|
Πολλοί χρωστούν λίγα,
αλλά το μεγαλύτερο μέρος
του χρέους βρίσκεται
στους λίγους
Η εικόνα που προκύπτει
από τη δεύτερη
τριμηνιαία Έκθεση
Προόδου του ΚΕΑΟ
παρουσιάζει μια
σημαντική ιδιαιτερότητα:
ο τεράστιος αριθμός
οφειλετών αφορά κυρίως
σχετικά μικρές οφειλές,
ενώ ένα πολύ μεγάλο
τμήμα του συνολικού
χρέους συγκεντρώνεται σε
έναν περιορισμένο αριθμό
μεγαλοοφειλετών.
Συνολικά, οι οφειλέτες
ανέρχονται σε περίπου
2,1 εκατομμύρια.
Από αυτούς:
1.476.505 οφειλέτες,
ή 69,73%, χρωστούν έως
15.000 ευρώ.
1.788.473 οφειλέτες,
ή 84,47%, έχουν συνολική
οφειλή έως 30.000 ευρώ.
311.968 οφειλέτες
με χρέη από 15.000 έως
30.000 ευρώ
συγκεντρώνουν το 12,49%
του συνολικού υπολοίπου.
97.102 οφειλέτες
με χρέη μεταξύ 50.000
και 100.000 ευρώ
αντιστοιχούν στο 13,08%
του συνολικού υπολοίπου.
Μόλις 3.029
οφειλέτες με
χρέη άνω του 1 εκατ.
ευρώ συγκεντρώνουν το
εντυπωσιακό
24,68% του συνολικού
χρέους.
Η διάρθρωση αυτή δείχνει
ότι το πρόβλημα έχει δύο
διαφορετικές όψεις. Από
τη μία υπάρχει ένας
τεράστιος αριθμός
επαγγελματιών και
αυτοαπασχολούμενων που
δυσκολεύονται να
εξυπηρετήσουν σχετικά
μικρές οφειλές. Από την
άλλη, ένα πολύ μικρό
ποσοστό οφειλετών έχει
συσσωρεύσει εξαιρετικά
μεγάλα ποσά, τα οποία
επηρεάζουν δυσανάλογα το
συνολικό υπόλοιπο.
Παράλληλα, ο αριθμός των
νέων οφειλετών συνεχίζει
να αυξάνεται. Μόνο στο
πρώτο εξάμηνο του 2026
προστέθηκαν περισσότερες
από 82.000 νέες
περιπτώσεις,
αριθμός που αποτελεί
ρεκόρ από το 2017.
Τα χρέη στον ΕΦΚΑ
γίνονται εμπόδιο στη
συνταξιοδότηση
Για χιλιάδες
επαγγελματίες το
πρόβλημα δεν
περιορίζεται στην
αδυναμία εξυπηρέτησης
των ασφαλιστικών
εισφορών. Η συσσώρευση
οφειλών μπορεί να
αποτελέσει και εμπόδιο
για την έξοδο στη
σύνταξη.
Υπολογίζεται ότι
περισσότεροι από
300.000 ελεύθεροι
επαγγελματίες και
αγρότες
αντιμετωπίζουν δυσκολίες
ή αδυνατούν να
συνταξιοδοτηθούν
εξαιτίας των χρεών τους.
Η νομοθεσία προβλέπει
υπό συγκεκριμένες
προϋποθέσεις τη
δυνατότητα
συνταξιοδότησης ακόμη
και όταν υπάρχουν
οφειλές πάνω από τα
συνήθη όρια. Ωστόσο, οι
προϋποθέσεις είναι
αυστηρές και
περιλαμβάνουν, μεταξύ
άλλων, έλεγχο καταθέσεων
και άρση φορολογικού και
τραπεζικού απορρήτου.
Επιπλέον, για το ποσό
της οφειλής που
υπερβαίνει τα
προβλεπόμενα όρια, η
σύνταξη μπορεί να
υποστεί παρακράτηση έως
και 60%,
μέχρι το χρέος να
περιοριστεί στα 20.000
ευρώ για τους ελεύθερους
επαγγελματίες και στα
10.000 ευρώ για τους
αγρότες.
Στην πράξη, αυτό
σημαίνει ότι ακόμη και
όσοι καταφέρουν τελικά
να συνταξιοδοτηθούν με
χρέη, μπορεί να βρεθούν
αντιμέτωποι με σημαντικά
μειωμένο διαθέσιμο
εισόδημα για μεγάλο
χρονικό διάστημα.
Η ρύθμιση των 72 δόσεων
δεν έχει αποδώσει μέχρι
στιγμής
Η νέα ρύθμιση προβλέπει
την εξόφληση
συγκεκριμένων παλαιών
ασφαλιστικών οφειλών σε
έως 72 μηνιαίες
δόσεις, με
ελάχιστη δόση τα 30
ευρώ.
Στο πλαίσιο μπορούν να
ενταχθούν οφειλές που
κατέστησαν ληξιπρόθεσμες
έως τις 31
Δεκεμβρίου 2023,
υπό την προϋπόθεση ότι
δεν βρίσκονταν ήδη σε
ενεργή ρύθμιση κατά την
κρίσιμη ημερομηνία.
Υπάρχει όμως μια
σημαντική προϋπόθεση: οι
οφειλέτες θα πρέπει να
έχουν τακτοποιήσει
ξεχωριστά τις
μεταγενέστερες οφειλές
τους, από το 2024 και
μετά. Διαφορετικά, η
ένταξη στη ρύθμιση δεν
μπορεί να λειτουργήσει
ως συνολική λύση για το
ασφαλιστικό χρέος.
Η τήρηση των δόσεων
προσφέρει προστασία από
μέτρα αναγκαστικής
είσπραξης και
διευκολύνει την έκδοση
ασφαλιστικής και
φορολογικής
ενημερότητας. Αντίθετα,
η δημιουργία νέων
ληξιπρόθεσμων οφειλών ή
η διακοπή της πληρωμής
των δόσεων μπορεί να
οδηγήσει στην απώλεια
της ρύθμισης.
Γιατί οι οφειλέτες δεν
ανταποκρίνονται
Το χαμηλό ενδιαφέρον για
τις 72 δόσεις δεν
σημαίνει απαραίτητα ότι
οι οφειλέτες δεν
επιθυμούν να ρυθμίσουν
τα χρέη τους. Σε πολλές
περιπτώσεις το πρόβλημα
είναι ότι ακόμη
και η ρύθμιση δεν είναι
οικονομικά βιώσιμη.
Ένας επαγγελματίας που
έχει συσσωρεύσει οφειλές
πολλών ετών μπορεί να
αντιμετωπίζει ταυτόχρονα
χρέη προς τον ΕΦΚΑ, την
εφορία, τράπεζες ή
εταιρείες διαχείρισης
απαιτήσεων. Η υποχρέωση
καταβολής μιας νέας
μηνιαίας δόσης, ενώ
παράλληλα συνεχίζουν να
δημιουργούνται τρέχουσες
ασφαλιστικές και
φορολογικές υποχρεώσεις,
μπορεί να ξεπερνά τις
πραγματικές δυνατότητές
του.
Γι’ αυτό και οι
επαγγελματικοί φορείς
ζητούν πιο ευέλικτες
λύσεις, με βασικότερα
αιτήματα τη
διαγραφή ή περιορισμό
των προσαυξήσεων,
ιδιαίτερα εκείνων που
συσσωρεύτηκαν κατά την
περίοδο της πανδημίας,
καθώς και την αποπληρωμή
των οφειλών με χαμηλό
και βιώσιμο επιτόκιο.
72 δόσεις ή
εξωδικαστικός
μηχανισμός;
Για μικρότερες και
διαχειρίσιμες οφειλές, η
ρύθμιση των 72 δόσεων
μπορεί να αποτελέσει μια
σχετικά απλή λύση. Δεν
αντιμετωπίζει όμως τις
περιπτώσεις όπου το
συνολικό χρέος έχει
ξεφύγει από τις
πραγματικές οικονομικές
δυνατότητες του
οφειλέτη.
Σε αυτές τις
περιπτώσεις, ειδικά όταν
υπάρχουν παράλληλες
οφειλές προς πολλούς
πιστωτές, ο
εξωδικαστικός μηχανισμός
μπορεί να προσφέρει ένα
ευρύτερο πλαίσιο
ρύθμισης.
Η βασική διαφορά είναι
ότι οι 72 δόσεις
αντιμετωπίζουν
ουσιαστικά ένα
συγκεκριμένο τμήμα του
παλαιού χρέους, ενώ ο
εξωδικαστικός μηχανισμός
μπορεί να εξετάσει
συνολικά την οικονομική
κατάσταση του οφειλέτη
και τις υποχρεώσεις του
προς διαφορετικούς
πιστωτές.
Το αίτημα για «κούρεμα»
και περισσότερες δόσεις
Οι πιέσεις για πιο
γενναία παρέμβαση
αυξάνονται όσο
διογκώνεται το συνολικό
χρέος.
Η ΕΝΥΠΕΚΚ, μέσω του
προέδρου της Αλέξη
Μητρόπουλου, ζητά μεταξύ
άλλων διαγραφή
παλαιών οφειλών και
προσαυξήσεων χωρίς
απώλεια ασφαλιστικού
χρόνου,
επαναφορά μιας ρύθμισης
120 δόσεων με «κούρεμα»
και χαμηλό επιτόκιο,
καθώς και αύξηση του
ενιαίου ορίου οφειλών
που επιτρέπει τη
συνταξιοδότηση
τουλάχιστον στις 50.000
ευρώ για όλες τις
κατηγορίες ασφαλισμένων.
Στο επίκεντρο της
κριτικής βρίσκεται
επίσης η πρόβλεψη του
άρθρου 215 του ν.
5193/2025 για την
ανάθεση υποστηρικτικών
υπηρεσιών είσπραξης σε
ιδιωτικές εταιρείες και
funds.
Ένα πρόβλημα που πλέον
αφορά ολόκληρη την
οικονομία
Τα 52,42 δισ. ευρώ δεν
αποτελούν απλώς έναν
λογιστικό αριθμό στα
βιβλία του e-ΕΦΚΑ.
Αποτελούν συσσωρευμένες
υποχρεώσεις εκατομμυρίων
ασφαλισμένων και
ταυτόχρονα μια σημαντική
αδυναμία του
ασφαλιστικού συστήματος
να μετατρέψει τις
απαιτήσεις του σε
πραγματικές εισπράξεις.
Η συνεχής αύξηση του
χρέους δείχνει ότι οι
υφιστάμενες ρυθμίσεις
δεν αρκούν για να
ανακόψουν τη δημιουργία
νέων οφειλών. Και όσο
περισσότερο παραμένουν
απλήρωτα τα χρέη, τόσο
μεγαλύτερο γίνεται το
πρόβλημα για τους ίδιους
τους επαγγελματίες, οι
οποίοι δυσκολεύονται να
αποκτήσουν ασφαλιστική
ενημερότητα, να
συνεχίσουν απρόσκοπτα τη
δραστηριότητά τους και
τελικά να
συνταξιοδοτηθούν.
Το κρίσιμο πλέον δεν
είναι μόνο πώς θα
εισπραχθούν τα
52,42 δισ. ευρώ,
αλλά πόσο από αυτό το
ποσό μπορεί πραγματικά
να καταστεί εισπράξιμο.
Διότι ένα χρέος που
αυξάνεται συνεχώς, αλλά
δεν μπορεί να
εξυπηρετηθεί από τον
οφειλέτη, παραμένει
περισσότερο ένα
λογιστικό βάρος παρά μια
πραγματική απαίτηση του
ασφαλιστικού συστήματος.
|