|
Πώς
λειτουργεί η στρατηγική
«Buy, Borrow and Die»
Η λογική είναι απλή: ο
επενδυτής αγοράζει
περιουσιακά στοιχεία, τα
διακρατεί και στη
συνέχεια δανείζεται
προσφέροντάς τα ως
εξασφάλιση. Με αυτόν τον
τρόπο αποκτά διαθέσιμα
κεφάλαια χωρίς να
χρειάζεται να πουλήσει
μετοχές, ομόλογα ή άλλες
επενδύσεις.
Για έναν μεγαλομέτοχο
εισηγμένης εταιρείας, η
στρατηγική μπορεί να
χρηματοδοτήσει αγορές
ακινήτων,
επιχειρηματικές κινήσεις
ή προσωπικές δαπάνες,
χωρίς να απαιτείται
πώληση μετοχών. Έτσι,
διατηρεί τη συμμετοχή
του στην εταιρεία και τα
αντίστοιχα δικαιώματα
ψήφου, ενώ μπορεί να
αναβάλει τη φορολόγηση
υπεραξίας που ενδέχεται
να προέκυπτε από τη
ρευστοποίηση.
Το «Die»
αναφέρεται στη
μεταβίβαση της
περιουσίας μετά τον
θάνατο του επενδυτή. Σε
ορισμένες φορολογικές
δικαιοδοσίες, η
κληρονομική μεταβίβαση
μπορεί να συνοδεύεται
από ευνοϊκή μεταχείριση
της υπεραξίας που έχει
συσσωρευτεί κατά τη
διάρκεια της ζωής του
αρχικού κατόχου. Οι
κανόνες, ωστόσο,
διαφέρουν ανά χώρα και
εξαρτώνται από το ισχύον
φορολογικό πλαίσιο.
Μεταξύ των
δισεκατομμυριούχων που
έχουν χρησιμοποιήσει
δανεισμό με εξασφάλιση
μετοχές συγκαταλέγονται,
σύμφωνα με τη
Wall
Street
Journal,
ο Λάρι Έλισον και ο Έλον
Μασκ.
Τα
5,4 τρισ. δολάρια δεν
αντιστοιχούν σε
εκταμιευμένα δάνεια
Το μέγεθος της αγοράς
χρειάζεται μια σημαντική
διευκρίνιση. Τα 5,4
τρισ. δολάρια αφορούν
την εκτιμώμενη συνολική
αγορά πιστωτικών γραμμών
με εξασφάλιση τίτλους
και όχι το ποσό των
δανείων που έχουν
πράγματι εκταμιευθεί.
Σύμφωνα με τη
Deloitte,
ο πραγματικός δανεισμός
μέσω αυτών των γραμμών
ενδέχεται να βρίσκεται
κοντά στα 1,6 τρισ.
δολάρια.
Στην αγορά
περιλαμβάνονται και τα
δάνεια περιθωρίου (margin
loans),
τα οποία
χρησιμοποιούνται συνήθως
για την αγορά πρόσθετων
επενδύσεων. Πρόκειται
για διαφορετική χρήση
από εκείνη ενός δανείου
με ενέχυρο τίτλους που
χρηματοδοτεί, για
παράδειγμα, την αγορά
ενός ακινήτου ή άλλες
ανάγκες ρευστότητας.
Ως εξασφάλιση
χρησιμοποιούνται κυρίως
χαρτοφυλάκια μετοχών και
ομολόγων, αλλά μπορούν
να προσφέρονται και
μερίδια επενδυτικών
κεφαλαίων ή
κρυπτονομίσματα.
Η Deloitte
υπολογίζει ότι η
συγκεκριμένη αγορά
αναπτύχθηκε με μέσο
ετήσιο ρυθμό περίπου 12%
την τελευταία δεκαετία.
Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν
περίπου το 30% της
δραστηριότητας, ενώ η
Ελβετία και το
Λιχτενστάιν
συγκεντρώνουν από κοινού
περίπου το 12%.
Γιατί τα δάνεια με
ενέχυρο τίτλους είναι
τόσο ελκυστικά για τις
τράπεζες
Για τις τράπεζες, τα
συγκεκριμένα δάνεια
έχουν ένα βασικό
πλεονέκτημα: η αξία των
εξασφαλίσεων
παρακολουθείται
καθημερινά και οι τίτλοι
μπορούν, σε πολλές
περιπτώσεις, να
ρευστοποιηθούν σχετικά
γρήγορα.
Αυτό επιτρέπει ταχύτερες
διαδικασίες αξιολόγησης
και έγκρισης σε σχέση με
άλλες μορφές δανεισμού,
ενώ η ύπαρξη
εξασφαλίσεων περιορίζει
την έκθεση του δανειστή
στον πιστωτικό κίνδυνο,
χωρίς βεβαίως να τον
εξαλείφει.
Σύμφωνα με τη μελέτη της
Deloitte,
το μέσο δάνειο
αντιστοιχεί περίπου στο
50% της αξίας των
περιουσιακών στοιχείων
που προσφέρονται ως
εγγύηση. Το επιτόκιο
διαμορφώνεται κατά μέσο
όρο περίπου μία
ποσοστιαία μονάδα πάνω
από το επιτόκιο
αναφοράς.
Η σημασία της
δραστηριότητας για τις
ιδιωτικές τράπεζες είναι
μεγάλη. Για ορισμένα
ιδρύματα που
εξειδικεύονται στη
διαχείριση περιουσίας,
τα δάνεια με εξασφάλιση
τίτλους μπορούν να
συνεισφέρουν το 25%-30%
των ετήσιων κερδών.
Από
τους δισεκατομμυριούχους
στους μικρότερους
επενδυτές
Παρά τη διεύρυνση της
αγοράς, ο δανεισμός με
εξασφάλιση τίτλους
εξακολουθεί να συνδέεται
κυρίως με μεγάλες
περιουσίες. Περίπου το
45% των πιστωτικών
γραμμών πελατών που
εξετάζει η
Deloitte
ξεπερνά τα 2,5 εκατ.
δολάρια.
Ωστόσο, η ψηφιοποίηση
των διαδικασιών και η
ανάπτυξη νέων προϊόντων
διευκολύνουν την
πρόσβαση και μικρότερων
επενδυτών.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελούν οι
υπηρεσίες της
αμερικανικής
Charles
Schwab,
η οποία προσφέρει
σχετικό προϊόν σε
πελάτες με τουλάχιστον
100.000 δολάρια σε
περιουσιακά στοιχεία
εκτός συνταξιοδοτικών
λογαριασμών.
Η εταιρεία ανέφερε ότι η
συγκεκριμένη υπηρεσία
συνέβαλε στην αύξηση των
τραπεζικών δανειακών
υπολοίπων της κατά 35%,
στα 72,3 δισ. δολάρια το
γ΄ τρίμηνο. Σύμφωνα με
εκπρόσωπό της, η ψηφιακή
διαδικασία που εισήχθη
πριν από τρία χρόνια
μπορεί να οδηγήσει σε
έγκριση μέσα σε λίγα
λεπτά.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι η χρήση
χαρτοφυλακίων ως πηγής
ρευστότητας δεν
περιορίζεται πλέον
αποκλειστικά στους
πελάτες των παραδοσιακών
ιδιωτικών τραπεζών.
Ο
μεγάλος κίνδυνος:
Αναγκαστικές πωλήσεις σε
περίοδο πτώσης
Η στρατηγική έχει,
ωστόσο, μια κρίσιμη
αδυναμία: η αξία της
εξασφάλισης μπορεί να
υποχωρήσει απότομα όταν
οι αγορές κινούνται
πτωτικά.
Εάν οι μετοχές ή τα
ομόλογα που έχουν δοθεί
ως ενέχυρο χάσουν
σημαντικό μέρος της
αξίας τους, ο
δανειολήπτης ενδέχεται
να κληθεί να προσθέσει
νέες εξασφαλίσεις ή να
αποπληρώσει μέρος του
δανείου. Εάν δεν
μπορέσει να
ανταποκριθεί, ο
δανειστής μπορεί να
προχωρήσει σε πώληση των
τίτλων, ανάλογα με τους
όρους της σύμβασης.
Μια τέτοια αναγκαστική
ρευστοποίηση σε περίοδο
χρηματιστηριακής πτώσης
μπορεί να παγιώσει
ζημίες, να περιορίσει τη
δυνατότητα ανάκαμψης του
χαρτοφυλακίου και να
δημιουργήσει φορολογικές
επιβαρύνσεις.
Ο κίνδυνος είναι ακόμη
μεγαλύτερος όταν η
εξασφάλιση αποτελείται
από ευμετάβλητα
περιουσιακά στοιχεία. Η
Deloitte
εντόπισε δανειστές που
εξειδικεύονται σε
λιγότερο συμβατικές
εξασφαλίσεις, όπως τα
κρυπτονομίσματα, με
ορισμένους να χορηγούν
δάνεια που φθάνουν έως
και το 90% της αξίας
τους.
Όπως επισημαίνει ο Έρικ
Γκούτσβιλερ της
Deloitte
Switzerland
στη Wall
Street
Journal,
ορισμένοι από αυτούς
τους δανειστές προχωρούν
άμεσα σε ρευστοποίηση
όταν αυτό κρίνεται
αναγκαίο.
Η στρατηγική «Buy,
Borrow
and
Die»
προσφέρει στους
επενδυτές τη δυνατότητα
να αξιοποιούν την αξία
της περιουσίας τους
χωρίς να προχωρούν σε
άμεση πώληση των
επενδύσεών τους. Η
αποτελεσματικότητά της,
όμως, εξαρτάται από το
κόστος δανεισμού, τη
φορολογική νομοθεσία
και, κυρίως, την πορεία
των αγορών. Όσο οι τιμές
των περιουσιακών
στοιχείων διατηρούνται
σε υψηλά επίπεδα, η
στρατηγική μπορεί να
προσφέρει σημαντική
ευελιξία. Σε μια απότομη
διόρθωση, όμως, η ίδια
μόχλευση μπορεί να
μετατραπεί σε πηγή
σοβαρών ζημιών.
|