|
Με τον τρόπο αυτό, η
ΑΑΔΕ εγκαταλείπει
σταδιακά το μοντέλο των
παραδοσιακών επιτόπιων
ελέγχων και περνά σε ένα
σύστημα συνεχούς
ψηφιακής παρακολούθησης,
όπου τραπεζικά,
φορολογικά και
περιουσιακά δεδομένα
συνδυάζονται αυτόματα,
επιτρέποντας τον άμεσο
εντοπισμό ύποπτων
αποκλίσεων.
Η νέα στρατηγική δεν
περιορίζεται στην απλή
επαλήθευση των στοιχείων
που δηλώνει κάθε
φορολογούμενος, αλλά
επιχειρεί να ανασυνθέσει
συνολικά την πραγματική
οικονομική του εικόνα.
Έλεγχος σε εισοδήματα,
καταθέσεις και περιουσία
Η διασταύρωση των
στοιχείων θα επιτρέπει
στους ελεγκτές να
εξετάζουν αν οι
οικονομικές κινήσεις
συμβαδίζουν με τα
δηλωθέντα εισοδήματα.
Για παράδειγμα, μία
αγορά ακινήτου θα
συγκρίνεται με:
τα εισοδήματα
προηγούμενων ετών,
τις τραπεζικές κινήσεις,
τις μεταβολές της
συνολικής περιουσιακής
κατάστασης,
κάθε άλλη διαθέσιμη
οικονομική πληροφορία.
Αντίστοιχα, στις
βραχυχρόνιες μισθώσεις
θα αξιολογούνται όχι
μόνο τα ποσά που
δηλώθηκαν στην Εφορία,
αλλά και η πραγματική
δραστηριότητα κάθε
ακινήτου, όπως η
διάρκεια της
καταχώρισης, ο αριθμός
των κρατήσεων και οι
πληρωμές που
καταγράφονται στις
ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Παράλληλα, για τις
επιχειρήσεις, τα
στοιχεία των
ηλεκτρονικών βιβλίων θα
διασταυρώνονται με τις
δηλώσεις ΦΠΑ, ώστε
σημαντικές αποκλίσεις να
ενεργοποιούν άμεσα
φορολογικό έλεγχο.
2.500 ύποπτες
μεταβιβάσεις ακινήτων
στο μικροσκόπιο
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται στις συναλλαγές
ακινήτων, με την ΑΑΔΕ να
προγραμματίζει τον
έλεγχο περίπου
2.500 υποθέσεων υψηλού
κινδύνου.
Η επιλογή των φακέλων
δεν θα γίνεται τυχαία,
αλλά μέσω ειδικού
συστήματος αξιολόγησης
κινδύνου που
επεξεργάζεται δεδομένα
από πολλαπλές πηγές και
εντοπίζει ύποπτες
συναλλαγές.
Μεταξύ των περιπτώσεων
που θα εξεταστούν
περιλαμβάνονται:
αγοραπωλησίες ιδιαίτερα
μεγάλης αξίας,
συναλλαγές με ενδείξεις
εικονικότητας,
αγορές που ενδέχεται να
χρησιμοποιήθηκαν για
«ξέπλυμα» χρημάτων,
μεταβιβάσεις που
πραγματοποιήθηκαν με
μετρητά,
υποθέσεις φόρου
μεταβίβασης που
παραγράφονται στις 31
Δεκεμβρίου 2026.
Στο επίκεντρο η
προέλευση των χρημάτων
Κομβικό στοιχείο των
ελέγχων θα αποτελεί η
διερεύνηση της
προέλευσης των κεφαλαίων
που χρησιμοποιήθηκαν για
την αγορά ακινήτων.
Οι φορολογικές αρχές θα
συγκρίνουν το τίμημα
κάθε συναλλαγής με:
τα δηλωθέντα εισοδήματα
του αγοραστή,
τις τραπεζικές
καταθέσεις και
αναλήψεις,
τη συνολική περιουσιακή
του εικόνα.
Στόχος είναι να
διαπιστωθεί αν ο
φορολογούμενος διέθετε
την απαιτούμενη
οικονομική δυνατότητα ή
αν προκύπτουν
αδικαιολόγητες κινήσεις
κεφαλαίων που χρήζουν
περαιτέρω διερεύνησης.
Έλεγχοι και σε
απαλλαγές, γονικές
παροχές και
Golden
Visa
Το ελεγκτικό πρόγραμμα
επεκτείνεται και σε
ειδικές κατηγορίες
μεταβιβάσεων ακινήτων.
Συγκεκριμένα, θα
εξεταστούν:
μεταβιβάσεις σε περιοχές
εκτός αντικειμενικού
συστήματος, όταν η
διαφορά μεταξύ
δηλωθείσας και
εκτιμώμενης αξίας
υπερβαίνει το 30% ή τα
100.000 ευρώ,
απαλλαγές πρώτης
κατοικίας,
γονικές παροχές για
αγορά πρώτης κατοικίας,
μεταβιβάσεις ακινήτων
μέσω του προγράμματος
Golden
Visa,
πιστοποιητικά απαλλαγής
ή εξόφλησης ΕΝΦΙΑ,
υποθέσεις κληρονομιών,
δωρεών και γονικών
παροχών που
περιλαμβάνουν μετοχές,
εταιρικά μερίδια ή
συμμετοχές σε μη
εισηγμένες επιχειρήσεις.
Με τη νέα αυτή
στρατηγική, η ΑΑΔΕ
επιχειρεί να αξιοποιήσει
τη δύναμη των ψηφιακών
διασταυρώσεων,
περιορίζοντας σημαντικά
τα περιθώρια απόκρυψης
εισοδημάτων και
στοχεύοντας τους
ελέγχους στις υποθέσεις
που εμφανίζουν τις
ισχυρότερες ενδείξεις
φορολογικών παραβάσεων.
|