| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Κυριακή, 06/09/2026

 

Το Χρηματιστήριο Αθηνών εισέρχεται σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών, με τις διεθνείς αναβαθμίσεις της ελληνικής αγοράς να συμπίπτουν με μια ιδιαίτερα θετική συγκυρία για τις ελληνικές τράπεζες. Από τον Σεπτέμβριο του 2026 έως και το 2027, η Ελλάδα αναμένεται να περάσει διαδοχικά σε περισσότερα «καλάθια» ανεπτυγμένων αγορών, ενώ την ίδια στιγμή οι τράπεζες εμφανίζουν μία από τις ισχυρότερες προοπτικές πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν συνδυασμό δύο διαφορετικών καταλυτών: από τη μία πλευρά, οι αλλαγές στους διεθνείς δείκτες μπορούν να διευρύνουν σημαντικά τη βάση των επενδυτών που έχουν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν σε ελληνικές μετοχές και, από την άλλη, η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης μπορεί να στηρίξει τα έσοδα και την κερδοφορία των τραπεζών τα επόμενα χρόνια.

 

Το πρώτο μεγάλο κύμα έρχεται τον Σεπτέμβριο

Η 18η Σεπτεμβρίου αποτελεί ουσιαστικά την ημερομηνία-ορόσημο για το πρώτο μεγάλο κύμα αλλαγών. Από τις 21 Σεπτεμβρίου, εννέα ελληνικές μετοχές αναμένεται να ενταχθούν στον STOXX Europe 600, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για σημαντικές εισροές κεφαλαίων.

Στον δείκτη θα συμμετέχουν οι Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς, ΔΕΗ, Metlen Energy & Metals, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil και Jumbo. Οι ίδιες μετοχές θα ενταχθούν και στον ευρύτερο EURO STOXX, ενώ οι τελικοί συντελεστές στάθμισης στον STOXX Europe 600 αναμένεται να ανακοινωθούν στις 11 Σεπτεμβρίου.

Η JPMorgan εκτιμά πλέον ότι οι συνολικές εισροές προς τις εννέα ελληνικές μετοχές μπορεί να ξεπεράσουν το 1,1 δισ. δολάρια, έναντι προηγούμενης εκτίμησης περίπου 957 εκατ. δολαρίων.

Το ποσό είναι σημαντικό για μια αγορά του μεγέθους του ΧΑ, αλλά η μεγαλύτερη σημασία της αλλαγής βρίσκεται ίσως αλλού. Η ένταξη σε δείκτες ανεπτυγμένων αγορών ανοίγει σταδιακά την πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή θεσμικών και παθητικών κεφαλαίων.

Για ένα διάστημα το ΧΑ θα βρίσκεται σε δύο «κόσμους»

Η ελληνική αγορά θα περάσει από μια μεταβατική περίοδο. Από τον Σεπτέμβριο, η Ελλάδα θα αντιμετωπίζεται ως ανεπτυγμένη αγορά από τους FTSE Russell, STOXX και S&P Dow Jones Indices, ενώ θα παραμείνει αναδυόμενη στον MSCI μέχρι την ολοκλήρωση της δικής του διαδικασίας.

Το επόμενο μεγάλο βήμα αναμένεται τον Μάιο του 2027, όταν η Ελλάδα αναμένεται να περάσει και στον MSCI Developed Markets. Έναν μήνα αργότερα, τον Ιούνιο του 2027, οι ελληνικές μετοχές θα είναι επιλέξιμες και για τον STOXX DM World, ενώ ανοίγει παράλληλα ο δρόμος για συμμετοχή σε μελλοντικές αναθεωρήσεις του EURO STOXX 50.

Η σημασία της μετάβασης στον MSCI είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς ένα πολύ σημαντικό μέρος των διεθνών κεφαλαίων παρακολουθεί τους δείκτες του συγκεκριμένου οίκου. Επιπλέον, η διαφορά στο μέγεθος των δύο επενδυτικών κατηγοριών είναι τεράστια: τα υπό διαχείριση κεφάλαια στις ανεπτυγμένες αγορές υπολογίζονται περίπου στα 52 τρισ. δολάρια, έναντι 6,3 τρισ. στις αναδυόμενες.

Αυτό σημαίνει ότι η αναβάθμιση δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή «ταμπέλας». Μεταβάλλει σταδιακά το επενδυτικό σύμπαν μέσα στο οποίο αξιολογούνται και μπορούν να τοποθετηθούν οι ελληνικές μετοχές.

Βεβαίως, η διαδικασία δεν θα είναι μονόδρομος. Η έξοδος της Ελλάδας από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών μπορεί να προκαλέσει αρχικές εκροές από funds που έχουν συγκεκριμένες εντολές να επενδύουν μόνο σε emerging markets. Το ζητούμενο είναι οι εκροές αυτές να αντικατασταθούν σταδιακά από κεφάλαια με εντολές επενδύσεων στις ανεπτυγμένες αγορές.

Οι τράπεζες βρίσκονται στο επίκεντρο

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι μόνο οι τέσσερις συστημικές τράπεζες μεταξύ των εννέα ελληνικών μετοχών που θα μπουν στον STOXX Europe 600. Είναι ταυτόχρονα και ο κλάδος που εμφανίζει, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, μία από τις ισχυρότερες προοπτικές πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη.

Τα στοιχεία της ΕΚΤ για τον Ιούνιο του 2026 δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης όσον αφορά την ετήσια μεταβολή των επιχειρηματικών δανείων. Ο ρυθμός πλησιάζει το 10%, έναντι 3,6% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη.

Για τη Morgan Stanley, η εικόνα αυτή δεν είναι συγκυριακή. Η Ελλάδα, μαζί με τη Βρετανία και την Ολλανδία, εμφανίζει από τις ισχυρότερες προοπτικές πιστωτικής ανάπτυξης στην Ευρώπη.

Η εξέλιξη έχει άμεση σημασία για τα καθαρά έσοδα από τόκους. Ο αμερικανικός οίκος προβλέπει αύξηση του NII των ελληνικών τραπεζών κατά 14% το 2027, την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των αγορών που καλύπτει, μετά από αύξηση 8,4% το 2026 και 6,1% το 2028.

Ακόμη και αν εξαιρεθεί η CrediaBank, η οποία επηρεάζει σημαντικά το συνολικό ποσοστό λόγω της πολύ χαμηλής βάσης, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφανίζουν εκτιμώμενη αύξηση περίπου 12% στο NII, επίσης από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.

Ο νέος κύκλος επενδύσεων μπορεί να γίνει καταλύτης

Πίσω από την αισιοδοξία για την πιστωτική επέκταση βρίσκεται η εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή οικονομία εισέρχεται σε έναν νέο επενδυτικό κύκλο.

Η Morgan Stanley, εξετάζοντας περίπου 40 χρόνια δεδομένων, διαπιστώνει ότι οι επενδυτικοί κύκλοι στην ευρωζώνη διαρκούν συνήθως τέσσερα έως έξι χρόνια, ενώ στους προηγούμενους θετικούς κύκλους η πιστωτική επέκταση ήταν θετική σχεδόν καθολικά.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η επενδυτική δραστηριότητα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στους κλάδους της τεχνολογίας, των data centers και της ενέργειας. Utilities, πληροφορική και επαγγελματικές υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικούς οδηγούς της ζήτησης για χρηματοδότηση, ενώ σταδιακά θετικοί ρυθμοί εμφανίζονται και στη μεταποίηση, την εκπαίδευση, τις μεταφορές και τα ακίνητα.

Παράλληλα, τα PMI λειτουργούν ιστορικά ως προπομπός της πιστωτικής επέκτασης, με χρονική υστέρηση περίπου έξι έως δώδεκα μηνών. Και σε αυτή την παράμετρο η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφαία ομάδα των ευρωπαϊκών αγορών.

Για τις ελληνικές τράπεζες, επομένως, το πιθανότερο σενάριο δεν βασίζεται αποκλειστικά στην πορεία των επιτοκίων. Εάν η επενδυτική δραστηριότητα ενισχυθεί και η ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια συνεχίσει να αυξάνεται, ο όγκος των νέων χορηγήσεων μπορεί να αντισταθμίσει μέρος της πίεσης που προκαλεί η αποκλιμάκωση των επιτοκίων.

Το NII ίσως έχει ακόμη «καύσιμα»

Η Morgan Stanley αμφισβητεί έτσι την άποψη ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών έχουν ήδη φτάσει στο τέλος του ανοδικού τους κύκλου.

Ένας από τους λόγους είναι τα structural hedges των τραπεζών, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει την ανατιμολόγησή τους. Παράλληλα, η ελληνική αγορά διατηρεί ένα ιδιαίτερα χαμηλό pass-through στις υφιστάμενες καταθέσεις, περίπου στο 18%, έναντι πολύ υψηλότερων ποσοστών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Στις νέες προθεσμιακές καταθέσεις, το pass-through στην Ελλάδα ξεπερνά το 70%, γεγονός που δείχνει ότι η ανατιμολόγηση των νέων κεφαλαίων είναι πολύ πιο έντονη. Ωστόσο, το μεγάλο απόθεμα καταθέσεων χαμηλού κόστους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τις ελληνικές τράπεζες.

Το τρίτο στοιχείο είναι ο ίδιος ο όγκος των δανείων. Μια ισχυρότερη πιστωτική επέκταση μπορεί να αντισταθμίσει την πίεση στα περιθώρια, αυξάνοντας το συνολικό ενεργητικό που παράγει έσοδα.

Η Morgan Stanley έχει μάλιστα αναθεωρήσει ανοδικά τις εκτιμήσεις της για το ελληνικό NII το 2028, με μεγαλύτερες αυξήσεις για την Πειραιώς και την Εθνική, ενώ για το 2027 βρίσκεται περίπου 2,8% πάνω από το consensus της αγοράς.

Οι αποτιμήσεις αφήνουν περιθώριο

Παρά την ισχυρή άνοδο των ελληνικών τραπεζών μέσα στο 2026, ο κλάδος εξακολουθεί να εμφανίζει discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 9,4 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 και στις 1,48 φορές την ενσώματη λογιστική αξία, έναντι 10,4 και 1,74 φορές αντίστοιχα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Την ίδια στιγμή, η εκτιμώμενη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων βρίσκεται στο 16,6%, πολύ κοντά στο 17,4% της Ευρώπης. Η μερισματική απόδοση υπολογίζεται σε περίπου 5,3% για το 2027 και 6% για το 2028.

Η Morgan Stanley έχει αυξήσει τις τιμές-στόχους για τις περισσότερες ελληνικές τράπεζες, στα 5,50 ευρώ για την Alpha Bank, 5,40 ευρώ για τη Eurobank, 12,30 ευρώ για την Πειραιώς και 19,30 ευρώ για την Εθνική. Για την CrediaBank ο στόχος μειώθηκε οριακά στα 1,09 ευρώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Alpha Bank, η οποία εντάσσεται στις κορυφαίες επιλογές του οίκου, καθώς η Morgan Stanley θεωρεί ότι προσφέρει το καλύτερο risk/reward μεταξύ των ελληνικών τραπεζών.

Από την κρίση στην επανένταξη

Όλα αυτά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η απόσταση που έχει διανύσει η ελληνική αγορά.

Ο STOXX Greece Total Market Index είχε καταγράψει απώλειες 95,4% από το ιστορικό υψηλό του Οκτωβρίου 2007 έως το χαμηλό του Φεβρουαρίου 2016. Έκτοτε, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά.

Στην τελευταία πενταετία ο ελληνικός δείκτης έχει ενισχυθεί περίπου 280%, έναντι 64% για τον STOXX Europe 600, ενώ από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 ο Γενικός Δείκτης έχει σημειώσει άνοδο περίπου 186%, έναντι 52% για τον STOXX 600.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της σημαντικό μέρος των χαρακτηριστικών της προηγούμενης κρίσης. Το δημόσιο χρέος έχει υποχωρήσει από το 207% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025 και προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, ενώ η χώρα έχει εξέλθει από τα προγράμματα διάσωσης και την ενισχυμένη εποπτεία και έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα.

Το μεγάλο στοίχημα για το ΧΑ

Η ελληνική αγορά παραμένει μικρή σε σχέση με το ευρωπαϊκό επενδυτικό σύμπαν, με κεφαλαιοποίηση περίπου 213 δισ. δολάρια έναντι περίπου 19 τρισ. δολαρίων για τον STOXX 600. Αυτό όμως μπορεί να λειτουργήσει και ως πλεονέκτημα εφόσον αυξηθεί σταδιακά η συμμετοχή διεθνών κεφαλαίων.

Οι αλλαγές στους δείκτες και η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες εξελίξεις. Η αναβάθμιση της αγοράς αυξάνει τη δυνητική επενδυτική βάση, ενώ η ισχυρότερη οικονομική δραστηριότητα και η πιστωτική επέκταση προσφέρουν το θεμελιώδες υπόβαθρο για τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα για τις τράπεζες.

Το κρίσιμο επομένως δεν είναι μόνο πόσα κεφάλαια θα εισρεύσουν τον Σεπτέμβριο. Είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να περάσει από μια περίοδο έκτακτων εισροών λόγω των αλλαγών στους δείκτες σε μια πιο μόνιμη κατάσταση αυξημένου διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Με τις αναβαθμίσεις των FTSE Russell, STOXX και S&P DJI να προηγούνται, τον MSCI να ακολουθεί τον Μάιο του 2027 και τον STOXX DM World τον Ιούνιο, το Χρηματιστήριο Αθηνών φαίνεται να βρίσκεται μπροστά σε έναν πολύμηνο κύκλο επανατοποθέτησης.

Και σε αυτή τη νέα φάση, οι ελληνικές τράπεζες είναι πιθανό να αποτελέσουν έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές: όχι μόνο επειδή θα βρεθούν στο επίκεντρο των διεθνών ροών, αλλά και επειδή διαθέτουν πλέον ένα διαφορετικό επιχειρηματικό υπόβαθρο, με ισχυρή κεφαλαιακή θέση, αυξανόμενες χορηγήσεις και προοπτική διατήρησης υψηλών αποδόσεων για τους μετόχους τους.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum