|
Στο επίκεντρο βρίσκονται
διανομείς, οδηγοί,
μεταφραστές,
προγραμματιστές,
σχεδιαστές, δημιουργοί
περιεχομένου και πολλές
ακόμη κατηγορίες
εργαζομένων που παρέχουν
υπηρεσίες μέσω ψηφιακών
εφαρμογών.
Το μεγάλο στοίχημα,
ωστόσο, δεν αφορά μόνο
το εάν ένας εργαζόμενος
θα χαρακτηριστεί
μισθωτός ή
αυτοαπασχολούμενος.
Αφορά και κάτι πολύ πιο
δύσκολο: τον εντοπισμό
όσων εργάζονται χωρίς να
εμφανίζονται πουθενά στα
επίσημα συστήματα.
Από την τυπική σύμβαση
στην πραγματική σχέση
εργασίας
Η φιλοσοφία της νέας
ευρωπαϊκής Οδηγίας είναι
ότι δεν αρκεί πλέον ο
τίτλος μιας σύμβασης.
Αυτό που έχει σημασία
είναι ο τρόπος με τον
οποίο λειτουργεί στην
πράξη η σχέση μεταξύ
πλατφόρμας και
εργαζομένου.
Εφόσον η πλατφόρμα
καθορίζει ή επηρεάζει
ουσιαστικά τον τρόπο,
τον χρόνο και τις
συνθήκες παροχής της
εργασίας, μπορεί να
θεωρηθεί ότι ασκεί
διεύθυνση και έλεγχο
αντίστοιχο με εκείνον
ενός εργοδότη.
Η εξέλιξη αυτή
περιορίζει σημαντικά τη
σημασία του τυπικού
χαρακτηρισμού ενός
συνεργάτη ως
«ανεξάρτητου». Αν η
καθημερινή λειτουργία
της εργασίας παραπέμπει
σε εξαρτημένη
απασχόληση, το βάρος
μεταφέρεται πλέον στην
πλατφόρμα, η οποία θα
πρέπει να τεκμηριώσει
την πραγματική αυτονομία
του συνεργάτη.
Η αλλαγή είναι σημαντική
και για τον ανταγωνισμό.
Μια επιχείρηση που
απασχολεί μισθωτούς
επιβαρύνεται με
ασφαλιστικές εισφορές,
εργασιακά δικαιώματα και
σειρά άλλων υποχρεώσεων.
Αντίθετα, ένα
επιχειρηματικό μοντέλο
που βασίζεται σε
συνεργάτες οι οποίοι
εμφανίζονται ως
αυτοαπασχολούμενοι
μπορεί να έχει
διαφορετικό κόστος.
Η Ευρώπη επιχειρεί έτσι
να διαμορφώσει ένα κοινό
πλαίσιο, ώστε η ευελιξία
της οικονομίας των
πλατφορμών να μη
μετατρέπεται σε εργαλείο
αποφυγής των υποχρεώσεων
που συνοδεύουν την
εξαρτημένη εργασία.
Η Ελλάδα είχε ήδη
θεσπίσει δικό της
πλαίσιο
Η Ελλάδα βρίσκεται σε
ιδιαίτερη θέση, καθώς
είχε ήδη προχωρήσει στη
θέσπιση ειδικών κανόνων
με τον ν. 4808/2021.
Το ελληνικό μοντέλο
επιχείρησε να διατηρήσει
την ευελιξία της
εργασίας στις ψηφιακές
πλατφόρμες,
αναγνωρίζοντας παράλληλα
τη δυνατότητα δικαστικής
προστασίας όταν
αποδεικνύεται πραγματική
εξάρτηση.
Το υφιστάμενο πλαίσιο
βασίζεται, μεταξύ άλλων,
στην ύπαρξη πραγματικής
ελευθερίας του συνεργάτη
ως προς τον χρόνο
εργασίας, την αποδοχή ή
απόρριψη εργασιών και τη
δυνατότητα παροχής
υπηρεσιών σε
περισσότερες από μία
πλατφόρμες.
Η ευρωπαϊκή Οδηγία
οδηγεί πλέον σε
επανεξέταση αυτών των
κανόνων. Το ζητούμενο
είναι να καθοριστούν με
μεγαλύτερη ακρίβεια τα
κριτήρια που θα
αποδεικνύουν πότε
υπάρχει πραγματικός
έλεγχος και διεύθυνση
από την πλατφόρμα.
Η ενσωμάτωση των νέων
κανόνων στην ελληνική
νομοθεσία αναμένεται
συνεπώς να απαιτήσει
κάτι περισσότερο από μια
απλή προσαρμογή
διατάξεων. Θα χρειαστεί
να αποσαφηνιστεί ο
τρόπος με τον οποίο οι
ελεγκτικοί μηχανισμοί θα
μπορούν να αξιολογούν
την πραγματική
λειτουργία των
συγκεκριμένων εργασιακών
σχέσεων.
Όταν ο εργοδότης είναι
αλγόριθμος
Ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα στοιχεία
της νέας ευρωπαϊκής
παρέμβασης αφορά την
αλγοριθμική διαχείριση.
Στις ψηφιακές
πλατφόρμες, ο
«προϊστάμενος» μπορεί να
μην είναι άνθρωπος.
Μπορεί να είναι ένα
λογισμικό που αποφασίζει
ποια εργασία θα
ανατεθεί, σε ποιον, με
ποια προτεραιότητα και
υπό ποιες προϋποθέσεις.
Ο αλγόριθμος μπορεί να
παρακολουθεί τον χρόνο
ολοκλήρωσης μιας
διανομής, την αποδοχή ή
απόρριψη παραγγελιών, τη
γεωγραφική θέση του
διανομέα, τη συνέπεια,
τις αξιολογήσεις και
συνολικά την απόδοσή
του. Μέσα από αυτά τα
δεδομένα δημιουργείται
ένα λεπτομερές προφίλ
εργαζομένου, το οποίο
μπορεί να επηρεάσει
άμεσα το εισόδημά του ή
ακόμη και τη δυνατότητα
συνέχισης της
συνεργασίας.
Η νέα Οδηγία επιχειρεί
να θέσει όρια σε αυτή
την πρακτική. Κρίσιμες
αποφάσεις που επηρεάζουν
ουσιαστικά την
επαγγελματική κατάσταση
ενός εργαζομένου δεν θα
πρέπει να λαμβάνονται
αποκλειστικά από
αυτοματοποιημένα
συστήματα.
Απαιτείται ανθρώπινη
εποπτεία, δυνατότητα
εξήγησης των αποφάσεων
και δικαίωμα του
εργαζομένου να ζητήσει
επανεξέταση.
Η σημασία της αλλαγής
είναι μεγάλη, καθώς ένα
απλό τεχνικό γεγονός,
όπως η υποβάθμιση ενός
λογαριασμού, η απώλεια
πρόσβασης σε ώρες υψηλής
ζήτησης ή η
απενεργοποίηση ενός
προφίλ, μπορεί να
μεταφραστεί άμεσα σε
απώλεια εισοδήματος.
Η «αόρατη» αγορά πίσω
από τις πλατφόρμες
Πέρα όμως από το ζήτημα
του χαρακτηρισμού των
εργαζομένων, υπάρχει ένα
ακόμη μεγαλύτερο
πρόβλημα, το οποίο είναι
πολύ δυσκολότερο να
αντιμετωπιστεί.
Πρόκειται για τους
ανθρώπους που εργάζονται
μέσω πλατφορμών χωρίς να
εμφανίζονται ως οι
πραγματικοί χρήστες των
λογαριασμών.
Στον χώρο των διανομέων
έχει αναδειχθεί το
φαινόμενο των λεγόμενων
«στολαρχών»: ένα πρόσωπο
εμφανίζεται ως ο
δηλωμένος συνεργάτης της
πλατφόρμας, ενώ στην
πράξη ο ίδιος
λογαριασμός μπορεί να
χρησιμοποιείται από άλλα
άτομα για την εκτέλεση
των διανομών.
Με αυτόν τον τρόπο
δημιουργείται μια
παράλληλη αγορά
εργασίας. Το πρόσωπο που
βλέπει η πλατφόρμα και
το πρόσωπο που
πραγματοποιεί πραγματικά
τη διανομή μπορεί να μην
είναι το ίδιο.
Αυτό δημιουργεί σοβαρές
επιπτώσεις.
Ο πραγματικός
εργαζόμενος μπορεί να
μην εμφανίζεται στα
ασφαλιστικά και
φορολογικά συστήματα, να
μην έχει ασφαλιστική
κάλυψη και να μην
απολαμβάνει εργασιακά
δικαιώματα. Παράλληλα,
το Δημόσιο μπορεί να
χάνει ασφαλιστικές
εισφορές και φορολογικά
έσοδα.
Το πρόβλημα επηρεάζει
όμως και τις
επιχειρήσεις που
λειτουργούν νόμιμα. Όταν
μια επιχείρηση τηρεί
όλες τις υποχρεώσεις της
απέναντι στους
εργαζομένους και στο
κράτος, ενώ μια άλλη
δραστηριοποιείται μέσω
μη δηλωμένης εργασίας,
δημιουργείται μια μορφή
αθέμιτου ανταγωνισμού.
Από το εργατικό δίκαιο
στη δημόσια ασφάλεια
Το ζήτημα δεν
περιορίζεται πλέον στο
ποιος θεωρείται
εργαζόμενος και ποιος
αυτοαπασχολούμενος.
Η ταυτοποίηση του
πραγματικού προσώπου που
πραγματοποιεί μια
διανομή έχει και
διάσταση δημόσιας
ασφάλειας.
Ο πελάτης βλέπει στην
εφαρμογή ένα
συγκεκριμένο όνομα,
χωρίς να μπορεί κατ’
ανάγκη να γνωρίζει εάν
το άτομο που εμφανίζεται
στην πόρτα είναι
πράγματι ο δηλωμένος
συνεργάτης. Σε περίπτωση
τροχαίου ατυχήματος,
σοβαρού τραυματισμού,
παραβατικής συμπεριφοράς
ή οποιασδήποτε άλλης
ανάγκης για επίσημη
ταυτοποίηση, η
διαπίστωση του
πραγματικού προσώπου που
εκτελούσε την εργασία
μπορεί να καταστεί
ιδιαίτερα δύσκολη.
Αυτό δημιουργεί μια
παράδοξη κατάσταση: ενώ
η ψηφιακή πλατφόρμα
διαθέτει τεράστιο όγκο
δεδομένων για τη
διαχείριση της εργασίας,
μπορεί να μην έχει πλήρη
εικόνα για το ποιος
βρίσκεται πραγματικά
στον δρόμο.
Το δύσκολο στοίχημα για
την Ελλάδα
Η ενσωμάτωση της Οδηγίας
2024/2831 στην ελληνική
έννομη τάξη θα πρέπει
επομένως να ισορροπήσει
ανάμεσα σε δύο
διαφορετικές ανάγκες.
Από τη μία πλευρά,
απαιτείται ισχυρότερη
προστασία των
εργαζομένων, μεγαλύτερη
διαφάνεια στις
αλγοριθμικές αποφάσεις
και αποτελεσματικότερος
έλεγχος των σχέσεων που
στην πράξη προσομοιάζουν
με εξαρτημένη εργασία.
Από την άλλη, θα πρέπει
να διατηρηθεί η ευελιξία
που έκανε τις ψηφιακές
πλατφόρμες έναν από τους
ταχύτερα αναπτυσσόμενους
κλάδους της νέας
οικονομίας.
Το πραγματικό πρόβλημα,
όμως, βρίσκεται ένα
επίπεδο βαθύτερα.
Η επιτυχία του νέου
πλαισίου δεν θα κριθεί
μόνο από το αν ένας
διανομέας θα
χαρακτηριστεί τελικά
μισθωτός ή
αυτοαπασχολούμενος. Θα
κριθεί από το αν οι
ελεγκτικοί μηχανισμοί
μπορούν να εντοπίσουν
τον πραγματικό
εργαζόμενο πίσω από την
ψηφιακή ταυτότητα.
Γιατί όσο η οικονομία
των πλατφορμών γίνεται
περισσότερο ψηφιακή,
τόσο μεγαλύτερος είναι ο
κίνδυνος να
δημιουργείται μια
παράλληλη αγορά εργασίας
που, παρά το τεράστιο
αποτύπωμά της στους
δρόμους των ελληνικών
πόλεων, παραμένει αόρατη
στα επίσημα μητρώα.
Και αυτό ίσως είναι
τελικά το μεγαλύτερο
στοίχημα της νέας
ευρωπαϊκής νομοθεσίας:
όχι απλώς να αλλάξει τον
χαρακτηρισμό της
εργασίας στις
πλατφόρμες, αλλά να
καταστήσει ορατούς
εκείνους που σήμερα
βρίσκονται έξω από το
σύστημα.
|