικές πρακτικές που μπορούν να οδηγήσουν σε μη βιώσιμα επίπεδα χρέους, όπως συνέβη στην Ελλάδα τις δεκαετίες πριν από την κρίση των μνημονίων.

Στην πράξη, η εφαρμογή των συνταγματικών ρητρών συνοδεύτηκε από αισθητή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελβετία. Στη Γερμανία, το χρέος μειωνόταν σταθερά από το 2011, φθάνοντας στο 60% του ΑΕΠ το 2019, πριν αυξηθεί προσωρινά την περίοδο της πανδημίας και υποχωρήσει εκ νέου σε επίπεδα λίγο πάνω από το όριο αυτό. Σήμερα, η χώρα διαθέτει το χαμηλότερο επίπεδο χρέους μεταξύ των μεγάλων οικονομιών παγκοσμίως, με τις ΗΠΑ να ξεπερνούν το 120% του ΑΕΠ, την Ιαπωνία να προσεγγίζει το 240% και τη Γαλλία να κινείται κοντά στο 120%. Αντίστοιχα, το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ελβετίας μειώθηκε εντυπωσιακά, υποχωρώντας στο 37% του ΑΕΠ το 2025 από 58% το 2003, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ.

 

Greek Finance Forum Team

 

 

Σχόλια Αναγνωστών

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 
   

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2024 Greek Finance Forum