|
Η πρόεδρος της ΕΚΤ,
Κριστίν Λαγκάρντ, έχει
επισημάνει ότι οι
αποδόσεις των ομολόγων
έχουν αυξηθεί αισθητά
από τη συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου. Η εξέλιξη
αυτή αναμένεται να
επιβαρύνει την
οικονομική
δραστηριότητα, ενώ
παράλληλα μπορεί να
περιορίσει τη μετάδοση
των αυξημένων
ενεργειακών τιμών στον
πληθωρισμό.
Απρόσμενη υποχώρηση της
επιχειρηματικής
δραστηριότητας
Οι ενδείξεις
ανθεκτικότητας που είχε
παρουσιάσει η ευρωπαϊκή
οικονομία μετά την
έναρξη του πολέμου στη
Μέση Ανατολή ενδέχεται
να εξασθενήσουν, καθώς η
επιχειρηματική
δραστηριότητα εμφανίζει
πλέον σαφή σημάδια
κόπωσης.
Ο ιδιωτικός τομέας της
ευρωζώνης κατέγραψε τον
Οκτώβριο τον ασθενέστερο
ρυθμό ανάπτυξης των
τελευταίων τεσσάρων
μηνών. Η επιδείνωση
αποδίδεται στην αύξηση
του ενεργειακού κόστους,
αλλά και στη νέα
συρρίκνωση της
δραστηριότητας στη
Γαλλία, όπου η πολιτική
και δημοσιονομική
αβεβαιότητα επιβαρύνει
το οικονομικό κλίμα.
Ο προκαταρκτικός
σύνθετος δείκτης
PMI
για την επιχειρηματική
δραστηριότητα υποχώρησε
στις 51,9 μονάδες τον
Οκτώβριο, από 53,1
μονάδες τον Σεπτέμβριο.
Πρόκειται για τη
χαμηλότερη επίδοση από
τον Ιούνιο, η οποία ήταν
επίσης ασθενέστερη από
όλες τις προβλέψεις της
δημοσκόπησης του
Reuters,
που τοποθετούσαν τον
δείκτη στις 52,7
μονάδες.
Παρά τη διατήρησή του
πάνω από το όριο των 50
μονάδων, το οποίο
διαχωρίζει την ανάπτυξη
από τη συρρίκνωση, η
υποχώρηση του δείκτη
υποδηλώνει σημαντική
εξασθένηση της δυναμικής
της οικονομίας.
«Το μεγαλύτερο ερώτημα
είναι τι ακολουθεί»,
σχολίασε η Σιμόνα Ντέλε
Κιάιε, επικεφαλής
οικονομολόγος για την
ευρωζώνη στην
Bloomberg
Economics,
προειδοποιώντας ότι οι
καθοδικοί κίνδυνοι για
την ανάπτυξη αυξάνονται,
καθώς ο πληθωρισμός
παραμένει υψηλός και οι
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες γίνονται
αισθητά αυστηρότερες.
Η οικονομική
δραστηριότητα το
διάστημα Ιουλίου –
Σεπτεμβρίου επηρεάστηκε
από μια σειρά
παραγόντων, μεταξύ των
οποίων τα κύματα
καύσωνα, τα εξαιρετικά
χαμηλά επίπεδα νερού σε
βασικές πλωτές οδούς και
η απότομη άνοδος των
αποδόσεων των ομολόγων
διεθνώς.
Έκτοτε, το περιβάλλον
έχει επιβαρυνθεί
περαιτέρω, με τη Γαλλία
να βρίσκεται στο
επίκεντρο των ανησυχιών
λόγω των μαζικών
διαδηλώσεων και των
αμφιβολιών για τη
βιωσιμότητα των δημόσιων
οικονομικών της.
Η επιδείνωση
αποτυπώνεται και σε
επιχειρηματικό επίπεδο.
Καθώς ο ιδιωτικός τομέας
της Γαλλίας συρρικνώθηκε
τον Οκτώβριο, η
Carrefour
προειδοποίησε ότι οι
λεηλασίες σε εθνικό
επίπεδο θα επηρεάσουν
σοβαρά τις επιδόσεις
της. Οι μετοχές του
ομίλου κατέγραψαν τη
χειρότερη εβδομαδιαία
επίδοσή τους από την
παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση.
Γερμανία: Στήριξη από
τις κρατικές δαπάνες,
αλλά χωρίς ισχυρή
ανάπτυξη
Η Γερμανία εμφανίζει
καλύτερη εικόνα σε σχέση
με τα προηγούμενα
χρόνια, εν μέρει χάρη
στην αύξηση των κρατικών
δαπανών. Ωστόσο, σύμφωνα
με την Bundesbank,
η οικονομία της
πιθανότατα παρέμεινε
στάσιμη το τρίτο
τρίμηνο.
Ο πληθωρισμός στη
μεγαλύτερη οικονομία της
ευρωζώνης εκτιμάται ότι
μπορεί να προσεγγίσει το
4% πριν από το τέλος του
έτους. Για τον Οκτώβριο,
πάντως, αναμένεται
ηπιότερη εικόνα, εν
μέρει λόγω των
επιδοτήσεων στις τιμές
των καυσίμων. Αντίστοιχη
εκτίμηση διατυπώνεται
και για τον πληθωρισμό
στην Ισπανία.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την ΕΚΤ, καθώς η ανάγκη
αντιμετώπισης των
πληθωριστικών πιέσεων
πρέπει να σταθμιστεί
έναντι του κινδύνου
περαιτέρω επιβράδυνσης
της οικονομικής
δραστηριότητας.
Τι
προβλέπουν οι
οικονομολόγοι για τα
επιτόκια
Το κόστος των εισροών
για τις επιχειρήσεις της
ευρωζώνης αυξήθηκε για
δεύτερο συνεχόμενο μήνα
τον Οκτώβριο, κυρίως
εξαιτίας των ακριβότερων
ενεργειακών προϊόντων,
των καυσίμων και των
μεταφορών. Οι πιέσεις
συνδέονται εν μέρει με
τον πόλεμο στη Μέση
Ανατολή.
Ωστόσο, οι επιχειρήσεις
αύξησαν τις τιμές
πώλησής τους με
βραδύτερο ρυθμό σε σχέση
με τον Σεπτέμβριο. Η
εξέλιξη αυτή υποδηλώνει
ότι μέρος της αύξησης
του κόστους απορροφάται
από τις ίδιες τις
επιχειρήσεις,
συμπιέζοντας τα
περιθώρια κέρδους τους.
Ο Χάρι Τσέιμπερς της
Capital
Economics
εκτιμά ότι η
περιορισμένη μέχρι
στιγμής εμφάνιση
δευτερογενών
πληθωριστικών
επιδράσεων, πέρα από την
αρχική αύξηση του
ενεργειακού κόστους,
αποτελεί καθησυχαστικό
στοιχείο για την ΕΚΤ.
Παρά ταύτα, οι
οικονομολόγοι
εξακολουθούν να
προβλέπουν νέα αύξηση
επιτοκίων τον Δεκέμβριο.
Σύμφωνα με δύο
ξεχωριστές
δημοσκοπήσεις, του
Reuters
και του Bloomberg,
η ΕΚΤ αναμένεται να
διατηρήσει το επιτόκιο
αποδοχής καταθέσεων στο
2,50% την επόμενη
εβδομάδα και να το
αυξήσει κατά 25 μονάδες
βάσης τον Δεκέμβριο,
καθώς ο πληθωρισμός
παραμένει σχεδόν
διπλάσιος από τον στόχο
του 2%.
Δεν λείπουν, ωστόσο, οι
πιο αισιόδοξες
εκτιμήσεις για την
ανάπτυξη. Αναλυτές της
BNP
Paribas
θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή
οικονομία διατήρησε την
ανθεκτικότητά της το
τρίτο τρίμηνο, εάν
εξαιρεθούν τα
ευμετάβλητα στοιχεία της
Ιρλανδίας, με τη χαμηλή
ανεργία να λειτουργεί
υποστηρικτικά. Από την
πλευρά της, η
Bundesbank
προβλέπει ότι η
οικονομική δραστηριότητα
θα παρουσιάσει αξιόλογη
επέκταση στη συνέχεια.
Ενεργειακή αβεβαιότητα
και κίνδυνος για τον
εφοδιασμό
Οι προοπτικές
παραμένουν, πάντως,
αβέβαιες. Ο Γιενς
Άιζενσμιτ, επικεφαλής
οικονομολόγος για την
Ευρώπη στη Morgan
Stanley,
συγκαταλέγει τις πιθανές
ελλείψεις ενέργειας
στους βασικούς κινδύνους
για την οικονομία το
επόμενο διάστημα.
Όπως επισημαίνει, δεν
διαφαίνεται άμεση λύση
στην ενεργειακή κρίση,
ενώ τα χαμηλά επίπεδα
αποθεμάτων φυσικού
αερίου στη Γερμανία
αυξάνουν την έκθεση της
χώρας σε ενδεχόμενες
διαταραχές του
εφοδιασμού. Σε περίπτωση
ιδιαίτερα ψυχρού
χειμώνα, δεν αποκλείεται
να επανέλθει ακόμη και
το ενδεχόμενο επιβολής
δελτίου στην κατανάλωση
φυσικού αερίου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να επιβαρύνει
περαιτέρω τη βιομηχανική
παραγωγή και να εντείνει
τις πιέσεις στο κόστος
λειτουργίας των
επιχειρήσεων.
Οι
αγορές ομολόγων
προσθέτουν νέες πιέσεις
Πέρα από την ενέργεια,
οι εξελίξεις στην αγορά
κρατικών ομολόγων
αποτελούν έναν ακόμη
παράγοντα ανησυχίας για
την ΕΚΤ.
Στη Γαλλία, το πρόσθετο
επιτόκιο που απαιτούν οι
επενδυτές για να
διακρατούν δεκαετή
γαλλικά ομόλογα αντί των
αντίστοιχων γερμανικών
έχει αυξηθεί σε επίπεδα
που είχαν καταγραφεί
τελευταία φορά κατά την
ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Η διεύρυνση της διαφοράς
αποδόσεων αντανακλά τις
αυξημένες ανησυχίες για
τη δημοσιονομική
κατάσταση της Γαλλίας
και το πολιτικό
περιβάλλον,
επιβαρύνοντας το κόστος
δανεισμού της χώρας.
Η Κριστίν Λαγκάρντ έχει
ήδη υπογραμμίσει ότι οι
αποδόσεις των ομολόγων
αυξήθηκαν αισθητά μετά
τη συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου. Η άνοδος
αυτή αναμένεται να
λειτουργήσει
περιοριστικά για την
οικονομική δραστηριότητα
και να μειώσει τον βαθμό
στον οποίο οι υψηλότερες
ενεργειακές τιμές
μετακυλίονται στο σύνολο
της οικονομίας.
Ο διοικητής της Τράπεζας
της Ιταλίας, Φάμπιο
Πανέτα, απέρριψε την
εκτίμηση ότι η Ευρώπη
βρίσκεται αντιμέτωπη με
νέα κρίση χρέους,
συμφώνησε ωστόσο ότι οι
συνθήκες θα οδηγήσουν σε
συγκράτηση της
ανάπτυξης.
Αντίστοιχη είναι η
προσέγγιση της
Bank
of
America.
Οικονομολόγοι της
τράπεζας, με επικεφαλής
τον Ρουμπέν
Σεγκούρα-Καγιούελα,
εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα
πρέπει να υιοθετήσει
λιγότερο επιθετικό τόνο
σε σχέση με τη
συνεδρίαση του
Σεπτεμβρίου.
Όπως επισημαίνουν, οι
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες παραμένουν
αυστηρές και ενδέχεται
να γίνουν ακόμη πιο
περιοριστικές, τα
spreads
συνεχίζουν να
διευρύνονται και η
πολιτική αβεβαιότητα στη
Γαλλία εντείνει τις
πιέσεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
η ΕΚΤ αναμένεται να
δώσει μεγαλύτερη
βαρύτητα στις επιπτώσεις
της τρέχουσας συγκυρίας
στην οικονομική
ανάπτυξη, καθώς καλείται
να ισορροπήσει ανάμεσα
στην ανάγκη συγκράτησης
του πληθωρισμού και στον
κίνδυνο περαιτέρω
επιβράδυνσης της
ευρωπαϊκής οικονομίας.
|