|
Το πρώτο μεγάλο κύμα
έρχεται τον Σεπτέμβριο
Η 18η Σεπτεμβρίου
αποτελεί ουσιαστικά την
ημερομηνία-ορόσημο για
το πρώτο μεγάλο κύμα
αλλαγών. Από τις 21
Σεπτεμβρίου, εννέα
ελληνικές μετοχές
αναμένεται να ενταχθούν
στον STOXX
Europe
600, δημιουργώντας τις
προϋποθέσεις για
σημαντικές εισροές
κεφαλαίων.
Στον δείκτη θα
συμμετέχουν οι
Alpha
Bank,
Eurobank,
Εθνική Τράπεζα,
Πειραιώς, ΔΕΗ,
Metlen
Energy
& Metals,
ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor
Oil
και Jumbo.
Οι ίδιες μετοχές θα
ενταχθούν και στον
ευρύτερο EURO
STOXX,
ενώ οι τελικοί
συντελεστές στάθμισης
στον STOXX
Europe
600 αναμένεται να
ανακοινωθούν στις 11
Σεπτεμβρίου.
Η JPMorgan
εκτιμά πλέον ότι οι
συνολικές εισροές προς
τις εννέα ελληνικές
μετοχές μπορεί να
ξεπεράσουν το 1,1 δισ.
δολάρια, έναντι
προηγούμενης εκτίμησης
περίπου 957 εκατ.
δολαρίων.
Το ποσό είναι σημαντικό
για μια αγορά του
μεγέθους του ΧΑ, αλλά η
μεγαλύτερη σημασία της
αλλαγής βρίσκεται ίσως
αλλού. Η ένταξη σε
δείκτες ανεπτυγμένων
αγορών ανοίγει σταδιακά
την πρόσβαση σε μια πολύ
μεγαλύτερη δεξαμενή
θεσμικών και παθητικών
κεφαλαίων.
Για ένα διάστημα το ΧΑ
θα βρίσκεται σε δύο
«κόσμους»
Η ελληνική αγορά θα
περάσει από μια
μεταβατική περίοδο. Από
τον Σεπτέμβριο, η Ελλάδα
θα αντιμετωπίζεται ως
ανεπτυγμένη αγορά από
τους FTSE
Russell,
STOXX
και S&P
Dow
Jones
Indices,
ενώ θα παραμείνει
αναδυόμενη στον
MSCI
μέχρι την ολοκλήρωση της
δικής του διαδικασίας.
Το επόμενο μεγάλο βήμα
αναμένεται τον Μάιο του
2027, όταν η Ελλάδα
αναμένεται να περάσει
και στον MSCI
Developed
Markets.
Έναν μήνα αργότερα, τον
Ιούνιο του 2027, οι
ελληνικές μετοχές θα
είναι επιλέξιμες και για
τον STOXX
DM
World,
ενώ ανοίγει παράλληλα ο
δρόμος για συμμετοχή σε
μελλοντικές αναθεωρήσεις
του EURO
STOXX
50.
Η σημασία της μετάβασης
στον MSCI
είναι ιδιαίτερα μεγάλη,
καθώς ένα πολύ σημαντικό
μέρος των διεθνών
κεφαλαίων παρακολουθεί
τους δείκτες του
συγκεκριμένου οίκου.
Επιπλέον, η διαφορά στο
μέγεθος των δύο
επενδυτικών κατηγοριών
είναι τεράστια: τα υπό
διαχείριση κεφάλαια στις
ανεπτυγμένες αγορές
υπολογίζονται περίπου
στα 52 τρισ. δολάρια,
έναντι 6,3 τρισ. στις
αναδυόμενες.
Αυτό σημαίνει ότι η
αναβάθμιση δεν αποτελεί
απλώς μια αλλαγή
«ταμπέλας». Μεταβάλλει
σταδιακά το επενδυτικό
σύμπαν μέσα στο οποίο
αξιολογούνται και
μπορούν να τοποθετηθούν
οι ελληνικές μετοχές.
Βεβαίως, η διαδικασία
δεν θα είναι μονόδρομος.
Η έξοδος της Ελλάδας από
τους δείκτες αναδυόμενων
αγορών μπορεί να
προκαλέσει αρχικές
εκροές από funds
που έχουν συγκεκριμένες
εντολές να επενδύουν
μόνο σε emerging
markets.
Το ζητούμενο είναι οι
εκροές αυτές να
αντικατασταθούν σταδιακά
από κεφάλαια με εντολές
επενδύσεων στις
ανεπτυγμένες αγορές.
Οι τράπεζες βρίσκονται
στο επίκεντρο
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, οι ελληνικές
τράπεζες αποκτούν
ιδιαίτερη σημασία. Δεν
είναι μόνο οι τέσσερις
συστημικές τράπεζες
μεταξύ των εννέα
ελληνικών μετοχών που θα
μπουν στον STOXX
Europe
600. Είναι ταυτόχρονα
και ο κλάδος που
εμφανίζει, σύμφωνα με τη
Morgan
Stanley,
μία από τις ισχυρότερες
προοπτικές πιστωτικής
επέκτασης στην Ευρώπη.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ για
τον Ιούνιο του 2026
δείχνουν ότι η Ελλάδα
βρίσκεται στην κορυφή
της ευρωπαϊκής κατάταξης
όσον αφορά την ετήσια
μεταβολή των
επιχειρηματικών δανείων.
Ο ρυθμός πλησιάζει το
10%, έναντι 3,6% κατά
μέσο όρο στην ευρωζώνη.
Για τη Morgan
Stanley,
η εικόνα αυτή δεν είναι
συγκυριακή. Η Ελλάδα,
μαζί με τη Βρετανία και
την Ολλανδία, εμφανίζει
από τις ισχυρότερες
προοπτικές πιστωτικής
ανάπτυξης στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη έχει άμεση
σημασία για τα καθαρά
έσοδα από τόκους. Ο
αμερικανικός οίκος
προβλέπει αύξηση του
NII
των ελληνικών τραπεζών
κατά 14% το 2027, την
υψηλότερη επίδοση μεταξύ
των αγορών που καλύπτει,
μετά από αύξηση 8,4% το
2026 και 6,1% το 2028.
Ακόμη και αν εξαιρεθεί η
CrediaBank,
η οποία επηρεάζει
σημαντικά το συνολικό
ποσοστό λόγω της πολύ
χαμηλής βάσης, οι
τέσσερις συστημικές
τράπεζες εμφανίζουν
εκτιμώμενη αύξηση
περίπου 12% στο
NII,
επίσης από τις
υψηλότερες στην Ευρώπη.
Ο νέος κύκλος επενδύσεων
μπορεί να γίνει
καταλύτης
Πίσω από την αισιοδοξία
για την πιστωτική
επέκταση βρίσκεται η
εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή
οικονομία εισέρχεται σε
έναν νέο επενδυτικό
κύκλο.
Η Morgan
Stanley,
εξετάζοντας περίπου 40
χρόνια δεδομένων,
διαπιστώνει ότι οι
επενδυτικοί κύκλοι στην
ευρωζώνη διαρκούν
συνήθως τέσσερα έως έξι
χρόνια, ενώ στους
προηγούμενους θετικούς
κύκλους η πιστωτική
επέκταση ήταν θετική
σχεδόν καθολικά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι
η επενδυτική
δραστηριότητα δεν
περιορίζεται πλέον μόνο
στους κλάδους της
τεχνολογίας, των
data
centers
και της ενέργειας.
Utilities,
πληροφορική και
επαγγελματικές υπηρεσίες
εξακολουθούν να
αποτελούν σημαντικούς
οδηγούς της ζήτησης για
χρηματοδότηση, ενώ
σταδιακά θετικοί ρυθμοί
εμφανίζονται και στη
μεταποίηση, την
εκπαίδευση, τις
μεταφορές και τα
ακίνητα.
Παράλληλα, τα PMI
λειτουργούν ιστορικά ως
προπομπός της πιστωτικής
επέκτασης, με χρονική
υστέρηση περίπου έξι έως
δώδεκα μηνών. Και σε
αυτή την παράμετρο η
Ελλάδα βρίσκεται στην
κορυφαία ομάδα των
ευρωπαϊκών αγορών.
Για τις ελληνικές
τράπεζες, επομένως, το
πιθανότερο σενάριο δεν
βασίζεται αποκλειστικά
στην πορεία των
επιτοκίων. Εάν η
επενδυτική δραστηριότητα
ενισχυθεί και η ζήτηση
για επιχειρηματικά
δάνεια συνεχίσει να
αυξάνεται, ο όγκος των
νέων χορηγήσεων μπορεί
να αντισταθμίσει μέρος
της πίεσης που προκαλεί
η αποκλιμάκωση των
επιτοκίων.
Το NII
ίσως έχει ακόμη
«καύσιμα»
Η Morgan
Stanley
αμφισβητεί έτσι την
άποψη ότι τα καθαρά
έσοδα από τόκους των
τραπεζών έχουν ήδη
φτάσει στο τέλος του
ανοδικού τους κύκλου.
Ένας από τους λόγους
είναι τα
structural
hedges
των τραπεζών, τα οποία
δεν έχουν ακόμη
ολοκληρώσει την
ανατιμολόγησή τους.
Παράλληλα, η ελληνική
αγορά διατηρεί ένα
ιδιαίτερα χαμηλό
pass-through
στις υφιστάμενες
καταθέσεις, περίπου στο
18%, έναντι πολύ
υψηλότερων ποσοστών σε
άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι
δεν υπάρχει
ανταγωνισμός. Στις νέες
προθεσμιακές καταθέσεις,
το pass-through
στην Ελλάδα ξεπερνά το
70%, γεγονός που δείχνει
ότι η ανατιμολόγηση των
νέων κεφαλαίων είναι
πολύ πιο έντονη. Ωστόσο,
το μεγάλο απόθεμα
καταθέσεων χαμηλού
κόστους εξακολουθεί να
αποτελεί σημαντικό
πλεονέκτημα για τις
ελληνικές τράπεζες.
Το τρίτο στοιχείο είναι
ο ίδιος ο όγκος των
δανείων. Μια ισχυρότερη
πιστωτική επέκταση
μπορεί να αντισταθμίσει
την πίεση στα περιθώρια,
αυξάνοντας το συνολικό
ενεργητικό που παράγει
έσοδα.
Η Morgan
Stanley
έχει μάλιστα αναθεωρήσει
ανοδικά τις εκτιμήσεις
της για το ελληνικό
NII
το 2028, με μεγαλύτερες
αυξήσεις για την
Πειραιώς και την Εθνική,
ενώ για το 2027
βρίσκεται περίπου 2,8%
πάνω από το
consensus
της αγοράς.
Οι αποτιμήσεις αφήνουν
περιθώριο
Παρά την ισχυρή άνοδο
των ελληνικών τραπεζών
μέσα στο 2026, ο κλάδος
εξακολουθεί να εμφανίζει
discount
έναντι των ευρωπαϊκών
τραπεζών.
Οι ελληνικές τράπεζες
διαπραγματεύονται
περίπου στις 9,4 φορές
τα εκτιμώμενα κέρδη του
2027 και στις 1,48 φορές
την ενσώματη λογιστική
αξία, έναντι 10,4 και
1,74 φορές αντίστοιχα
για τις ευρωπαϊκές
τράπεζες.
Την ίδια στιγμή, η
εκτιμώμενη απόδοση
ενσώματων ιδίων
κεφαλαίων βρίσκεται στο
16,6%, πολύ κοντά στο
17,4% της Ευρώπης. Η
μερισματική απόδοση
υπολογίζεται σε περίπου
5,3% για το 2027 και 6%
για το 2028.
Η Morgan
Stanley
έχει αυξήσει τις
τιμές-στόχους για τις
περισσότερες ελληνικές
τράπεζες, στα 5,50 ευρώ
για την Alpha
Bank,
5,40 ευρώ για τη
Eurobank,
12,30 ευρώ για την
Πειραιώς και 19,30 ευρώ
για την Εθνική. Για την
CrediaBank
ο στόχος μειώθηκε οριακά
στα 1,09 ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η
Alpha
Bank,
η οποία εντάσσεται στις
κορυφαίες επιλογές του
οίκου, καθώς η
Morgan
Stanley
θεωρεί ότι προσφέρει το
καλύτερο risk/reward
μεταξύ των ελληνικών
τραπεζών.
Από την κρίση στην
επανένταξη
Όλα αυτά αποκτούν
μεγαλύτερη σημασία αν
ληφθεί υπόψη η απόσταση
που έχει διανύσει η
ελληνική αγορά.
Ο STOXX
Greece
Total
Market
Index
είχε καταγράψει απώλειες
95,4% από το ιστορικό
υψηλό του Οκτωβρίου 2007
έως το χαμηλό του
Φεβρουαρίου 2016.
Έκτοτε, όμως, η εικόνα
έχει αλλάξει δραματικά.
Στην τελευταία πενταετία
ο ελληνικός δείκτης έχει
ενισχυθεί περίπου 280%,
έναντι 64% για τον
STOXX
Europe
600, ενώ από την
ανάκτηση της επενδυτικής
βαθμίδας το 2023 ο
Γενικός Δείκτης έχει
σημειώσει άνοδο περίπου
186%, έναντι 52% για τον
STOXX
600.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει
αφήσει πίσω της
σημαντικό μέρος των
χαρακτηριστικών της
προηγούμενης κρίσης. Το
δημόσιο χρέος έχει
υποχωρήσει από το 207%
του ΑΕΠ το 2020 στο
146,1% το 2025 και
προβλέπεται να μειωθεί
περαιτέρω, ενώ η χώρα
έχει εξέλθει από τα
προγράμματα διάσωσης και
την ενισχυμένη εποπτεία
και έχει επιστρέψει στην
επενδυτική βαθμίδα.
Το μεγάλο στοίχημα για
το ΧΑ
Η ελληνική αγορά
παραμένει μικρή σε σχέση
με το ευρωπαϊκό
επενδυτικό σύμπαν, με
κεφαλαιοποίηση περίπου
213 δισ. δολάρια έναντι
περίπου 19 τρισ.
δολαρίων για τον
STOXX
600. Αυτό όμως μπορεί να
λειτουργήσει και ως
πλεονέκτημα εφόσον
αυξηθεί σταδιακά η
συμμετοχή διεθνών
κεφαλαίων.
Οι αλλαγές στους δείκτες
και η βελτίωση των
θεμελιωδών μεγεθών δεν
αποτελούν δύο
ανεξάρτητες εξελίξεις. Η
αναβάθμιση της αγοράς
αυξάνει τη δυνητική
επενδυτική βάση, ενώ η
ισχυρότερη οικονομική
δραστηριότητα και η
πιστωτική επέκταση
προσφέρουν το θεμελιώδες
υπόβαθρο για τις
επιχειρήσεις και
ιδιαίτερα για τις
τράπεζες.
Το κρίσιμο επομένως δεν
είναι μόνο πόσα κεφάλαια
θα εισρεύσουν τον
Σεπτέμβριο. Είναι εάν η
Ελλάδα μπορεί να περάσει
από μια περίοδο έκτακτων
εισροών λόγω των αλλαγών
στους δείκτες σε μια πιο
μόνιμη κατάσταση
αυξημένου διεθνούς
επενδυτικού
ενδιαφέροντος.
Με τις αναβαθμίσεις των
FTSE
Russell,
STOXX
και S&P
DJI
να προηγούνται, τον
MSCI
να ακολουθεί τον Μάιο
του 2027 και τον
STOXX
DM
World
τον Ιούνιο, το
Χρηματιστήριο Αθηνών
φαίνεται να βρίσκεται
μπροστά σε έναν πολύμηνο
κύκλο επανατοποθέτησης.
Και σε αυτή τη νέα φάση,
οι ελληνικές τράπεζες
είναι πιθανό να
αποτελέσουν έναν από
τους βασικούς
πρωταγωνιστές: όχι μόνο
επειδή θα βρεθούν στο
επίκεντρο των διεθνών
ροών, αλλά και επειδή
διαθέτουν πλέον ένα
διαφορετικό
επιχειρηματικό υπόβαθρο,
με ισχυρή κεφαλαιακή
θέση, αυξανόμενες
χορηγήσεις και προοπτική
διατήρησης υψηλών
αποδόσεων για τους
μετόχους τους.
|