|
Ωστόσο, η έκθεση
υπογραμμίζει ότι το
διεθνές περιβάλλον
παραμένει εύθραυστο. Η
κρίση στη Μέση Ανατολή
και οι ενεργειακές
διαταραχές επηρεάζουν
τον πληθωρισμό και τις
προοπτικές ανάπτυξης,
οδηγώντας σε οριακή
καθοδική αναθεώρηση των
προβλέψεων. Η
αβεβαιότητα παραμένει
αυξημένη, με έμφαση στην
ανάγκη στοχευμένης και
προσωρινής
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Σημαντικό «αγκάθι»
παραμένει ο πληθωρισμός
στην Ελλάδα, ο οποίος
στο 4,9% εξακολουθεί να
κινείται αισθητά πάνω
από την Ευρωζώνη (3,2%),
διαβρώνοντας
ανταγωνιστικότητα και
επιβαρύνοντας το
ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών, παρά τη
βελτίωση στα τρόφιμα.
Στο μέτωπο της αγοράς
εργασίας, καταγράφεται
μικρή αύξηση της
ανεργίας στο 9,5%, αλλά
και άνοδος της
απασχόλησης και της
συμμετοχής, με σαφή
μετατόπιση προς την
πλήρη απασχόληση.
Παράλληλα, το δημόσιο
χρέος συνεχίζει να
αποκλιμακώνεται, ενώ η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
θεωρεί πλέον ότι η
Ελλάδα δεν εμφανίζει
μακροοικονομικές
ανισορροπίες.
Ένα από τα πιο κρίσιμα
σημεία της έκθεσης είναι
το στεγαστικό ζήτημα. Το
πρόβλημα δεν αποδίδεται
μόνο στην έλλειψη νέας
προσφοράς, αλλά κυρίως
στην υπο-αξιοποίηση του
υπάρχοντος αποθέματος
κατοικιών. Παρότι
υπάρχουν εκατομμύρια
κενά σπίτια, μεγάλο
μέρος τους δεν είναι
πραγματικά διαθέσιμο
στην αγορά λόγω νομικών,
κληρονομικών και
πρακτικών περιορισμών.
Αυτό συμβάλλει σημαντικά
στην άνοδο των τιμών, με
εκτιμώμενη επίδραση έως
και ~20% την τελευταία
επταετία.
Συνολικά, το βασικό
συμπέρασμα είναι ότι η
ελληνική οικονομία
βρίσκεται σε φάση
ισχυρής ονομαστικής και
δημοσιονομικής
βελτίωσης, αλλά
αντιμετωπίζει τρεις
κρίσιμες προκλήσεις:
επίμονο πληθωρισμό,
περιορισμούς στην
παραγωγικότητα/ανταγωνιστικότητα
και δομική δυσλειτουργία
στην αγορά κατοικίας.
|