|
Πολλοί
οικονομολόγοι και επενδυτές διαβάζουν λανθασμένα τα σημερινά
δεδομένα της αμερικανικής οικονομίας. Μια μερίδα θεωρεί ότι
η αβεβαιότητα γύρω από τις εμπορικές και οικονομικές
επιλογές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει αρχίσει να
υποχωρεί, ενώ μια μικρότερη αλλά ιδιαίτερα ηχηρή ομάδα
υποστηρίζει ότι οι μαζικές απελάσεις μεταναστών και οι
εκτεταμένοι δασμοί δεν προκάλεσαν τις ζημιές που αρχικά
είχαν προβλεφθεί. Επικαλούνται τη σχετικά ήπια άνοδο του
πληθωρισμού πριν από την αποκλιμάκωσή του το 2025, καθώς και
τα πρόσφατα στοιχεία που δείχνουν την οικονομία να
αναπτύσσεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων δύο ετών.
Αυτές οι
αναγνώσεις, ωστόσο, στηρίζονται σε μια βασική παρεξήγηση για
το πώς η αβεβαιότητα που προκαλείται από την ίδια την
κυβέρνηση επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα. Η σύγχυση
είναι εν μέρει δικαιολογημένη: καμία αμερικανική κυβέρνηση
εδώ και πάνω από έναν αιώνα δεν έχει εισαγάγει τόσο
εκτεταμένη και πολυδιάστατη αβεβαιότητα στον ιδιωτικό τομέα.
Την εικόνα
περιπλέκει ακόμη περισσότερο η ισχυρή ανάπτυξη που
τροφοδοτείται από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Μια
πιο προσεκτική ματιά, όμως, αποκαλύπτει ότι οι
στασιμοπληθωριστικές συνέπειες των πολιτικών Τραμπ έχουν ήδη
αρχίσει να ενεργοποιούνται και δύσκολα θα αγνοηθούν όσο
πλησιάζουμε στην πρώτη επέτειο της λεγόμενης «Ημέρας
Απελευθέρωσης», στις αρχές Απριλίου.
Δεν είναι παράδοξο
ότι απαιτείται χρόνος μέχρι να αποτυπωθούν στα επίσημα
στατιστικά οι παραλυτικές επιδράσεις των δασμών και των
απελάσεων στις αποφάσεις επιχειρήσεων, νοικοκυριών και
επενδυτών. Ήδη από τις αναλύσεις του Peterson Institute είχε
εκτιμηθεί ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον ένας χρόνος για να
γίνει ορατός ο πλήρης μακροοικονομικός αντίκτυπος. Σύμφωνα
με αυτές τις προβλέψεις, ο πληθωρισμός το 2026 ενδέχεται να
διαμορφωθεί κατά μέσο όρο γύρω στο 4% ή και υψηλότερα, από
2,7% στο τέλος του 2025.
Μπορεί σήμερα να
φαίνεται μακρινή η στιγμή που ξεκίνησαν οι μαζικές απελάσεις
παράτυπων μεταναστών και επιβλήθηκαν δασμοί σε ένα ευρύ
φάσμα εισαγωγών, με συντελεστές που διαφέρουν έντονα ανά
προϊόν και χώρα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις χρειάστηκε πρώτα να
διαχειριστούν ένα σύνθετο πλέγμα αβεβαιοτήτων πριν
αποφασίσουν αν και σε ποιον βαθμό θα αυξήσουν τιμές ή θα
αναδιαμορφώσουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Θα
εφαρμοστούν τελικά οι απειλές για δασμούς; Θα ακυρωθούν από
τα δικαστήρια ή θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης;
Και αν διατηρηθούν, θα υπάρξουν εξαιρέσεις μέσω πολιτικών
παρεμβάσεων;
Ανάλογα διλήμματα
αφορούν και την παραγωγή: μεταφορά δραστηριοτήτων από την
Κίνα στο Μεξικό, μετεγκατάσταση σε τρίτες χώρες ή
επαναπατρισμός της παραγωγής στις ΗΠΑ; Ακόμη και πολυεθνικοί
κολοσσοί, όπως η Caterpillar και η Toyota, εμφανίζονται
απρόθυμοι να λάβουν αποφάσεις μεγάλης κλίμακας. Αν οι
ισχυρότερες και καλύτερα προετοιμασμένες επιχειρήσεις
καθυστερούν, είναι αναμενόμενο οι μικρομεσαίες να ακολουθούν
με ακόμη μεγαλύτερη υστέρηση. Η λύση της δημιουργίας
αποθεμάτων πριν από την επιβολή των δασμών έχει πλέον
εξαντληθεί, πράγμα που σημαίνει ότι το αυξημένο κόστος θα
μεταφερθεί – πλέον αναπόφευκτα – στους καταναλωτές.
Παρόμοιες
καθυστερήσεις παρατηρούνται και στο μεταναστευτικό. Αν και η
αμερικανική κυβέρνηση δηλώνει ότι απέλασε περίπου ένα
εκατομμύριο παράτυπους μετανάστες τον πρώτο χρόνο της
δεύτερης θητείας Τραμπ, τα στοιχεία απασχόλησης σε κλάδους
που εξαρτώνται έντονα από τη μεταναστευτική εργασία – όπως η
γεωργία, η επεξεργασία τροφίμων, η κατ’ οίκον φροντίδα και
οι κατασκευές κατοικιών – παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα. Αυτό
δείχνει ότι η πραγματική μαζική έξοδος δεν έχει ακόμη
αποτυπωθεί πλήρως.
Οι θέσεις αυτές
χαρακτηρίζονται από χαμηλές αμοιβές, δύσκολες συνθήκες και
περιορισμένα οφέλη, γεγονός που τις καθιστά μη ελκυστικές
για νόμιμους εργαζομένους. Παράλληλα, η αντικατάσταση
ανθρώπινης εργασίας από μηχανές ή ρομπότ δεν είναι ακόμη
τεχνολογικά ή οικονομικά εφικτή σε πολλούς από αυτούς τους
τομείς. Όταν, όμως, οι συνέπειες των απελάσεων γίνουν πλήρως
αισθητές μέσα στο 2026, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού θα
οδηγήσουν σε αυξήσεις μισθών, εντείνοντας περαιτέρω τις
πληθωριστικές πιέσεις.
Η αυξημένη
αβεβαιότητα εξηγεί και τη διπλή εικόνα των επενδύσεων στις
ΗΠΑ: εκρηκτική άνοδος στην τεχνητή νοημοσύνη, σχεδόν στάσιμη
πορεία στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα. Παρά τις φορολογικές
ελαφρύνσεις, τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια, την άφθονη
ρευστότητα και την απορρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση
Τραμπ, οι επιχειρήσεις διστάζουν. Όπως έχουν δείξει οι
Avinash Dixit και Robert Pindyck, όταν η αβεβαιότητα
αυξάνεται, οι επενδύσεις που είναι δύσκολο να αναστραφούν
τείνουν απλώς να αναβάλλονται.
Η ιστορική εμπειρία
δείχνει ότι τέτοια πολιτικά σοκ δεν αποτυπώνονται άμεσα
στους βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά λειτουργούν
σωρευτικά. Η χρονική υστέρηση συχνά οδηγεί κυβερνήσεις και
αγορές σε εφησυχασμό, μέχρι τη στιγμή που οι επιπτώσεις
γίνονται απότομα ορατές – και τότε είναι δύσκολο να
αναστραφούν.
Στις ΗΠΑ, ο
συνδυασμός αυξημένης αβεβαιότητας με ισχυρές αλλά
περιορισμένες σε συγκεκριμένους κλάδους επενδύσεις
δημιουργεί μια απατηλή εικόνα ανθεκτικότητας. Όπως και σε
άλλες οικονομίες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με πολιτικές
ρήξεις, η υποχώρηση της εμπιστοσύνης προηγείται της κάμψης
της δραστηριότητας. Όταν οι καθυστερημένες αποφάσεις
μετατραπούν σε πραγματικές ελλείψεις εργασίας και εισροών,
οι πιέσεις σε τιμές και μισθούς θα ενταθούν.
Οι ΗΠΑ κινδυνεύουν
να ζήσουν κάτι αντίστοιχο με το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το
δημοψήφισμα για το Brexit, όταν οι ιδιωτικές επενδύσεις
πάγωσαν για χρόνια, υπονομεύοντας την ανάπτυξη. Η άνθηση της
τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αντισταθμίσει μέρος των
απωλειών, αλλά ταυτόχρονα τείνει να ενισχύει τις
πληθωριστικές πιέσεις. Το γεγονός ότι ο πλήρης λογαριασμός
των πολιτικών Τραμπ δεν έχει ακόμη εμφανιστεί δεν σημαίνει
ότι η οικονομική ανάλυση διαψεύστηκε· αντίθετα, αναδεικνύει
πόσο ισχυρά η αβεβαιότητα μπορεί να καθυστερεί – ή και να
παραλύει – τις οικονομικές αποφάσεις.
|